Πρότυπα

Πρότυπα

Έψαχνε να βρει το σπίτι της μα ήταν χαμένο μέσα στο δάσος. Επέστρεφε από το σχολείο και είχε στην πλάτη έναν τεράστιο σάκο γεμάτο με βιβλία...

Τετάρτη, 11 Ιουνίου 2014

ΕΙΡΗΝΗ ΣΥΝΟΔΙΝΟΥ -ανέκδοτα ποιήματα


                              Η αρχή μου

Ήταν ήσυχα όσο και μέσα. ο κόσμος παρέμενε αόρατος και άχρονος.

ώσπου τους είδα και το κατάλαβα: είχα γεννηθεί.
τα κεφάλια τους έσμιγαν από πάνω μου και είδα πρώτη φορά το σπίτι.
το ταβάνι είχε μια καταπακτή. εκείνοι με κοιτούσαν σα να ήμουν η πρώτη τηλεόραση.
τότε είδα πρώτη φορά την αγάπη. πύκνωνε αθόρυβα στο σημείο που συναντιούνταν δύο ειδών μπούκλες.
έσταξε πάνω στα μάτια μου. θόλωσε την όραση και με κοίμισε.

τα όνειρα του ύπνου των βρεφών είναι μπλε και συμβαίνουν στο νερό.
το σώμα τους εκεί είναι εύκρατο, μόνο και απρόσβλητο.
τίποτα δεν προοικονομεί τη συντριβή που έρχεται.


                                       Οδηγίες

αν πηγαίνουμε ο δρόμος περνά από τα χείλη μου εκεί περιμένουν τα ενδεχόμενα
έχεις δάχτυλα μπορείς να χαϊδέψεις να φιμώσεις να τρυπώσεις έχεις αυτιά ν' αφουγκραστείς να ριγήσεις
μάτια να πιστέψεις έχεις βλέφαρα μπορείς ν' αφανίσεις
έχεις βέβαια και στόμα μα μην αναστενάξεις προς θεού μην ξεφυσήξεις μίλησε φίλησε σώπαινε



                                      *

Τα περίμενα τα ρόδια. Τα ήθελα.
Όταν βγήκαν στη λαϊκή ετοιμάστηκα με λαχτάρα και ανηφόρισα προσεκτική.

Τα ρόδια ξέρουν να με εξαπατούν. Η επιτυχία τους οφείλεται στη συντομία της εμφάνισής τους και στην εμφάνισή τους καθαυτή. Πανέμορφα και φευγαλέα, μου λείπουν ήδη πριν καν περάσει η εποχή τους. Και μετά όταν φεύγουν...πώς να το πω, είναι που δεν έχω καταφέρει ακόμα να ταιριάξω την απαντοχή με την επιφύλαξη. Μόλις πέρσι είχαμε το τελευταίο περιστατικό. Είχα πάρει κι εκείνο το πολύ χρωματιστό παλτό, κι όσα κι αν έσπαγα, όσο κι αν σκουπιζόμουν αδέξια πάνω του,το αίμα των ροδιών δε φαινόταν, μόνο τα μάτια άστραφταν και τα χείλη ζητούσαν κι εγώ νόμισα. Πολλά νόμισα και τον τάισα τα ρόδια στο στόμα στη μέση της πλατείας, μας έβλεπαν τα περιστέρια και οι άνθρωποι και τρόμαζαν.

Φέτος μόλις τα είδα πισωπάτησα. Δεν είχαν τιμή,. Προχώρησα χωρίς να τους ρίξω δεύτερο βλέμμα. Λίγο παραπάνω τα συνάντησα ξανά, ωραιότατα, άλλα πιο κίτρινα, άλλα πιο ροζ, με κοτσάνι ή χωρίς, μικρά και λίγο πιο μεγάλα, με ρυτίδες, με κρατήρες, λεία, σκληρά ή αβρότερα. Ε, τα χάιδεψα. Κι όπως άρχισα να τα διαλέγω άκουσα ψιθύρους και διέγνωσα ανησυχία. Ρωτούσαν: του αρέσουμε του νέου σου αγαπημένου; Ωχ ρε ρόδια, πού να ξέρω, απάντησα εγώ και βιάστηκα να τα φιμώσω στη σακούλα.

