Πρότυπα

Πρότυπα

Έψαχνε να βρει το σπίτι της μα ήταν χαμένο μέσα στο δάσος. Επέστρεφε από το σχολείο και είχε στην πλάτη έναν τεράστιο σάκο γεμάτο με βιβλία...

Τετάρτη, 24 Μαΐου 2017

ΑΛΕΞΙΟΣ ΜΑΪΝΑΣ (8)



Η ΚΟΚΚΙΝΗ ΧΤΕΝΑ

                                Μαζευόμασταν  και λέγαμε τ’ αθέατα όνειρά μας
                                Μα το τελικό, το βασικό μας όνειρο ήταν
                                τα όνειρά μας να υποτιμούν το μέλλον.

Όταν ήμασταν παιδιά στις πρώτες πρώτες τάξεις
μάς χτένιζαν οι μανάδες μας μετά το μπάνιο
τραβώντας πρώτα ακριβοδίκαια μια γραμμή
με το μολύβι πάνω στον ξύλινο χάρακα
και ψάχνοντας μετά την πού στο διάτανο
έχεις παραπέσει κοκάλινη χτένα.
                Αγαπούσα τις χωρίστρες.
Τις αγαπούσα γιατί τις είχα δει στην εφημερίδα
σε μια φωτογραφία ημερίδας ποιητών
που έπιανε ασπρόμαυρη τη μισή σελίδα
όπου στηρίζονταν μεταξύ τους χαρούμενοι όλοι
με τους αγκώνες στους ώμους
όσων είχαν προλάβει μια θέση.



ΤΑ ΚΛΕΙΔΙΑ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΠΟΛΕΩΝ

                                                Το ρήμα της προβολής.

Σε αγάπησα γιατί τότε υπήρχε το τρένο
που ένωνε το χειμώνα
τις απόμερες στάσεις.




ΤΟ ΑΙΝΙΓΜΑ ΤΟΥ ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΟΙΚΕΙΟΥ

                                                Παιανίζει η μπάντα

Οι καμινάδες των άδειων σπιτιών
κρέμονται πίσω απ’ τον κήπο σαν άλογα.
Το ρολόι του ήλιου στραβό πάνω απ’ τους τάφους.
Η Εύα γυμνή στην πιλοτή της μηλιάς.




ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ ΤΗ ΛΕΞΗ ΠΕΡΙΧΩΡΗΣΗ

ΣΤΗ ΛΕΖΑΝΤΑ ΜΙΑΣ ΠΑΛΙΑΣ ΜΟΥ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΣ

                                                                Αδίδακτη οντολογία
                                                                (του Αναξαγόρα).

 Σε αυτή τη θέση
καθόταν κάποτε ο Τίμος
πριν πει αντίο
και μιλούσε μαζί μου
πίνοντας νομίζω καφέ
σε πορσελάνινο φλυτζανάκι με ρόδακες.
Θυμάμαι το μαλλί του ανάπλεκο να πέφτει
Σχηματίζοντας μπούκλες
με τα δικά του λόγια.
Οι φορζύθιες του κίτρινου κήπου τυφλώναν,
Μακροσκελείς, ακόμα άφυλλες, γεμάτες τοπάζια.
Έμπαινε αυτό που εννοούμε όταν λέμε άνοιξη.
Ήταν όλα υδάτινα, διαυγή.
Και περιείχε το ένα το άλλο χωρίς να το διώχνει.
Δεν υπήρχε τάξη.



ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΚΑΛΟ ΣΤΙΛ
                                Ανδρα μοι...
                                ος μάλα πολλά...

Τις προάλλες σε μια γιορτή
ενός καθηγητή φιλοσοφίας
συζητήθηκε η νοηματική παλέτα
της λέξης στιλ.
Ω θε μου, όλη αυτή η κούραση
όλων αυτών των ετών.



Η ΥΠΟΛΟΙΠΗ
                                Κατάλοιπα και σοκάκια σπάνιων νυχτών,
                                Λειχήνες χάλκινων κρουνών,
                                μοναχικά παγκάκια πάρκων,
                                καθιστές δυσεξίτηλες μνήμες.

Η απόλυτη ευτυχία,
                η ακήρατη, η ακραιφνής,
κάποτε ακόμα με πλησιάζει
με τα αργά της ολισθηρά σκαλοπάτια.
Πού και πού
όταν δεν το περιμένω διόλου
την ακούω σχεδόν που σέρνεται σαν σκιά
-ακριβοθώρητη, ξωμερίτισσα πια-
και κρατιέται απ’ την εξαιρετική της σπανιότητα,
την ακούω ανάμεσα στο θρόισμα των ιτιών
και τα σπερδούκλια του κήπου,
ή στο τζιτζίκιασμα του ξύλου μες στη σιγή¨
κάθεται πρώτα λιγάκι στο σαλόνι,
μετράει τις πλάτες των ορθρινών βιβλίων μου
                με το δάχτυλο
κι ύστερα αθόρυβα κυλά και φεύγει.
Παλιά, όταν ήμουν ασφαλής και (γι’ αυτό) αθώος, μαλακός,
ήταν κι αυτή πιο καινούργια κι έκπληκτη
                και μαγεμένη απ’ τον εαυτό της.
Σιγά σιγά όμως γινόμαστε
                καλοί και δύστροποι σύντροφοι
                και συμπότες που δε μιλάνε.
Καθόμαστε πια πάντοτε στην ταράτσα
                μουτρωμένοι σχεδόν με τα ζώδιά μας,
                άσπονδοι, με αναίσθητα απ’ το ξίδι λαρύγγια,
με τα πόδια στο φαγωμένο σκελετό της περίφραξης
                που στάζει οξείδωση στο τσιμέντο,
κι ενώ κοιτάμε το ίδιο δέντρο συνεπαρμένοι
                ή τον ίδιο αέρα
                στην ελεύθερη σημαία ενός στύλου
κάνουμε σαν να είναι όλα αθάνατα
                δεν αλλάζουμε ούτε λέξη
                κι αποφεύγουμε να κοιταχτούμε.



ΟΙ ΑΠΟΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ

                                                Ικρίωμα της θανάτωσης του ολότελου.

Υπάρχουν
είπες
υπερήρωες
μ’ εξάντες κι ακριβή ανεμολόγια
που σακουλεύονται κι επιθεωρούν
κρυμμένοι στους θάμνους
πανέτοιμοι κάθε στιγμή
να σώσουν τον κόσμο.

Κι εγώ σου λέω
λίγο χαλαζάκι έπεσε
και χάλασε
τα ζουμπούλια.





Η ΣΦΑΓΗ
               
                                Μετά την πήραν αιχμάλωτη.

Πήρα τηλέφωνο την Έλενα σήμερα δεν μπορούσα να ξέρω
μου είπε κάτι σφύριζε ανατριχιαστικά και τη διαπερνούσε
πως δε γίνεται τώρα σκάνε όλμοι παντού δεν ακούω
ξύλινα ξίφη την τρυπούσαν στην πλάτη και τα πλευρά
αν έτρεχε να κρυφτεί θα ‘πεφτε ίσως στις νάρκες
κάποιος δίπλα της έκλαιγε πρέπει να τον είχαν τρυπήσει
και κείνον με το σφύριγμα τα σπαθιά και το κλάμα που
τρυπούσαν τα κόκαλα ίσα που άκουσα στο τέλος ανάμεσα
σε θορύβους σαν αιμοπτύσεις ότι Αλέξη δε λειτουργεί
                σήμερα το νηπιαγωγείο.


(Το περιεχόμενο του υπολοίπου)

Mark Rothko, Untitled (Black on grey)

MANOΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ (6)



ΑΔΕΙA

με φίλους μετά από τόσο καιρό
στρογγυλό τραπέζι καφέδες τσιγάρα
χαμογελαστά πρόσωπα
προβληματισμένα κεφάλια
αισθάνομαι χαρούμενος που είμαι κοντά τους
                                και είναι δίπλα μου

τέτοιες στιγμές το μόνο που σκέφτομαι
                                                είναι
                                                ο θάνατος

αλλά για στάσου,
                όλοι αυτό δε σκέφτονται;




AΘΩΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ

η σχετικότητα του χρόνου που έφευγε με άφησε ανέγγιχτο
«...πάντα θα φεύγει» σκέφτηκα

η γυναίκα συνέχισε να χορεύει δίπλα στη λίμνη
το θανατερό χορό της
σκουριά τρέχαν τα μπλε της μάτια κάτω απ’ το σεληνόφως
«...είμαι προδομένη, είμαι προδομένη» φώναξε υστερικά
«και ποιος δεν είναι;» γέλασα
η φιγούρα της έγινε διάφανη και τα μάτια της ξεθωριάζουν
πεθαίνει γλυκά γλυκά όπως όλες τους



   ΑΤΟΝΗ ΕΞΟΔΟΣ 717

μετά από πολύ καιρό βγήκα βράδυ, πήγα σε μια συ-
ναυλία του Morrisseyστη λιοσίων με ένα φίλο ήρθαν και
μια φίλη με τη φίλη της φιληθήκαμε με τη φίλη μου
όμως ήμουν ψυχρότερος σε σχέση με παλιά εκείνη ήταν
το ίδιο ψυχρή πάντα εγώ ήμουν ψυχρότερος όμως
άθελά μου μετακινήθηκα στο χώρο έμεινα μόνος σε
αποπνικτικά συναισθήματα και ατμόσφαιρα κόμπος
σφίξιμο

όταν τελείωσε η συναυλία βημάτισα προς την έξοδο κα-
τεβαίνοντας τις σκάλες πήρα το λεωφορείο της παλα-
τιανής το 717 όταν έφτασα στη στάση καληνύχτισα τον
οδηγό μπαίνοντας στο σπίτι η μάνα μου ρώτησε αν ήρθα
απ’ το κρεβάτι ξαπλωμένη και της απάντησα αρνητικά



Ernst Ludwig Kirchner


 ΕΛΠΙΖΩ ΝΑ ΚΑΤΑΛΑΒΕΣ

είπες: «άλλο η ηλικία άλλο τα χρόνια
η ηλικία είναι το πώς έχεις φερθεί στο σώμα σου
κι αυτό δεν έχει να κάνει με τα χρόνια
μπορεί να είσαι νέος αλλά μέσα σε ένα γέρικο σώμα
τα χρόνια είναι όλα αυτά που θες να κάνεις
όλες οι φιλοδοξίες σου
κι αυτό δεν έχει να κάνει με την ηλικία

μπορεί να είσαι γέρος κι ανήμπορος
αλλά μέσα σου να καίει μια φλόγα άσβεστη
και να θες να κάνεις τόοοοσα πράγματα...»

«είσαι πολύ νέα!» είπα




ΧΑΡΑΜΑΤΑ

σατανικές μάσκες
προσωπεία εκφραστικά
σχεδόν αχαλίνωτα
πάνω απ’ τις μάζες
ήλιοι σκοτεινοί
στο θόλο τ’ ουρανού
μίζερες φάτσες
φάτσες του χαμού
μηνύματα θανάτου
και σαπίλας
από τα σωθικά
της παναγιάς
με τράβηξαν τα γοερά τους κλάματα

χαράματα ήταν
όταν έχασα το θεό μου
και σκύβοντας
στον τάφο του
πατέρα μου
καθρεφτίστηκα
στα ολάνοιχτά του
μάτια



Η ΘΑΛΑΣΣΑ ΜΟΥ ΑΡΕΣΕΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ

«η θάλασσα μου αρέσει περισσότερο» είπες
«το βουνό είναι κάτι συγκεκριμένο
                κάτι στρογγυλό» (κι έκανες μια αγκαλιά με τα
χέρια σου)
                                «που σε τυλίγει
                                και απλώς είσαι μέσα του
ενώ η θάλασσα!

η θάλασσα είναι το απρόβλεπτο
είναι το κύμα που» (κι έκανες μια κίνηση να απλώσεις τα
χέρια σου λες και μπορούσες να αγκαλιάσεις τη θάλασσα)
«αλλάζει
κι αλλάζουν μαζί οι διαθέσεις
και δεν ξέρεις ποια θα είναι η συνέχεια...»


(Είδα μέρα μόνο με πλήθος)