Πρότυπα

Πρότυπα

Έψαχνε να βρει το σπίτι της μα ήταν χαμένο μέσα στο δάσος. Επέστρεφε από το σχολείο και είχε στην πλάτη έναν τεράστιο σάκο γεμάτο με βιβλία...

Τρίτη, 24 Μαρτίου 2015

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ


Εκείνη η γυναίκα, που υποτίθεται πως ήμουν εγώ, προχωρούσε μέσα στα αστικά τοπία, περιπλανιόταν για να 
ανακαλύψει αυτόν που αγαπούσε. Αυτός, που δεν είχε ούτε σχήμα ούτε όνομα και που το πρόσωπό του αποτελούνταν από μικροσκοπικές κουκκίδες, οι οποίες συνέθεταν ένα αμφιλεγόμενο αποτέλεσμα, αυτός κρατούσε στα χέρια του το νήμα του δρόμου. Η άσφαλτος ήταν μια γκρίζα λεπτή κλωστή και κει πάνω έτρεχαν αυτοκίνητα με δυο μονάχα ρόδες, που ισορροπούσαν σα στρογγυλά κέρματα. Η άσφαλτος έμοιαζε με σκοινί ακροβασίας κι αυτός κρατούσε την άκρη του καθώς οι διαβάτες το διέσχιζαν ανυποψίαστοι και κουρασμένοι. Τότε ήταν που μου ήρθε η ιδέα να ξαπλώσω στη μέση αυτής της κλωστής και ν’ αρχίσω να ταλαντεύομαι πάνω –κάτω. Τότε ήταν που ξάπλωσα στη μέση αυτής της κλωστής ανοίγοντας τα χέρια σε σχήμα σταυρού για να ισορροπήσω το θώρακά μου πάνω σ’ αυτή την ίσια γραμμή που τέντωνε όπως τεντώνει το χέρι όταν προσπαθεί να ακουμπήσει κάτι μακρινό. Αυτός που δεν είχε ούτε όνομα ούτε μορφή και που το πρόσωπό του μεταβαλλόταν ολοένα, σα σύννεφο που άλλαζε σχήματα και μεγέθη, άρχισε να τραβάει προς το μέρος του αυτό το λεπτοκαμωμένο σκοινί μέχρι που το μάζεψε όλο στη φούχτα του. Εκεί μέσα ήμουν κι εγώ, ήμουν υποτίθεται εγώ αλλά στην πραγματικότητα ήταν ένα μπερδεμένο κουβάρι, που δε σκεφτόταν τίποτα, που δεν μπορούσε καν να αναλογιστεί πώς κατέληξε εκεί, σ’ αυτή την πανάρχαια φυλακή, σ’ αυτό το πηχτό σκοτάδι.



leonora carrington- queria_ser_pajaro_


(δημοσιευμένο στο frear.gr 16-12-2014)

ΕΛΕΝΗ ΚΟΛΛΙΑ (5)


ΕΠ ' ΑΟΡΙΣΤΟΝ

                         στη Γιολάντα Πέγκλη


Κι όμως ακόμα μας κατοικούν λέξεις
    που γυρεύουν τη σημασία τους
στη σιγή των ίσκιων και σ' εκείνο που όσο ζυγώνει
     ακόμα τόσο απέχει.
Λέξεις απλές
που η ρίζα τους πάει βαθιά
      εκεί που τ' αόριστο ποτέ δεν απέφερε γεύση.

Λέξεις που από καταβολής λόγου ασκούν εξουσία
       αίρουν τη σιωπή
όχι για να κομματιάσουν τη φωνή,
       ούτε για να συντάξουνε το χρόνο,
αλλά για να συνθέσουν εκείνη τη μία,
       την αέναα νεογέννητη,
             που πρόσταξε "Φως!".



ΑΝΑΓΚΑΙΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑ

Στο προσκλητήριο των αριθμών
εγώ θα παρουσιάσω μόνο γράμματα.
Θα ορθώσω το όνομά μου
σε αριθμούς ζυγούς και περιττούς
στον αριθμό δελτίου ταυτότητας
τηλεφώνου, μητρώου, λογαριασμού τραπέζης,
στον αριθμό προτεραιότητας που είναι απόλυτος.

Ο πρώτος αριθμός του λαχείου δε θα 'μαι ποτέ
μα σαν κάποιος που διαρκώς απ' το μηδέν ξεκινάει
μικρές κινήσεις αντίστασης θα αποπειραθώ,
χειρονομίες που ακυρώνουν τις εντολές
που κατάντησαν στρεψοδικία τη ζωή
και πληθύνθηκαν στη γη μεροδούλοι μεροφάγοι υποτελείς.

Κι ας ξέρω, κατά βάθος, ότι
οι αριθμοί δεν παίρνουν εύκολα τα γράμματα.



ΚΑΘΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΣ

     Οι μέρες μου
άγονη γραμμή μαθαίνουν τρόπους εξορίας,
απαγορευτικά για πράγματα καθημερινά και μελλοντικά σχέδια,
βήματα που αποφεύγουν συστηματικά τους ίσιους δρόμους
κι αναβάλλουν διαρκώς δρομολόγια για ό,τι είναι επόμενο.

     Τις νύχτες
άγγελοι γυρίζουν μέσα στον ύπνο μου
άρρωστα παιδιά που ψήνονται στον πυρετό
κι αποζητώ και το άλλο μου χέρι
που άυπνο στήνει μνήμες στον τοίχο,
να το βάλω κι εκείνο μέσα στο όνειρο
για να τραβήξω, να βγάλω επιτέλους,
      τη φτέρνα μου,
να τη θάψω ολομόναχη,
      δίχως το βέλος της,
δάκρυ οριζόντιο να το ξαπλώσω
      δίπλα στα μεγάλα κάθετα όχι.


ΜΟΡΦΟΛΟΓΙΑ

Κουράστηκαν τα λόγια μας και έγειραν
- αιώνες που τα μαστίγωναν οι βοριάδες -
κι η γλώσσα μας ό,τι ήταν να ειπωθεί,

                            το είπε¨

Μέσα σε νεκρική σιωπή μονολογεί η αγωνία.

Έφοδο κάνανε οι συμφορές
- εκείνες που θέλαμε να νομίζουμε νεκρές -
κι έχουνε χαραγμένο στο άγριο φρύδι τους
τη δική τους τελευταία λέξη που εκκρεμεί,

τη λέξη που κι από θάνατο περισσότερο τρομάζει.

Κι εκείνος που έψαχνε στον κόσμο
μια ήσυχη γωνιά ν' αναπαυτεί,
         μαθαίνει τώρα

πόσο τρομακτικά αναπόδραστη επικράτεια
         είναι η στρογγυλή γη.

Γιάννης Στεφανάκις - Προσμονή

 ΜΗ ΤΗΡΟΥΜΕΝΩΝ ΤΩΝ ΑΝΑΛΟΓΙΩΝ

Δεν υπάρχει απόσταση μεγαλύτερη
και πιο δύσβατη διαδρομή
από το χέρι ως το χαρτί.

Βγαίνω να περπατήσω βέβαια,

                     αλλά

δεν υπάρχει δάσος σκοτεινότερο
και πέρασμα πιο στενό
από τα πράγματα ως τ' όνομά τους.


(Από τα πράγματα στο όνομά τους)

Κυριακή, 22 Μαρτίου 2015

ΕΚΤΩΡ ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΣ


Ο ποιητής είναι το υποκείμενο ενός παραληρήματος που εκπορεύεται από την αναντιστοιχία πραγματικότητας και γλώσσας.


Παγιδευμένοι σε γλωσσοστασία δηλώνουμε την πάσα οντότητα με τους όρους του λόγου, συμπεριλαμβάνοντας και τη λαγνεία του μηδενός.


