Πρότυπα

Πρότυπα

Έψαχνε να βρει το σπίτι της μα ήταν χαμένο μέσα στο δάσος. Επέστρεφε από το σχολείο και είχε στην πλάτη έναν τεράστιο σάκο γεμάτο με βιβλία...

Τετάρτη, 17 Ιουνίου 2015

ΝΙΚΟΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ (6)


ΑΓΑΠΟΥΣΕ

Αγαπούσε, σπάνια μεν,
αλλά αγαπούσε.
Ποιος νοιάζεται για τη διάρκεια;
Την είδαν στον κήπο
μιλούσε χωρίς να κινεί τα χείλη
του εξηγούσε τα μπερδέματά της
του έδινε κάποιες απ' τις αγωνίες της
γινόταν πολυ μικρούλα.
Περίμενε να την πιάσει εκείνη
η γλυκιά κούραση
αυτή του λεωφορείου στο σχόλασμα.
Πού πήγαν οι θυμωμένοι;
Πόση υπομονή έχουν ακόμη οι ανυπόμονοι;
Κρατιέται από κάποια μεσημέρια.
Έχει ανάγκη να θαρρεί
πως βρίσκεται στη μέση.
Μισούσε βουβά
περίμενε να το πει
κάποιος άλλος
με λόγια, με αιτίες, με σχόλια.
Τον άκουγε και χαμογελούσε.
Χωρίς να κινεί τα χείλη.



ΠΑΙΣ ΕΝ ΚΑΜΙΝΩ

Ο κηπουρός επέμενε: "θα πιάσει".
Πάντως αν και κατσιασμένο ακόμη
ο μικρός το μασουλούσε με λύσσα.
Φωτιά στα χείλη... Ένα κοριτσάκι έκανε
τη μάνα.
Ένας γιατρός μιλούσε αργά.
Κανείς δεν είχε γείτονες στα κοντινά σπίτια
μόνον εγώ, περνώντας, κοίταζα τον αφύλακτο κήπο
εμπορικός αντιπρόσωπος, με κάτι Βίβλους σε μια τσάντα.



ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ

"Τι δουλειά κάνεις;"
"Πουλάω... παίρνω τα ΚΤΕΛ και μια βαλίτσα.
Πάντα υπάρχει κάποιο ανοιχτό ξενοδοχείο.
Μένω, μετά μαζεύω παραγγελίες,
φεύγω".
Σ' ένα καταπράσινο δάσος υπήρχε μια όμορφη αλεπού:
πολύ μικρή για μεζές
πολύ -πολύ μικρή για να μη χορταίνει εύκολα.
Όταν ξέμενε,
επιτάχυνε το βήμα, εφτανε στις παρυφές της πόλης,
όρμαγε στα σκουπίδια,
επέστρεφε.
"Όλοι θέλουν ένα τηλέφωνο, μια διεύθυνση υποψήφιων νεκρών.
Άλλοι για όργανα,
άλλοι για καμιά γρήγορη αρπαχτή στη διαθήκη,
άλλοι -οι πιο πολλοί-
να ξελαμπικάρουν:
Μια ζητούμενη ευθανασία
ένας φόνος χωρίς άλλοθι, κόστος, φλυαρίες".
Η αλεπού δεν είναι πονηρό ζώο
θα την έλεγες
ευπροσάρμοστη
ολιγαρκή
κυρίως χωρίς φαντασία
και όνειρα.
Γι' αυτό και η ουρά της είναι φουντωτή, εντυπωσιακή,
περισσότερο από ολόκληρο το ζώο.
Σαν να λέει:
"Από μένα θυμηθείτε
μόνο τη φυγή μου".


ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Εμφανίστηκε μπροστά στο βασιλιά:
"Ελέγχω κάθε τι που σας απειλεί Μεγαλειότατε".
Μετά είχε δουλειά να κάνει,
κατέβηκε στο Πέραμα για μεροκάματο.
Του ήρθε το μεσημέρι
ένα γράμμα για πανευρωπαϊκή συνάντηση.
Με το τρένο πέντε μέρες για Παρίσι¨
έπρεπε να πάει.
μια πιο γενική εικόνα είναι πάντα χρειαζούμενη.
Για γυναίκα είχε κάποια με μια σάρκινη μπάλα για κεφάλι
χωρίς στόμα, μαλλιά, τίποτε.
"Δεν κάνει παιδιά, αλλά δε με νοιάζει.
Είναι τόσο φορτωμένο το πρόγραμμά μου.
Εξ άλλου ακόμη έχω τόσα πολλά παιδιά,
δικά μου".


ΤΟ ΔΙΚΟ ΜΟΥ ΠΑΙΔΙ ΕΙΝΑΙ ΖΟΡΙΚΟ

Η κόρη μου βγαίνει τα βράδια.
Πηγαίνει με πολλούς και την ξεφτιλίζουν.
Επιστρέφει αξιοπρεπής μετά.
Κάποιοι νάνοι είπαν: "καλά που χάσατε"
"Καλά που σας έσφαξαν, καλά που πεινάσατε"
"Καλά που γίνατε πράγμα, καλά που τρελαθήκατε"
"Καλά που τα σπίτια σας έχουν χώμα για πάτωμα"
"Καλά που τα μωρά σας παίζουν με νεκρές κούκλες"
"Καλά που τα έντερά σας έσπασαν απ' το στρίψιμο"
"Καλά που ψόφησαν οι γάτες που σας γδάραν"
"Καλά που νίκησαν οι σάπιοι τούς ανεπαρκείς".
Η κόρη μου δεν τα κάνει αυτά.
Ακόμη και για τον τελευταίο που την πήρε στο δρόμο μαζί
                                                            με δυο κολλητούς του
μου είπε: "Είναι όμως παίδαρος".



ΚΑΠΟΥ ΠΙΟ ΠΕΡΑ

Ποιος να είναι ξύπνιος στο χωριό των μόνων;
Μάλλον τους πήρε ο ύπνος.
Τους πήρε όπως τα τελευταία παιδιά τους τα μικρά
-αγέννητα και γεννημένα-
χρόνια πριν.
Άλλαξαν τις συνήθειες καιρό τώρα:
Ο παπάς, με την εκκλησία ολόκληρη,
τους επισκέπτεται έναν -έναν κάθε Κυριακή.
Η μικρή χαμογελαστή κοπέλα,
δείχνει άφοβα τα κουφάρια των δοντιών της.
Έρώτες πλέκονται συχνά, μα με κουβέντες μόνο.
Κανένα σώμα δε θέλει να χάσει την αυθυπαρξία του.
Ο πιο μικρός πηγαίνει στην πόλη,
να φέρει και να πει σε όλους τα νέα.
Οι πιο πολλοί βέβαια δεν ακούνε τα νέα.
Είναι ο μικρός παραστατικός και γουρλώνει τα μάτια σαν μιλάει
είναι και η ευκαιρία -η μόνη - να βρεθούν όλοι μαζί
οι μόνοι.
Αγαπούν πολύ το φωτογράφο στο χωριό
έτσι που φυλακίζει τη μορφή, ενώ περνούν τα χρόνια.
Πάνε πολλά που ένας γέροντας -νεκρός από τότε-
είχε πει πως τα ζωντανά πλάι στους ανθρώπους
είναι γρουσουζιά.
Δε βλέπεις σκύλο, γάτα, κότα, κατσίκι.
Άλλωστε όλοι τρώνε περίεργες ώρες,
περίεργα πράγματα,
και λίγο...
Μόνοι
Λιπόσαρκοι
Ολιγαρκείς
Λιγότεροι μέρα τη μέρα.
Ήρεμο -θαρρείς ακίνητο - χωριό
σαν φτιαγμένο από άγγελους τρέλας.


(Δρόμοι με ματωμένα γόνατα)