Πρότυπα

Πρότυπα

Έψαχνε να βρει το σπίτι της μα ήταν χαμένο μέσα στο δάσος. Επέστρεφε από το σχολείο και είχε στην πλάτη έναν τεράστιο σάκο γεμάτο με βιβλία...

Δευτέρα, 11 Αυγούστου 2014

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΗΛΙΩΤΗΣ (5)


                                Η πιο βαθιά ώρα της Νύχτας

Μεγάλα κομμάτια νύχτας, ατέλειωτα τετράγωνα,
αραιές νυσταγμένες λάμπες

Μέσα εκεί
στην πιο βαθιά ώρα της Νύχτας
στους ίδιους
μα πάντα άγνωστους δρόμους
σηκώθηκε το πεπρωμένο σου, ίσκιος βαρύς

Ίσκιος που βαθαίνει
σ' απόσταση ανάμεσά μας

Ένας σηματοδότης αναβοσβήνει
πράσινο φως, φαίνεται πολύ κοντά σου
σ' αγγίζει

Μεγάλα κομμάτια νύχτας, ατέλειωτα τετράγωνα
αραιές νυσταγμένες λάμπες


                             Κασσάνδρας

Χάθηκα και πάλι μέσα σε στενά
της γειτονιάς που μετακόμισε η αδελφή μου.

Τόσο μικρή απόσταση και να χάνομαι
στ' αυλάκια του μυαλού. είναι τα λόγια
που θέλω να πω μα με τα χρόνια μείνανε
στριμμενες μέσα ρίζες.

Πώς να μιλήσω;
Ακουμπώ το ποτήρι στο τραπέζι
το κοιτώ και με κοιτά αλλήθωρο,
είναι τα λόγια που κάθονται κι επίμονα
στα χείλη μέσα κρύβουμε.

Χάθηκα και πάλι στα στενά.
δεν ξέρω γιατί χάνομαι ούτε γιατί δεν μπορώ
να καθίσω για πολύ στον καναπέ.


                               Θερινό σινεμά

Το θερινό σινεμά κρεμόταν σιωπηλά λευκό
όπως τότε που 'σβηνε χαρούμενο τέλος.
Χορτάριασε το χαλίκι, άπλωσε αθόρυβα
στα πόδια την ξερή πρασιά του,
ξερολίθια. τότε περπατούσαν πάνω τους ποντίκια.

Μπροστά στην οθόνη σταθήκαμε
τότε φεύγαμε γεμάτοι εικόνες
σε θολό δεμένες φόντο.
Μπροστά στην οθόνη σταθήκαμε
όλα κλείδωσαν όταν ήρθε η ώρα τους.
Έφραξαν το στήθος έγνοιες και πνίξανε όνειρα.
Εκδίκηση ψιθύρισα εκδίκηση.

Τα όνειρα ξεσκαλίζονται
σηκώνονται βλαστοί στον τοίχο.


                        Ένα έπιπλο

Σιγά σιγά σβήνει το φως στα μέσα σπίτια.
Δεν έχουμε τίποτα πραγματικό να πούμε.
Μιλάμε λες κι ανοίγουμε ντουλάπια.

Ένα έπιπλο γίνεται με τα χρόνια ο άνθρωπος
που αντιστέκεται μ' όλα του τα ξεσκλίδια.
Και ούτε λόγος να βρεθεί.-
μέχρι το έπιπλο να σπάσει
και να σωρεύονται σωροί σανίδια για σκουπίδια.

Το σώμα που χάσαμε είναι η αφήγηση,
είναι η άρνηση να ρέουν γεγονότα
δίχως σημασία.


                         Ένας μίσχος

Ένας μίσχος απλώνεται η φλέβα στο προφίλ σου.

Ακούμπαγες ανάμεσα σε δυο πικρές στιγμές
λιώσανε τα χνάρια, μείναν πίσω οι δοκιμές,
τέλειωσε η βεβαιότητα να γυρίσεις σ' ό,τι
ήσουν κάποτε. Μόνο άσπρο φως υπάρχει εδώ.
θεσπίζει το ψύχος τη σιωπή, ψάχνει το αίμα
μες στον αυχένα διαφυγή.

Μαράθηκε το δέρμα σου,
ένα μικρό ποτάμι
 κι έναν καθρέφτη μου ζήτησες να φέρω.


(Μια ανάσα δρόμο)

ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΠΛΑΤΑΝΙΑΣ (4)


ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΔΙΑΣΩΣΗΣ ΤΟΥ GEORG TRAKL ΣΤΗΝ ΤΡΟΙΑ

Στη Μεγάλη Βιβλιοθήκη της Τροίας
Οι άνθρωποι διαβάζαν ιστορία

Κυρίως

Τόση πολλή ιστορία
Απελπιστική η έκτασή της

Απ' το Βυζάντιο έως πιο πρόσφατα, Μυκήναι

Όταν κατέφτασε ο Πάτροκλος
Κατευθύνθηκε προς τον τομέα της ποίησης,

Αφήστε με, είπε, ν' αποφυλακίσω τον νεαρό ποιητή

Georg Trakl

Απ' τις σελίδες όπου βρίσκεται
Και σε αντάλλαγμα προτίθεμαι

Να σας δώσω

Τ' αυτοκίνητό μου και αυτόγραφα,

Όχι όχι, είπε η Τρωαδίτισσα υπάλληλος,
Θα τον κρατήσουμε για πάντα έντυπον!