Ο ποιητής που, σε αντίθεση με τον αριστοτελικό μιμητία, δεν φωτογραφίζει, ποιητικολογώντας την όψη του κόσμου ως έχει, αλλά που, με πρώτη ύλη τις λέξεις και με αρχιτέκτονα τη φαντασία του, την αναπλάθει, σίγουρα πορεύεται μες στη μοναξιά του. Είναι γιατί, σε αντίθεση με τον μιμητία, αναλαμβάνει την ευθύνη της "ασεβούς" παρέμβασής του και είναι που παραιτείται από κάθε άλλοθι που μπορεί να επικαλείται ο οποιοσδήποτε, ευλαβούμενος την αμετάλλαχτη τάξη, εξασφαλίζοντας, έναντι της ευλάβειάς του, διαβατήριο έγκριτης υπηκοότητας για όλες τις επικράτειες της κατεστημένης τέχνης.


Εξαρχής γίνεται αναφορά στην ιδεοληψία της "ενότητας". Τόσο σαν φιλοσοφικό όσο και κοσμολογικό όραμα, ομόλογο εκείνου του αριστοτελικού "καθόλου". Η εγκυρότητά του ελέγχεται με κριτήριο το τι αντανακλά αυτό το ζητούμενο: Μιαν αρχέγονη γονιδιακή μνήμη; Μια χαρακτηριστική ιδιότητα της αντίληψης; Ή το άγχος έναντι του αστάθμητου;
Συναντάμε τον διχασμό του εγώ από το υπόλοιπο σύμπαν, αυτή την αξεπέραστη νεύρωση. Η Ποίηση κινείται μέσα σ' αυτή τη νεύρωση, γαλουχείται απ' αυτήν, ζει μέσα της. Η επιστήμη αναζητά τρόπους να την προσπελάσει.


Από τον έναρθρο λόγο που δομείται σε ακουστική κλίμακα, περνάμε μέσω απροσδιόριστου μεταλλάκτη στην εικόνα, που δομείται σε ενορατική κλίμακα. Είναι πολύ σημαντικό να μελετηθεί η φυσιολογία και η λειτουργία αυτού του μεταλλάκτη.


Η Ποίηση εντάσσεται, σαν αντανακλαστικό, στην αδιέξοδη αγωνία του ανθρώπου να συλλάβει την πραγματικότητα διαθλασμένην από την απαράγραπτη παρέμβαση του υποκειμενικού παράγοντα.


Μας σέρνουν πίσω τους οι λέξεις.


Η μελέτη ενός φαινομένου με προϋπόθεση την ιδέα της αυτονόμησής του από την κατάσταση του περιβάλλοντος εντός του οποίου εξελίσσεται και η οποία περιλαμβάνει, ως εκ των ων ουκ άνευ, την παρατήρησή του, είναι μια, είς βάρος της ταυτότητάς του, οντολογική ουτοπία.


Η εικόνα του "Κόσμου" ιδρύεται μέσω του οργάνου που προσφέρεται από την ορθολογισμένη σκέψη μας.
Η εικόνα πλάθεται σαν συγκομιδή των όσων μπορεί να περιμαζέψει αυτό το όργανο από την πλησμονή των ειδών / μορφών, που ποιος ξέρει πόσες και ποιες διαφεύγουν από την ικανότητα, ευαισθησία και εμβέλεια αυτού του ψυχοδιανοητικού μας οργάνου - που λειτουργεί, όπως λειτουργεί με καταξιωμένη εξουσία χάρη στην ανυποψία μας για τις δυνατότητες και την αποτελεσματικότητα ενός πιο τέλειου οργάνου, ικανότερου, ως ευαισθητότερου, στις ακτινοβολίες, δηλαδή πληροφορίες, που διαχέει ο "Κόσμος".


(Βραχέα και μακρά)

Σάββατο, 21 Μαρτίου 2015

ΑΜΑΛΙΑ ΤΣΑΚΝΙΑ (7)


ΠΗΓΕΣ

Οι πηγές μου δεν είναι καθάρια νερά
σας ξεγελούν
τα γελαστα ρυάκια
στα χλωρά τοπία.
Οι πηγές μου κρυμμένες σε βράχους κλειστούς
σε σπηλιές που παγίδεψαν γλάρους
κι αγριοπερίστερα
κι ύστερα η σήψη ταξίδεψε με τα νερά
που δροσίζουν κλεισούρες ανύποπτες
οι πηγές μου χαμένες σε βράχους κλειστούς
από χρόνια παλιά
μολυσμένες.



