Πρότυπα

Πρότυπα

Έψαχνε να βρει το σπίτι της μα ήταν χαμένο μέσα στο δάσος. Επέστρεφε από το σχολείο και είχε στην πλάτη έναν τεράστιο σάκο γεμάτο με βιβλία...

Τετάρτη, 29 Ιουλίου 2015

Νάνα Παπαδάκη (3)


ΤΑ ΔΩΡΑ ΤΗΣ ΑΓΡΥΠΝΙΑΣ

                      1

Συνέχισε να τον συναντά στο ίδιο πρόχειρα στημένο
σκηνικό όπου ο άντρας κρεμούσε τακτικά
το σακάκι του στη ράχη της καρέκλας
- υπολόγιζε σ' αυτό το ρυθμό που κατάπινε εκείνη
και τους νεκρούς της -
κι ύστερα ξελόγιαζε τη γυναίκα με τη βοήθεια μιας ιδέας,
προφανώς ενός ακόμη κατόπτρου,
μουρμουρίζοντας λέξεις χιλιοειπωμένες κι επαναλαμβάνοντας
κινήσεις που μόνο η άβυσσος μπορούσε ν' ανατρέψει.
Δε θα ξυπνούσαν ποτέ ο άντρας και η γυναίκα
κουλουριασμένοι ο ένας μέσα στον άλλον.
Μάταια κρατούσε η νύχτα το ρυθμό στα βλέμματα
να κατέλθουν. Ξέχασε πως η ζωή που ζούσε δεν ήταν
η δική του. Έσκυψε να σβήσει το μοναδικό κερί
καθώς ο νους κοίταζε εκστατικά ως την αυγή.


                              2.

Ύστερα σηκωνόταν και βάδιζε με σταθερό βήμα προς
μια φανταστική έξοδο (άραγε έβλεπε το άδειο κλουβί που
έφεγγε στο βάθος της αφήγησης, τώρα μπορεί να το δει;)
ήξερε πως να φεύγει ή τουλάχιστον έτσι έδειχνε.
Εκείνη όχι. Έμενε καθηλωμένη στο κρεβάτι
με μια μαργαρίτα να ζυγιάζεται ανάμεσα στα χείλη.
Η σελήνη τριγυρνούσε με τα κουρέλια της παιδικής της
φορεσιάς στην κάμαρη, ενώ εκείνος τραγουδούσε.
Τίποτα ανθρώπινο δεν υπήρχε σ' αυτό το τραγούδι.


                               3.

 Θα μπορούσε να κάθεται ακόμη σ' εκείνη την παραλία
πίσω απ' τη μισάνοιχτη εφημερίδα
αν και σε απόσταση μπορείς να διακρίνεις
τον τίτλο του άρθρου στο δεξί φύλλο
"Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων", στο βάθος ασμίλευτα
κύματα, μια λάμψη κωπηλατούσε χωρίς κόπο χωρίς
πυρετό, κάτι μέσα της όχι.

Λίγο πριν, παίζοντας, την είχε θάψει στην άμμο, ανάσκελη
μόνο το κεφάλι της έξω, ατάραχο σαν άγαλμα,
κανείς δεν του φιλούσε τα μάτια
το θεριό απρόσιτο, γεμάτο πτώματα, ο ήλιος
ανακάτευε τις σκέψεις μεταξύ τους σαν τράπουλα
με ολόλευκες φιγούρες, πουθενά αίμα
άλλο φως κατασπάραζε τη μέρα. Εκείνος
στάθηκε παράμερα και την κοίταξε
οριζόντια σα φράση στο χαρτί, χωρίς καμιά φιλοδοξία
και διαψευσμένη ελπίδα, να βυθίζει τις παλάμες
στην άμμο και να κλείνει τα βλέφαρα, δικό του
δημιούργημα.

Πριν ο ήλιος ρουφήξει τα είδωλα ως την καυτή του
σάρκα, κανένα παιδί, κανένα μαχαίρι, κανένα γέλιο κρυφό
δεν τάραξε την αρχέγονη σιωπή.

the day after- Edvard Munch


















ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΗΞΕΡΑΝ ΤΙΠΟΤΑ

Ένα κλαδάκι που απλώνει μες στον ουρανό
δυο πουλιά που συναντιούνται σαν αντίθετες σκέψεις
Οι ξεχασμένοι καρποί ανοίγουν το δρόμο
στους άντρες να θάψουν τον πυρετό
στις γυναίκες να επιστρέψουν κάτω απ' τα ψάθινα καπέλα τους
πριν σβήσει ο χρόνος
και το χέρι πει πως είναι εδώ.

Μικρές ρωγμές του χρόνου εμφανίζονται στη ζωή μας
άλλοτε ανέμελες, άλλοτε απόγνωση γεμάτες
για να μας υπενθυμίσουν ότι τίποτε δεν κρατάει
όσο εμείς περαστικοί στις ζωές των άλλων και στις δικές μας
πεθυμήσαμε την ειρήνη, μα όλο για πόλεμο
σπαταλήσαμε τη φωτιά μας.

Κάθε τέλος αρχή για ένα άλλο τέλος
όσο οι σελίδες μαύρες
περιμένουν την άμπωτη μιας ανθρώπινης χειρονομίας

οι τοίχοι μας γεμάτοι τρόπαια
το πάτωμα σπαμένο ήττες.

Ή και ανάποδα.



ΑΓΡΑΦΟ

Κάτι σαν πεπρωμένο παραμονεύει μες στο χέρι
ατελέσφορες ιστορίες κι ερμητικοί στίχοι
μαδούν τα βλέφαρα του θεού
και προσγειώνονται στις σελίδες
χαρίζοντας στην αποτυχία μια πρόσκαιρη λάμψη.
Καμία πληγή δε σε κάνει σοφότερο
όσο το δέντρο γυμνό νοσταλγεί τα φύλλα του
μα και το να αφήσεις κάτι να χαθεί
θα 'ταν πράξη μεγάλης γενναιοδωρίας
που ίσως να μην ταιριάζει σε βλέμματα υγρά.
Αν έστω κι ένα χιλιοστό θάλασσα φύτρωσε στον ήλιο είναι αρκετό.

Το λευκό και η τυφλότητα ελάχιστα απέχουν.


(Τα δώρα της αγρύπνιας)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου