Πρότυπα

Πρότυπα

Έψαχνε να βρει το σπίτι της μα ήταν χαμένο μέσα στο δάσος. Επέστρεφε από το σχολείο και είχε στην πλάτη έναν τεράστιο σάκο γεμάτο με βιβλία...

Παρασκευή, 30 Μαΐου 2014

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΤΙΛΗΣ (8)


                    Τη Νύχτα

Τη Νύχτα έφτασα στη θάλασσα.

Ήταν βουβή και πάνω της τ' αστέρια.
τ' αμέτρητα κι ολόλαμπρα επίθετά της.



                 Τα δεκανίκια

Θα μπορέσω, έλεγε, θα μπορέσω!
Στα δόντια του κρατούσε τ' όνομά της.
Αν το κατάπινε θα πέθαινε
αν το 'χανε θα γκρεμιζόταν.
Θα μπορέσω έλεγε
Θα μπορέσω:
Σ' όλο τον κόσμο αντηχούσανε
τα δεκανίκια του.


          Απομνημονεύματα επιβάτου 

                         ΙΙ

Από τ' ανοιχτό παράθυρο
κερματισμένος κοίταζα
τις αποστάσεις
να φεύγουνε σε γρήγορα τετράγωνα.
Τα στοιβαγμένα σφυρίζανε
στο σελοφάν.
Κάποιοι μασούσαν
γκρεμισμένοι στις εφημερίδες.
Μόνο η υπανάπτυκτη ψυχή μου τραγουδούσε
ασπρόμαυρη
μέσα στο σάλο της πολυχρωμίας.

Δεν έβλεπα άλλον μονοσάνδαλο επιβάτη
σε τούτο το κινούμενο πραιτώριο.


                      Ο τοίχος

Πράσινο φύλλωμα ο νους μας που στερεύει
το φως της μέρας κοντακιά στην ωμοπλάτη
τη νύχτα ο τοίχος σα στουπόχαρτο που πίνει
 την υστερία προδομένης κόρης
το γδούπο του κορμιού που παραδίδει.

Χρόνε με τα σφυριά
τ' αμόνια σου και τα δρεπάνια
σε ποια στιγμή τον τοίχο τούτο
θα θερίσεις;


Kandinsky. Black Violet

                 Φυσικοί γάμοι

Κάποτε θα παντρευτώ ένα ζώο
μιαν εύπλαστη κοίτη να κυλώ τα νερά μου-
η μια θήκη να αποθέσει ο σπρώχνων
το μυστικό του της Δημιουργίας.
Δε με αφορά! Οι προϋποθέσεις της Δημιουργίας
παραμένουν για μένα ακατανόητες.
Η ετερογενία των σκοπών
θα ικανοποιούσε έναν μη -αχάριστο πλάστη.
Εμένα, ένα συγκεκριμένο δημιούργημα,
με ικανοποιεί να αθροίζω σε ένα μόνο κορμί
τα σκοτεινά περιστατικά
μιας τυπικής μέρας της Δημιουργίας.



                        Χόμο

Είναι ο λογικός άνθρωπος που περιμένει στη στάση
ο Χόμο Σάπιενς που περιμένει ένα επείγον τηλεγράφημα.
Σου 'ρχεται Χόμο η κλήση απ' τον ουρανό
      με χελιδόνι ή με περιστέρι
      με του αρχάγγελου το χέρι.



              Θεός αναίτιο ξυπνητήρι

Αντηχείς, κύριε, αναίτιο ξυπνητήρι
στην ατέλειωτη νύχτα του σώματός μου.
Έλεγα πως θα ζήσω για πάντα το σκοτάδι
    της πέτρας
τον ύπνο του πουλιού που ολοένα ταξιδεύει
καθώς το νεύρο του νερού μέσα στο βράχο.

Η νύχτα η θάλασσα ο άνεμος η άμμος
οι σιωπηλές σφαίρες στα βρόχια των
   γαλαξιών.
Όλη η φύση πετά με τον αυτόματο πιλότο.
Και μόνο εμάς συντρίβουν τα σφυριά του
     λόγου σου.


                  Το δέντρο

Είμαι ο άνθρωπος
που βρέθηκε νεκρός στο δέντρο.
Προσπάθησα απελπισμένα να πετάξω.
Προσπάθησα τουλάχιστον να κατεβώ.
Απεγνωσμένα ζήτησα να κ α ρ π ω θ ώ.

Έπεσα κι έσπασα το πνεύμα μου.

Δεν ήμουν ακριβώς πουλί.
Δεν ήμουν άνθρωπος εκ γενετής.
Ήμουν για πάντα
αυτός που βρέθηκε νεκρός στο δέντρο.


(Υπέρ των καρπών)

Δευτέρα, 19 Μαΐου 2014

ΓΙΟΛΑΝΤΑ ΠΕΓΚΛΗ: ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΗΡΩΙΣΜΟΥΣ ΤΗΣ ΚΑΘΕ ΜΕΡΑΣ


Μέρα πρώτη: Ο γείτονάς μου, μου λέει καλημέρα.
Του προσφέρω μερικές λέξεις κρατώντας το περιεχόμενό τους
για τον εαυτό μου. Ουσιαστικά δεν του απαντώ ενώ εκείνος με
παίρνει για ένα ευγενικό κορίτσι με το διασκεδαστικό κουσούρι
της αναπνοής. Κάτι που όλο το χάνω κι όλο το ξαναβρίσκω.

Μέρα δεύτερη: Ο γείτονάς μου, μου λέει πως κάνει ωραίο καιρό.
Ξαπλώνομαι καταγής πεθαμένη ή επιληπτική, οπωσδήποτε
εμποδίζοντας την είσοδο σπουδαίου κτηρίου, ας πούμε
σιδηροδρομικού σταθμού, γιατί όλοι βιάζονται να περάσουν
από πάνω μου αποστρέφοντας το πρόσωπο με αηδία.

Μέρα τρίτη: Ο γείτονάς μου με ρωτάει για την υγεία μου.
Αδιαφανές για το κεφάλι, βαθύ μπλε όπου πόνος -βουλιάζω.
Ακολουθεί το κολύμπι, η κράμπα, επιγραμματικά σανίδα με
πίσσα στο νερό, προς τη σωτηρία η ημιτελής εκείνη χειρονομία
και, εφόσον τα ρούχα πλέουν πάνω μου ξένα, καταχωνιάζομαι
στην αριστερή μου χούφτα, περνώ μπροστά του ινκόγνιτο.

Μέρα τέταρτη: Ο γείτονάς μου μου ανακοινώνει ότι
γιορτάζει η ενορία μου.
Αρθρώσεις; Αυτός ο κρότος από ροκάνα. Λέω θέλω
να κοιμηθώ και η γη πετάει τρίγωνα γυαλιά ένα μπόι
με τα δημητριακά. Περπατώ στα νύχια γίνονται οι
λογισμοί μου σανιδένιο πάτωμα, τρίζει. Με δυο λόγια,
περισσότερο κρόταφος πουλί που παραφρονεί παρά
στις ρούγες να διαπληκτίζομαι με το χώμα.

Μέρα πέμπτη: Ο γείτονάς μου δηλώνει σεβασμό στην
ελευθερία μου.
Υποκύπτω στην απόλαυση να μειδιάσω μολονότι
ασάλευτη επί τόσα χρόνια ώστε με θάβουν ζωντανή.

Τα πραγματικά περιστατικά τώρα: Ισόβια αιχμάλωτή μου
σε τόπους παγίδες που γι' ασφάλειά μου αγνοώ.

Μέρα έκτη: Ο γείτονάς μου εγκρίνει τον λόξιγκά μου.
Πείσμα στο πείσμα, στην απελπισία του παίκτη που χάνει
θα δοθώ ή και θα σφυρίξω ν' ανοίξουν τα φτερά τους τα
παγόνια, γιατί όχι; Επανέρχομαι με λύσσα, περισσότερο
κρίση, κρίσεις αλλεπάλληλες που καταλήγουν στη
συνηθισμένη όψη μου. Μάτια κρύα προσηλωμένα
(όπως του γλάρου) σε υποθετική αιθρία, σύνολο να έχει
πιαστεί στο θάμνο η προβιά μου κι ούτε πίσω ούτε μπρος.

Μέρα έβδομη: Ο γείτονάς μου αποδοκιμάζει τη στάση μου.
Βαδίζω ανισόπεδη, προπαντός μεταδοτική. Διαδίδω πως έστω
και για τις μέσα τούμπες χρειάζομαι άπλα, χρειάζομαι την παρηγοριά
να παίρνω κατά διαλείμματα σιτηρέσιο απ' την ψυχή μου, χρειάζομαι
την πιο παράξενη δικαιοσύνη.

Μέρα όγδοη: Ο γείτονάς μου απαιτεί μερτικό επί του αθροίσματός μου.
Σε συνάρτηση με το μαύρο ανοίγω το κουτί με τη ζάχαρη που
φυλάχτηκαν οι πολλές χρυσόμυγές μου για την περίσταση, είμαι
ελεύθερη. Κατά των δημοσίων αμίαντο, κουβαλώντας την
πολυκατοικία στην πλάτη τρέχω ν' ανοίξω, είμαι παγιδευμένη.
Ο ύπνος να με παίρνει εκεί που ξεχνώ εκεί που θυμάμαι και
κλαίω, ο ύπνος στόμα ξεδοντιασμένο να μου γελάει κατάμουτρα,
ο ύπνος ρούχο μπαμπακερό αλλ' απ' τη μέσα μεριά σεντούκι.

Μέρα ένατη: Ο γείτονάς μου καμώνεται πως έχει πονόδοντο,
σωπαίνει.
Φυσικά καίγομαι βεγγαλικό σε κάθε τοπικό πανηγύρι.

Επιπλέον! Επιπλέον!
Φάση άλφα, επαγρυπνώ. Φάση βήτα, ασχολούμαι τάχα με
τα γραμματόσημά μου. Φάση γάμμα, εξουδετερώνω το
διαχωριστικό με δαγκωματιές. Φάση δέλτα, αναποδογυρίζομαι
πέφτουν τα προσχήματα. Φάση έψιλον, καλύπτω τη συμπλοκή
μου με το άδειο οργανώνοντας μια μουσειακή έκθεση ονείρων.
Φάση σίγμα ταυ, ναι κρυμμένη, αλλά στο πιο φανερό μέρος.
Φάση τελευταία. Λέω καλημέρα στο γείτονά μου, παρατηρώ πως
κάνει ωραίο καιρό, τον ρωτώ για την υγεία του, του ανακοινώνω
ότι γιορτάζει η ενορία του, δηλώνω σεβασμό στην ελευθερία του,
εγκρίνω τον λόξιγκά του, αποδοκιμάζω τη στάση του, απαιτώ
μερτικό επί του αθροίσματός του, μ ε τ α κ ο μ ί ζ ω.
(Όχι ακριβώς μια καινούργια ζωή. Μια τυπική απολύμανση χώρων).

Μέρα πρώτη: Ο γείτονάς μου μου λέει καλημέρα.
Του προσφέρω μερικές λέξεις κρατώντας το περιεχόμενό τους
και λοιπά και λοιπά.


(Μην πατάτε τη χλόη)

Vassily Kandinsky

Κυριακή, 18 Μαΐου 2014

BORIS VIAN (3)


             ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΠΕΡΑΣΜΑ

Της αθανασίας το κατώφλι
Είναι ψηλό, από πέτρα, όλο φυτά
Ούτε που παίρνεις είδηση πως το περνάς
Από την άλλη όμως πλευρά
Πουλιά χωρίς φτερά χωρίς νερά
Βγάζουν κραυγές που σε σπαράζουν...



           ΘΑ 'ΤΑΝ ΕΔΩ, ΕΤΣΙ ΒΑΡΙΑ

Θα 'ταν εδώ, έτσι βαριά
Με μια κοιλιά από σίδερο
Και μπρούντζινα τιμόνια
Με τους σωλήνες της
Όλο νερό και πυρετό
Θα 'τρεχε πάνω στις γραμμές
Σα θάνατος στον πόλεμο
Σαν ίσκιος μες στα μάτια
Θα 'χε χρειαστεί τόση δουλειά
Τόσο λεπτό λιμάρισμα
Κόπους, θυμούς και οδύνες
Τόσο καιρό
Σχέδια σωρό
Και θέληση
Πληγές και αλαζονεία
Ξεριζωμένο μέταλλο
Που στη φωτιά μαρτύρησε
Διπλώθηκε, ζυμώθηκε
Πήρε μορφή ονείρου
Κι ακόμα ιδρώτα γενεών
Σε τούτο το κλουβί
Χιλιάδες χρόνια αναμονής
Αν έμενε
Ένα πουλί
Και μια ατμομηχανή
Κι εγώ μόνος στην έρημο
Με το πουλί κι αυτή τη μηχανή
Κι αν μου 'λεγαν πως πρέπει να διαλέξω
Τι θα 'κανα, τι θα 'κανα
Θα 'χε ένα ράμφος σουβλερό
Κουμπιά για μάτια
Μια τροφαντή μικρή κοιλιά
Στο χέρι θα το κράταγα
Και γρήγορα η καρδιά του θα χτυπούσε...
Τριγύρω θα παιζόταν
Του κόσμου η συντέλεια
Σε διακόσα δώδεκα επεισόδια
Θα 'χε φτερούγες γκριζωπές
Λίγη σκουριά στο στήθος
Θα 'ταν στεγνά τα πόδια του
Λιγνά σα βελονίτσες
Λοιπόν, τι αποφασίσατε
Γιατί τα πάντα θα χαθούν
Ωστόσο σας αφήνουμε
-Λόγω του έντιμου βίου σας-
Ένα όποιο θέτε, είδος να κρατήσετε
-Τη μηχανή ή το πουλί-
Όλα να ξαναγεννηθούν μ' αυτό
Όλα ετούτα τα χαμένα μυστικά
Όλη η χαμένη γνώση
Αν έλεγα τη μηχανή
Μα τα φτερά του είναι τόσο λεπτά
Και γρήγορα η καρδούλα του χτυπάει
Που το πουλί στο τέλος θα κρατούσα.


klee, landscape with yellow birds

                 ΕΡΗΜΟΝΗΣΙ

Τα σημερνά παιδιά
Εκεί στα δεκαπέντε -είκοσι χρόνια τους
Είναι θλιμμένα και σιωπηλά
Φοβούνται τους διεστραμμένους γέρους
Πλήττουν στις καφετέριες
Τίποτα δεν τους κάνει εντύπωση
Και όταν τους μιλάς σιγά
Είναι ακόμα φοβισμένα στην αρχή
Κατόπι λίγο -λίγο ξεθαρρεύουν
Παίρνουν κουράγιο κάτι ν' απαντήσουνε
Τ' αγόρια θα σας πουν
Δεν έχουμε δουλειά
Κι ούτε μπορούμε να δεχτούμε
Να πιάσουμε δουλειά μονάχα για να τρώμε
Μετά θα ρθει ο πόλεμος
Και είναι δύσκολο πολύ να περιμένεις
Τα δέντρα είναι πράσινα με μάτια τρυφερά
Ο ήλιος είν' εκεί και σε πενήντα χρόνια
Θα 'χει σκληρύνει τόσο πια το δέρμα μας
Που δε θα το περνάει
Και ποιος ο λόγος ποιος ο λόγος
Γέροι -να μην πω παράλυτοι-
Δε θα υπάρχει πια για μας καμιά χαρά
Και τα κορίτσια
Δεν αγαπούν τους άντρες
Ένας άντρας μπορεί να πληγώσει
Μπορεί ν' αγοράσει, να βρωμίσει, να κάνει ένα παιδί
Πρέπει να δουλέψουν, είναι τόσο όμορφα
Θ' αφανιστούν σε λίγο
Τ' άσκημα κορίτσια δεν έχουν τέτοιο πρόβλημα
Ή λίγο -πολύ το πρόβλημά τους το 'χουν λύσει
Άλλα έχουν στο μυαλό: Τον κόσμο που περνάει
Που περιμένει το λεωφορείο
Πώς θέλετε να ζήσει κανείς
Με τον κόσμο που ενδιαφέρεται για το λεωφορείο
Πάμε λοιπόν να ζήσουμε
Σε κάποιο ερημονήσι;
Αλλά ερημονήσι δεν υπάρχει πουθενά
Μπορείς ωστόσο να πιστεύεις πως υπάρχει
Χωρίς καμία δέσμευση εκ μέρους σου
Θα φτιάξουμε ένα
Αυτό λοιπόν απλοποιεί τα πάντα
Αλλά το ερημονήσι μας μπάζει νερά
Γιατί καθώς έχουνε πάψει πια να φτιάνουν τέτοια
-Κάτι ανάλογο με τα πολύ παλιά βιολιά-
Το μυστικό για πάντα είναι χαμένο