ΠΑΡΑΔΟΧΗ

Το βέβαιο είναι πως έρχομαι από πολύ μακριά
κι αυτός ο χάρτης καθόλου δεν με διευκολύνει.
Ανάμεσά σας θα μείνω απλός θεατής
χαζεύοντας στα πάρκα τους ήρωες
τους ζωντανούς και τους νεκρούς σας.
Θα μαθητέψω κοντά σας
μα δε θα διακριθώ
αυτή την ωχρή κηλίδα στην όραση
δε σας τη χαρίζω.
Πικρές φιγούρες αλαζονικές
τοπίο πολυεδρικό
απροσπέλαστο
είναι που έρχομαι από πολύ μακριά
κι ακόμα δε σας γνωρίζω.



ΤΟ ΔΟΚΑΝΟ

Δε θα περάσουν από δω οι κυνηγοί
δε θα ξαναπεράσουν
έστησαν τις παγίδες τους και χάθηκαν
ξεχάστηκαν μ' άλλα θηράματα
καινούριους τόπους.
Τώρα μετράς το χρόνο με τις εποχές
τις αποστάσεις με τον ίσκιο κάποιου δέντρου
κι ανασαίνεις
όσο το δόκανο σου επιτρέπει.
Πετάν ψηλά όταν περνάνε τα πουλιά
θα συνηθίσεις με τους τρυποφράχτες
τα μονοπάτια χάθηκαν
απρόσιτες οι ρεματιές
δε θα περάσουν άλλοι κυνηγοί
ούτε διαβάτες.


Η ΠΕΤΡΑ

Μια γκρεμισμένη πόλη
αναστηλώνεται
μέγαρα εκκλησιές μνημεία
θα 'βρουν την όψη την παλιά με τον καιρό.
Μια πέτρα
δεν υπακούει, σε τίποτα δε στέργει
ξεφεύγει από τα χέρια κι ανυψώνεται
προκλητικά σφηνώνεται στον ουρανό.



ΤΑΞΙΔΙ ΜΕ ΤΟ ΤΡΕΝΟ

Είμαι υπεύθυνη για ένα βαγόνι με εύφλεκτες ύλες
σε μια συνήθη αμαξοστοιχία
όπου κανείς δε υποψιάζεται τίποτα.

Φλυαρώ με τους συνταξιδιώτες μου
απολαμβάνω τα τοπία
τα πίνω με τους θερμαστές

και το ταξίδι συνεχίζεται.



ΠΕΡΙΦΡΟΥΡΗΣΗ

Τα παιδιά μου ακούν απόψε παλιά τραγούδια.

Κάτι η ένταση της μουσικής
κάτι τα γέλια
δεν άκουσαν τον πυροβολισμό.

Εγώ ανέλαβα να περιφρουρήσω το σπίτι.
Αυτό το πλήθος των αργόσχολων
πρέπει να διαλυθεί.

Κι εσύ γιατί κυκλοφορείς πάντα τη νύχτα
αφού εδώ και χρόνια έχουν όλα παραγραφεί;

Βήματα εναλλάσσονται μ' άλλα βήματα.
Νιώθω τις πασχαλιές π' ανατριχιάζουν.
Μη θορυβείτε
                         μην πλησιάζετε παρακαλώ
απόψε τα παιδιά μου διασκεδάζουν.




ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

                             ΙΙ

Μια μέρα ο Άγγελος Κυρίου θα 'ρθει σε μια YAMAHA
θα σταθεί εκεί με τα μαύρα γυαλιά το κράνος να φωσφορίζει
                                                                        στον ήλιο
η μηχανή θα μουγκρίζει θα κλειδώσω καλά την εξώπορτα
σαλτάροντας στο πίσω κάθισμα σαν κοριτσάκι,
                                                χωρίς αποσκευές
θα περάσω τα χέρια σφιχτά γύρω στο άτρωτο
                                                      πυρωμένο κορμί
κάτω απ' το πέτσινο σακάκι
κι εκεί θα σε ξεχάσω
                                    σε μια στιγμή
                                                          με το πρώτο
                                                           αγκάλιασμα
για πρώτη και τελευταία φορά
θα σε ξεχάσω.