Κι ενώ συνήθως στόλιζα το σπίτι με τα ρόδια μου, μια τριάδα στο τραπέζι, σειρές στα ράφια των βιβλιοθηκών, φέτος τα χώρισα το ένα απ' τ' άλλο και τα 'κρυψα σε συρτάρια και σκοτεινά σημεία της κουζίνας. Να μην πιάνουν ψιλή κουβέντα για τους νέους, μικρούς μου πόνους, να μην τα βλέπω και θυμάμαι τους παλιούς. Τα σπάω φορώντας ωτασπίδες, τα καθαρίζω άγαρμπα και τα τρώω βιαστικά με μεγάλο κουτάλι. Στεναχωριέμαι μετά, γιατί δεν είναι σωστό να σπαταλάς έτσι τη μουσική που εκλύει ένα ρόδι όταν καθαρίζεται κι ούτε είναι εντάξει να χάνεις τα μυστικά που σου λένε τα σποράκια όταν τα βάζεις στο στόμα σου ένα ένα.

Κάθε που έρχεται η εποχή των ροδιών, το κατάλαβα επιτέλους, αναστοχάζομαι πώς αγαπήθηκα τη χρονιά που πέρασε και φέρομαι στα ρόδια μου αναλόγως.


                                       
                                               Σονέτο για μένα

Κουράστηκα πολύ να περιμένω
για την ενηλικίωση της λύπης.
Σαν έφηβο μωρό και πεισμωμένο
να πίνω τα στυφά μητέρας κρύπτης.

Δε θέλω για τους άλλους να μιλήσω.
Πρώτα τον εαυτό να επινοήσω
ταυτότητα να βρω και να στεγάσω
τ' ανέστιο εγώ, μήπως ξεχάσω

τους παιδικούς μου πόνους και τα πάθη
των μεγάλων τα λάθη και τη στάχτη
που τη ζωή μου σκέπασε με βάρος

τόσο που δε μπορώ να τη σηκώσω.
Είναι καιρός λοιπόν να μεγαλώσω.
Ένα σονέτο γράφω, να βρω θάρρος.


                                   
                                                   Κανόνας

Άκου, δε θέλω πια. Τα μαχαίρια δεν είναι για ν' ακονίζουν τον πόνο σου, να τον μπήγεις εκεί που σου φαίνομαι τρυφερότερη. Δες, κανένα ψαλίδι. Με τα δάχτυλα σχίζω τη δροσιά των φύλλων μου.


                                       

ΜΑΞΙΜΟΣ ΤΡΕΚΛΙΔΗΣ -ανέκδοτα ποιήματα


             Ροδογύνη

Ω, πώς αγάπησες τον κερασφόρο
   στο ταπεινό, το ειρωνικό νησί
σώπασες μπρος στον αγγελιοφόρο
   αφού μονάχα η νύχτα δε μισεί.

Ω Ροδογύνη, μ' αίμα μαυροφόρο,
    θύμιζε η αγάπη περισσή
το κέρατο χρυσό και ανθοφόρο,
     εσταύρωσε ακέραιο το νησί.

Ωσάν περνά κανείς απ' τη γαλήνη
     αναπαυμένος μες στη σιγουριά
σφιχτά το έλεος, δεν το αφήνει
      κι ούτε στοχάζεται την πονηριά.

Ω Ροδογύνη, ανάσαινε βαριά,
      το κριάρι στα μάτια σου κλίνει.



   Μια μπαλάντα για όσους είναι μόνοι

Όσοι ένα θαύμα περιμένουν
θαμπώνουν κάπως λυπηρά
τάχα την έλλειψη μαθαίνουν
από τη δύσκολη πλευρά.
Βλέπουν τους άλλους πνιγηρά
και λίγο χάδι τους ζητούνε.
Ω, πόσο τα πάντα οδυνηρά
βλέπουν οι μόνοι και σιωπούνε.