(Ποιήματα, μτφ Αντώνης Φωστιέρης -Θανάσης Νιάρχος)

Σάββατο, 17 Μαΐου 2014

RUSSEL EDSON (7)


                               Όταν το ταβάνι κλαίει

  Μια μητέρα τινάζει το μωρό της στον αέρα έτσι που χτυπάει το ταβάνι.
  Ο πατέρας λέει, γιατί του το κάνεις αυτό του ταβανιού;
  Θες να πετάξει το μωρό μου στον ουρανό; το ταβάνι είναι εκεί για να
γυρίζει σε μένα το μωρό μου, λέει η μητέρα.
  Ο πατέρας λέει, το πονάς το ταβάνι, δεν ακούς που κλαίει;
  Έτσι, μητέρα και πατέρας ανέβηκαν σε μια σκάλα και φίλησαν το ταβάνι.


                         Μια πανικόβλητη οικογένεια

  Μια πανικόβλητη οικογένεια φάνηκε να τρέχει σ' ένα δάσος.
  Κάποτε ένας απ' αυτούς ήταν σ' ένα δωμάτιο και έπινε καφέ από μια κούπα. Ξαφνικά
η κούπα είπε όχι όχι, φτάνει πια, ενώ άρχισε να χτυπάει τον καφεπότη στο κεφάλι.
  Κάποτε ένας άλλος ήταν σ' ένα δωμάτιο καθισμένος σε μια καρέκλα. Ξαφνικά η καρέκλα
είπε, ως εδώ και μη παρέκει, ενώ τον τίναζε απ' την ποδιά της καταγής και καθόταν πάνω του.
  Κάποτε, ακόμα ένας άλλος, που ήτανε ακουμπισμένος στον τοίχο ενός δωματίου, σπρώχτηκε
βίαια απ' τον τοίχο, ενώ ο τοίχος έλεγε, κουράστηκα να κουβαλάω το ταβάνι ενώ ακουμπάς
πάνω μου. Έτσι ο τοίχος άρχισε να ακουμπά πάνω στον άνθρωπο που έπεσε στο πάτωμα με
τον τοίχο από πάνω του.
  Τώρα μια πανικόβλητη οικογένεια φάνηκε να τρέχει σ' ένα δάσος.


                           Τον καιρό του θερισμού

  Ένας άνθρωπος έβγαλε το παντελόνι του. Όμως ένας άλλος άνθρωπος
βγήκε απ' το δωμάτιο φορώντας το. Ένας άνθρωπος χτενίζει τα μαλλιά του.
Όμως ένας άλλος άνθρωπος φεύγει με τα μαλλιά του χτενισμένα. Ένας
άνθρωπος βάζει το καπέλο του και δένει τα κορδόνια του. Όμως ένας άλλος
άνθρωπος φορώντας το καπέλο του και τα παπούτσια του βγαίνει απ' το
δωμάτιο.
  Λέει στη μάνα του, γιατί προλαβαίνουν πάντα οι άλλοι να δρέπουν τους
καρπούς του μόχθου μου;
  Δε θα μπορούσανε κι αυτοί να είναι γιοί μου; λέει η μάνα.