(Το μπαλκόνι)

Παρασκευή, 20 Μαρτίου 2015

ΕΥΤΥΧΙΑ -ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΛΟΥΚΙΔΟΥ (5)


ΙΝΤΕΡΜΕΔΙΟ


Ας μιλήσουμε, επιτέλους, για τα ασήμαντα.
Για τα κρυμμένα πίσω από μια πράξη
όπως τα ντροπαλά παιδιά
πίσω από μια φούστα

για τις ρουφήχτρες και τα ηλεκρόδια

την άνιση πάλη
και τη μάταιη ανταμοιβή

για την απόσταση.

Πώς μπλέξαμε νυχτιάτικα
σ' αυτή τη διαδήλωση;
Και να πεις ότι είχαμε άφθονο καιρό!

Μονάχα χέρια είχαμε
που απλωμένα έτρεμαν
αναζητώντας χειροπέδες
κι ίσως ένα προαίσθημα
πως το χρεόγραφο
εξάπαντος θα πληρωθεί
και τα κλειδιά
- το πιθανότερο -
δεν θα ταιριάζουνε στην πόρτα.


ΥΠΕΚΦΥΓΗ

Ουδέποτε προσέξατε τόσον καιρό
πως συστηματικά αποφεύγαμε
- και στα κουρεια ακόμα -
τους καθρέφτες
ότι μονίμως λείπαμε
πάντα απ' το ίδιο μάθημα
και με την πλάτη
στον κρύο τοίχο κολλημένη
σφιχτά στην τσέπη μας
το βότσαλο κρατούσαμε.

Μόνο που ο ορίζοντας στενός
και οι λίμνες γύρω ξαφνικά
σε πλήρη ξηρασία
πώς να πληγώσεις το κενό
ποιοι κύκλοι να σχηματιστούν
μες στην ανυπαρξία.

Κι όχι...
δεν είν' νερό αυτό που κυματίζει
μα η κακή απομίμηση
του βουλιαγμένου χρόνου
ή κέδρων αντανάκλαση
μες στη δική σας αυταπάτη.

Κοιτάξτε πιο προσεκτικά.
Δεν έχει λίμνη πουθενά
κι αφήστε πια αυτή την εμμονή
δεν είν' νερό αυτό που κυματίζει.


ΣΥΝΤΑΓΕΣ ΓΙΑ ΑΦΡΑΤΟΥΣ ΕΦΙΑΛΤΕΣ

Ο ύπνος μου καμιά φορά τινάζεται ψηλά.
Μισός να ξεφλουδίζει ραγισμένες προσωπίδες
κι άλλος μισός να τρέχει να κρυφτεί
απ' τους τελωνοφύλακες.

Τον στεναγμό τότε κυκλώνουν νυχτερίδες
κι αυτός
- με σαλεμένα παραμιλητά -
φόβους φοβάται και φοβίζει
και εγκαύματα σταλάζει στα σεντόνια
μέχρι ολοκαυτώματος.

Ίσως αν έλειπαν τα ρούχα απ' την καρέκλα
αν δεν απέφευγα τον φωτογράφο στα γενέθλια
κι αν έστω και για μια φορά δεν έχανα το δρόμο
μπορεί και να μην μπέρδευα
τα λόγια με τα δάκρυα.

Αύριο
θα σκουπίσω όλη την καταχνιά
από το πρόσωπό μου
και άφοβη θα ξανοιχτώ
σε γάργαρο άσπρο γέλιο.

Ούτε στιγμή μην αμφιβάλετε γι' αυτό.
Όχι όμως τώρα.
Αύριο.



... ΚΙ ΕΜΕΙΣ ΧΕΙΡΟΤΕΡΑ


Υπάρχει κάπου ένα τέρμα
που τίποτα εκεί δε λιγοστεύει.
Καμιά αφορμή δε στέκεται ικανή
ν' ανοίξει τα παράθυρα
να μπει ο αέρας ο τρελός
που ανακατώνει τα χαρτιά
και ξέσκεπα αφήνει στη νεροποντή
χρώματα και προσχήματα
μέχρι να ξεθωριάσουν.