Κατέληξε

Ένα φως απόκοσμο στην οδοντοστοιχία της
Καθώς χαμογελούσε στον έντρομο Πάτροκλο,

Θα τον κρατήσουμε για πάντα έντυπον


Η ΑΝΑΚΡΙΣΗ

Τελικώς, σε τι συνίστατο
Ο Δούρειος Ίππος,

Ρώτησε ο Τρώας αξιωματικός υπηρεσίας
Τον κρατούμενο Οδυσσέα,

Ακριβώς στο ότι πίστεψαν
Πως έγραφα αλληγορίες

Ενώ δεν έλεγα τίποτε άλλο
Από την καθαρή πραγματικότητα

Ο αξιωματικός υπηρεσίας
Το ξανάκουσε τρέμοντας αυτό

Ενώ το αστυνομικό τμήμα
Φαινόταν ακόμα πιο παράξενο

απ'

όσο

ήταν

Πραγματικά.
Δεν είχε κρατητήρια

Πόρτες δεν είχε και παράθυρα ούτε
Κανείς δεν έμπαινε μηδέ και έβγαινε

Δίπλα του κανένα άλλο κτίριο
Μόνον η έρημος

Απαρχής του κόσμου
Υπήρχε μόνον αυτό το κτίσμα

Με τους δυο άνδρες μέσα

σιωπηλούς

ως

επί το πλείστον


ΤΡΩΙΚΟ ΡΕΚΒΙΕΜ

Κατά κανόνα οι Τρώες ήταν νεκροί

Πηγαίναν εκδρομές, ερωτεύονταν,
Εργάζονταν, γελούσαν, έτρωγαν φαγητά,

Συνεπώς ήταν νεκροί

Κι ήταν αλήθεια πως κατά
Τις βαριές τρωικές νύχτες

Οι Τρώες πεθαίναν κατά κοπάδια
Με την αγωνία στα πρόσωπα

Σε θαλάμους νοσοκομείων
Επικαλούμενοι συνήθως

κάποιον

έκπτωτο

θεό

Οι εκλογικεύσεις περί αυτής της

ανωμαλίας

Δεν ήτανε καθόλου σπάνιες



Η ΕΞΟΛΟΘΡΕΥΣΗ

Είναι αλήθεια πως οι Τρώες
Βασανίζονταν από ιδέες έμμονες

όπως

Ότι θα μπορούσαν την αθανασία να
Κερδίσουν μέσω της λογοτεχνίας και

παρομοίων

τέτοιων

δραστηριοτήτων

Ψύχραιμος τότε σηκώθηκε ο Οδυσσεύς
Και έγραψε στον μαυροπίνακα της τάξης:

3.000.000

Τι 'ναι αυτό, του φώναξαν με ανησυχία τρομώδη
Οι υπέργηροι Τρώες από τα μαθητικά θρανία,

"έτη"

Τους απάντησε αδίστακτα

Σαλος στην αίθουσα και πόνος
Η πρώτη παραφροσύνη εισήχθη τότε

στην ανθρωπότητα


(Οι Τρώες)

ΘΕΩΝΗ ΚΟΤΙΝΗ (5)


Η θλίψη σου καμιά φορά
μετά από μια μέρα όμορφη
μια Κυριακή χειμωνιάτικης αιθρίας
όταν επιστρέφεις απόγευμα στο σπίτι
κι είναι το φως τόσο στενό στο υπνοδωμάτιο
Η θλίψη αυτή πάντα παρούσα στο μέρος εκείνο της καρδιάς
το απαρηγόρητο
ακόμα και μέσα στην αγάπη
όπως σήμερα
δροσιά στα φύλλα
ημερωμένα τα κορμιά κάτω απ' τον ήλιο
και πέρα η θάλασσα με τα καράβια
παντού πλατιά και άβατη ομορφιά
μα η ψυχή πόσο παράξ
νιώθεις ν' αμύνεται σιγά σιγά
να σοβαρεύει
Γυρνάς στην πόρτα το κλειδί
και μέσα η άπνοια της σιωπής
όπως την άφησες
καθησυχαστική στην οικειότητα
το νυχτικό στο κρεβάτι
τα πλυμένα ποτήρια
φωτογραφίες επετείων
να συντάσσουν νωθρά το παρελθόν σου
Είναι η ώρα που το σκοτάδι ριζώνει στο τζάμι
και η πόλη συμπαγής στο παράθυρο
ακινητεί σε πλήρες μέταλλο
Είναι η ώρα που νιώθεις αναίτια να πάσχεις
πάσχεις για νόημα ξαφνικά
μέσα σε τούτο το βουβό ξεθυμασμένο κίνδυνο της νύχτας
που επιμένει
κι όλα τα κάνει πάλι αβέβαια
και σένα ξένη
ξένη και μάταιη πολύ
σαν τη ζωή σου