Μονο τα χαίρε τους ζεσταίνουν
αρκεί να είναι σιωπηρά
μες στη θαμπάδα ομορφαίνουν
τα χείλη που  'ναι πορφυρά.
Τα βήματά τους τολμηρά
ακόμη κι αν δεν προσπαθούνε.
Ω, πόσο τα πάντα οδυνηρά
βλέπουν οι μόνοι και σιωπούνε.

Κι όμως ποτέ τους δε μικραίνουν
μένουν ακέραιοι στα σκληρά,
όσο κι αν πάντοτε πηγαίνουν
προς την αντίθετη μεριά.
Τις νύχτες ανάβουνε κεριά
και βάζουνε Σοπέν ν' ακούνε
ω, πόσο τα πάντα οδυνηρά
βλέπουν οι μόνοι και σιωπούνε.

Και μόνο μια -τάχα- μαχαιριά
μες στην καρδιά αναζητούνε,
ω, πώς τρεμοπαίζουν τα κεριά
βλέπουν οι μόνοι και σιωπούνε.








Κυριακή, 8 Ιουνίου 2014

ΤΗΝ ΕΙΔΑ ΝΑ ΠΕΘΑΙΝΕΙ


                                                                                               " Την είδα να πεθαίνει πολλές φορές,
                                                                                                  κάποτε κλαίγοντας στην αγκαλιά μου
                                                                                                  κάποτε στην αγκαλιά ενός ξένου
                                                                                                  κάποτε μόνη της, γυμνή" 
                                                                                                   (Γ. Σεφέρης)



Την είδα να πεθαίνει πολλές φορές.

Πότε το βλέμμα χαμηλώνοντας σ' ότι μεγάλωνε
κι έπαιρνε διαμιάς σχήμα κλειστό κι ο ήλιος
φέγγοντας σ' ό,τι παρηγορούσε το σκοτάδι,
πότε στα δάχτυλα που συγκρατούσαν τόση
ένταση, βουβά περιφραγμένη στο λαιμό, σαν
κύκνειο ερωτηματικό, σ' αβέβαια χέρια τρέμοντας
με την κρυφή ελπίδα του πνιγμού, νύχτα ακόμα
μια φορά συνάντησέ με.

Κι ό,τι πιο πριν και εξηγήσεις που εκκρεμούν
κι άναρθρα λόγια,
και να οι μνήμες στις αρθρώσεις τρίζουν λέγοντας
ανοίγοντας τον ήχο τις κλωστές τους λύνοντας μόνο
τριγμούς στα δάχτυλα κρατώντας.

Την είδα να πεθαίνει, πιανόταν
από κείνο το χαμόγελο και έπεφτε
αποβραδίς και σύννεφο χαράσσοντας
τα μάγουλά της
και την αγνάντευαν καθώς περίμενε
και μάντευαν το θάνατο που προμηνούσε
καθώς τα μάτια, οι παλμοί, καθώς τα
                              χέρια γύριζαν
απ' την αρχή να συγκρατήσουν
λαιμό, ερωτηματικό και την πυκνή
                            πυκνή ερημιά μου.

Την είδα να πεθαίνει σε σημειωματάρια
πάνω σε αιχμηρές υπογραμμίσεις
για την ώρα, τη μέρα και τον τόπο
μέσα σε κύκλους υπενθύμισης που
σφράγιζαν τον ορισμένο τρόπο
-έναν μονάχα τρόπο-
με τόξα σημαδεύοντας το πιο αδύναμο
κι αδύνατο να γίνει, απ' τις ευθείες
γραμμές που ξάπλωνε το ταραχώδες λεκτικό
φορτίο της, ασήκωτο μέρα τη μέρα.

Και νύχτα φρόντιζε να την ξεχνούν και να μην έχει πρόσωπο
και νύχτα να τη ραίνουν με φωνές αγαπημένες
νύχτα φερτή, δετή, πάνω σε κλίμακα
αριθμημένη από το ένα και γυρνώντας
                      στο μηδέν πάλι και πάλι.

Και να, χλωμή ξανά απ' το πρώτο άγγιγμα
και να, νεκρή ξανά, απ' το πρώτο φίλημα.