Υπάρχει κάπου και γαλήνη
γαλάζια και γυαλιστερή
όπως τα κυριακάτικα λουστρίνια
και οι ποδόγυροι εκεί
ποτέ δεν είναι λασπωμένοι
ούτε τα λόγια στήνουν ενέδρες
σε κανέναν.

Με τέτοια μελιστάλαχτα
και άλλες υποσχέσεις
μη διανοηθείτε άλλη φορά
να νανουρίσετε μικρά παιδιά.



ΣΩΤΗΡΙΕΣ ΦΑΝΤΑΣΙΩΣΕΙΣ

Και μόνο ένας νέος κίνδυνος
ίσως να μας παρηγορήσει.
Μιλω για μια απειλή κανονική
με αρχή, μέση και τέλος
όπως αυτές που διεκδικούν το χρόνο μας
μες στην αδράνεια του απογεύματος.

Νωθροί κι εγωπαθείς οι ριζωμένοι λογισμοί
μιμούνται τότε πειστικά
παλιές, οικείες ερημώσεις
σκηνοθετούν μέλλοντα απρόοπτα, ασαφή
με πρωταγωνιστές
κάτι θνητούς και ταλαιπωρημένους
απ' αυτούς
που μοιράζουν τη συγκίνηση αφειδώς
όταν υποχωρούν αμίλητοι
κύριοι της αμηχανίας τους.

Όμως εκείνο που τους κάνεις
τόσο αξιοθρήνητους και τόσο ερωτικούς
είναι που έχουν επάξια κερδίσει
τον τίτλο του "εντελώς απροετοίμαστου".

Κυκλοφορούν βράδυ πρωί
χωρίς ένα επιχείρημα
τυλιγμένοι ένα παμπάλαιο μυστικό
που κρύβει την ουλή του αναπόφευκτού
- εκ γενετής θαρρείς πως τη φορούν -
ελάχιστα διαφέροντας
απ' τα βαλσαμωμένα σπάνια πουλιά
που ξέρουν λεπτομέρειες φριχτές
για αίθουσες ακροάσεων
ή δικηγορικά γραφεία.

Με τέτοια και μ' εκείνα
σύντομες εκδρομές στο αβάσταχτο
θα επινοεί συνέχεια
η αφανισμένη μας καρδιά
ώσπου να εκτίσει επιτυχώς
τούτη την εξορία.


(Το επιδόρπιο)


Δευτέρα, 16 Μαρτίου 2015

ΔΗΜΗΤΡΑ Χ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ (7)


ΜΕΤΑ ΤΗ ΝΥΧΤΑ


Αν αυτή είναι η πρώτη ώρα της ημέρας
Ας μείνει εκεί με τη δειλία της.
Ας σφιχτεί στο παλτό της ανήσυχη.
Κανείς δεν είναι τόσο ξεκούραστος
Που να μπορεί να την περιμαζέψει.
Αν πάλι είναι μήνας ολόκληρος
Κι έχουνε τόσο αραιώσει τα μαλλιά του,
Αφού μ' έφερε ως εδώ ολομόναχος,
Ας μείνει στην αρρενωπή του θλίψη.
Ό,τι κι αν είναι αυτή η μουρμούρα της ομίχλης,
Ο ουρανός τραντάζεται κόκκινος
Σαν φούρνος που θα ψήσει τον χρόνο μου
Μέσα στ' αδιάκοπα σφυρίγματα της μπόρας.



Η ΑΝΤΟΧΗ ΤΗΣ ΠΑΝΔΩΡΑΣ


Γέλια σαν άτακτα κρίνα
Απ' το θαμπό το τζάμι στα χαρτιά μου
Στάζουν μια μυρωδιά αναχώρησης
Που δεν καταφέρνω να δέσω.
Σκόρπια τ' αφήνω στο μελάνι
Αυτών των αβέβαιων στίχων.