                            
                                      *

Χρόνια πολλά σκυμμένος μέσα σου
έκανες λάσπη το νερό και το σκοτάδι πόσιμο
Αδιάφορος πάνω ο ουρανός
διαλέγει απόσταση
κι εσύ όπως κι εγώ μες στον πηλό
ψάχνεις το σχήμα σου σε δυο σταγόνες ύπνου
Ψάχνεις μες στον καθρέφτη για πνιγμένους φίλους
ή έστω πρωινή δροσιά
να στάξει στρογγυλό νερό στα χέρια
να νίψεις το πρόσωπο
από το ιδρωμένο ράγισμα της φλέβας στους κροτάφους
να απαλύνεις το φως
πριν φτάσει στα μάτια
οξύ
τεθλασμένο
ν' ακονίσει το φόβο σου

 (Αθώα τη νύχτα)


Ο καπνός γεμίζει το στήθος μου
κι εκπνέει
επίμονη σκέψη
αποταμιευμένη σε κίτρινο νύχι
ανεβαίνει αργά στο ταβάνι
ύλη ενός χρόνου τοξικού
έρπει παντού στο δωμάτιο
αμβλύς
σαν τύψη που ξεθύμανε πια
Κρατώ στα δάχτυλά μου το τσιγάρο
παράγω μια θαλπωρή δέκα λεπτών
μέχρι τη στάχτη
Στα ρούχα στα μαλλιά
η τέφρα ενός πυροτεχνήματος
που επιχειρεί
ίσως κάποια συμφιλίωση
Μετρώ τ' αποτσίγαρα στο τασάκι
αποσιωπήσεις μιας ακόμα απόπειρας
να βραδύνω το μέλλον
Καπνίζω όπως πατάς τη σκανδάλη
ελπίζοντας πως αν όχι σ' αυτό
τότε στο επόμενο τσιγάρο
θα σημαδέψω μια ολόκληρη λύπη
βαθιά στον πνεύμονα
και δε θ' αστοχήσω


ΑΥΤΟΧΕΙΡΙΑ

Επιτέλους έφτασες στην αποτυχία
Τώρα μπορείς να αφεθείς
στην ευκολία της ήττας σου
Και τι αδέξιοι χειρισμοί
και πόση νοθευμένη συγκυρία χρειάστηκαν
για να σκηνοθετήσεις στην εντέλεια
την πτώση σου
'Εμαθες πια την υπέρτατη θλίψη της απιστίας
κανένα πείσμα πλέον ή αφέλεια
για να σε παραδώσουν στην ελπίδα
Μένεις μακάρια αδρανής
ταγμένος στην αδιαφορία
Ξοδεύεις το στήθος σου σε λάθος άρνηση
ζητώντας μόνο να ξεφύγεις
απ' όλα εκείνα που ζητούν
να σε τοποθετήσουν στη ζωή σου
να μη χρειαστεί να συντάξεις και πάλι το νόημα
να μην κληθείς
να αρθρώσεις ξανά την αγάπη

                                       *

Αποτύχαμε και πάλι απόψε
όλη η παλιά παρέα μαζεμένη
επαναλάβαμε την τρέχουσα κοινοτοπία
της επιβίωσης
σχέδια αποπερατώσεως του μέλλοντος
συμβάντα βίου
Μα σα να μην ήμαστε ακριβώς εμείς
σαν να μην ήμαστε ακριβώς μαζί
παρ' όλη την κατακτημένη οικειότητα
που γίνεται κι αυτή με τον καιρό
ένας ακόμα τρόπος να μη βλέπεις τον άλλο
Βάζεις μπροστά τα τεχνάσματα της συννενόησης
για να μην καταλάβουν
τον εντελώς καινούργιο τρόπο που πονάς
Γύρω μας εκκρεμούσε μια μεγάλη εκμυστήρευση
που δεν την κάναμε
όχι από ντροπή μα από απλή συγκατάθεση
σε όλα όσα ποτέ δε συμβαίνουν
Μείναμε ωστόσο επίκαιροι
ευφραδείς
αποφεύγοντας να μπούμε στο θέμα
άλλωστε το θέμα είχε διαρρεύσει εκτός μας
διαπαντός
Φύγαμε στο τέλος μόνοι ο καθένας
κάπως σαν θυμωμένοι ή μνησίκακοι
κι ας είναι οι άνθρωποι αυτοί
οι πιο καλοί μας φίλοι
δεν θα τους συγχωρέσουμε εύκολα
που δεν μας περιέχει η αλλαγή τους
δεν θα παραδεχτούμε πρώτοι εμείς
ότι γυρίζουμε στο σπίτι
με ανακούφιση
που διεκπεραιώσαμε κι απόψε
την αγάπη

(Ανίδεοι πάλι)