Ο κόσμος χαμογελά μουδιασμένα
Μπροστά στο θέαμα της πληγής.
Φαντάζεται πως θα υπάρξει χρόνος
Ή δεν φαντάζεται τίποτε,
Αγάπησε τ' άνθη του τάφου του.
Κι όλο κάτι απομένει γαμήλιο,
Κάποιο χάχανο, μια βροχή από ρύζι,
Μια γυναίκα σε χηρεία παμπάλαια
Που φρεσκάρει το νερό στο ανθοδοχείο.

Μ΄ έναν καγχασμό σαν βηχάκι
Χτυπούν δώδεκα. Στολίσου, Μάη...
Από τα πρώτα δευτερόλεπτα της γύρης
Όλη η πόλη κατάμονη.


Ο ΚΑΘ' ΥΛΗΝ ΑΡΜΟΔΙΟΣ

Δεν ξέρω αν βγαίνει από ταραγμένο ύπνο
Ή αν πράγματι ξεσπάει κάτι μες στο νου του,
Όμως σηκώνει τα μάτια του πάνω μου
Δικάζοντας τη φυσική μου παρουσία:
Θα έπρεπε να λείπω από δω!

Καλώς. Θα ζήσω μια συναλλαγή
Μέσα σ' ανατιναγμένα τζάμια.
Χαρτιά σφραγίζονται μ' ένα φτυάρι,
Που ρίχνει τα συντρίμμια πιο κάτω,
Σ' ένα πηγάδι ξερό.
Καίει η άμμος που σκεπάζει τα χρήματα.
Του χώνουν ένα μαντήλι στο στόμα,
Και υπογράφει σχεδόν με σουγιά.




ΚΟΥΙΝΤΕΣ

Σβήνει ο ήλιος παραμένοντας
Ο ήρωας του δράματός του.
Παίρνει μαζί του στα βαθιά
Το ρημαγμένο ηθικό του.
Αύριο πάλι θα κρατήσω
Τα παγωμένα χέρια σου.
Θ' ανάβουν πάνω στα βουνά
Σε συστοιχίες οι φλόγες.
Σκηνοθετεί η φύση ως όπερα
Ό,τι εγώ θα σου ψυθίριζα στ' αυτί σου.
Αλλά δεν είναι ο σπαραγμός των φαινομένων
Λόγος να μη μαζεύω ένα ένα
Τα ψίχουλα από αυτό που ακόμη είσαι.



ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΑΝΑΜΟΝΗΣ


Παιδάκια, χαρούμενες έριδες,
Αστραφτερή δορά ενός θηρίου,
Βιβλία, κραυγές ζούγκλας, σοκολάτα
Και μια καρδιά σφιγμένη που γελά
Με τέτοια έξυπνα καμώματα.

Η τηλεόραση υπολογίζει ψύχραιμα.
Όλοι θα προστατευτούν και θα γεράσουν.
Εκπέμπει κάτι απίστευτα γαλάζιο
Σαν από μαυσωλείο μισάνοιχτο,
Όπου μόλις αποτέθηκαν δώρα.



ΣΚΥΛΙΑ ΤΟΥ ΔΡΟΜΟΥ


Άπειρα μίλια μακριά απ' το σπίτι
Ταχτοποιώντας την κλωτσιά όπως όπως
Κοιτάζουν το όργανο της τάξης με τον τρόπο
Εκείνου που δεν έχει ιδέα τι άλλο
Να σκέφτεται γι' αυτόν ο Κύριος,
Και ποιος
Μπορεί
Να Του προτείνει
Τι.



 ΟΙ ΚΑΤΩ


Πέφτουν για ύπνο όπως γλιστράς σ' ένα στόμα.
Ξυπνούν σαν να ' χουν υποστεί κάποια μάσηση.
Πάνω απ' τις στέγες ανατέλλει
Το Δόντι.

Αυτοί εκεί κάτω δεν είναι όμορφοι,
Καθαροί, ευφυείς, πεπαιδευμένοι.
Όλοι αυτοί είναι μονάχα
Θρεπτικοί.


(Το ελάχιστο ψωμί της συνείδησης, εκδ. μελάνι)