                                       Η πάλη

  Ένας άνθρωπος παλεύει μ' ένα φλιτζάνι καφέ. Οι κανόνες: ο άνθρωπος
δεν πρέπει να σπάσει το φλιτζάνι ούτε να χύσει τον καφέ του. Ούτε και το
φλιτζάνι πρέπει να σπάσει τα κόκαλα του ανθρώπου ή να χύσει το αίμα του.
  Ο άνθρωπος είπε, στο διάολο να πάει, καθώς έριχνε το φλιτζάνι στο
πάτωμα. Το φλιτζάνι δεν έσπασε αλλά ο καφές χύθηκε έξω απ' τον ανοιχτό
εαυτό του.
  Το φλιτζάνι φώναξε, μη με χτυπήσεις, σε παρακαλώ, μη με χτυπήσεις. Είμαι
δίχως κίνηση, δεν έχω άλλο όπλο έξω απ' τη χρησιμότητά μου. Χρησιμοποίησέ
με να κρατάω τον καφέ σου.

Paul Klee, Yellow Succumbs


                                            Γρασίδι

Το σαλόνι γέμισε γρασίδι. Φύτρωσε παντού γύρω απ' τα έπιπλα. Ξαπλώθηκε
στην τραπεζαρία, διάβηκε την πόρτα, μπήκε στην κουζίνα. Απλώνεται μίλια
και μίλια μες στους τοίχους...
Υπάρχει ένας θησαυρός μες στο γρασίδι, πράγματα που 'πεσαν ή που τ' ακού-
μπησαν εκεί. Ένα ραβδάκι σκουριάς που ήταν κάποτε σουγιάς, μια ταφόπετρα...
Όλα κρυμμένα στο γρασίδι στο κρανίο του λιβαδιού...
Σ' ένα κελάρι κάτω απ' το γρασίδι κάθεται ένας γέρος σε μια κουνιστή καρέκλα
και κουνιέται μπρος και πίσω. Στα χέρια του κρατάει ένα μωρό, το μωρουδίστικο
κορμί του εαυτού του. Και κουνιέται μπρος και πίσω κάτω απ' το γρασίδι μέσα
στο σκοτάδι...


(Όταν το ταβάνι κλαίει, μτφ Αργύρης Χιόνης)


                               Άγγελοι

  Δεν χρησιμεύουν και πολύ. Είναι καλύτεροι ως αντικείμενα μαρτυρίου.
Καμιά κυβέρνηση δε σκοτίζεται τι κάνεις με δαύτους.

  Σαν πουλιά, κι ωστόσο τόσο ανθρώπινοι...
  Ζευγαρώνουν κοιτάζοντας λιγάκι ο ένας τον άλλον.
  Τα αυγά τους είναι σαν λευκές ζελεδοκαραμελίτσες.

  Λέγεται πως μερικές φορές ενέπνευσαν κάποιον άνθρωπο να κάνει
στη ζωή του περισσότερα απ' όσα ειδάλλως θα έκανε.
  Αλλά τι έχει κι ένας άνθρωπος να κάνει στη ζωή του;

  ...Καίγονται όμορφα με φλόγα γαλάζια.

  Η φωνή που βγάζουν είναι σαν τρίξιμο μικρότατου μεντεσέ. Σαν
κραυγούλα νυχτερίδας. Κανείς δεν την ακούει...


                             Η στάση

  Με άφησαν να μπω. Ανέβηκα ευθύς στο παιδικό δωμάτιο, σκαρφάλωσα
και χώθηκα στο λίκνο, και πήρα τη διάσημη εμβρυακή στάση.

  Δεν ήξεραν τι να υποθέσουν. Έστεκαν πλάι στο λίκνο, κοιτώντας με
από ψηλά.

  Ήσαν νέοι. Ήταν το σπίτι τους. Αντί για ένα βρέφος, ένας ενήλικος
μέσα στο παιδικό δωμάτιο.

  Κάτι τέτοιο, φυσικά, δεν το περίμεναν. Δεν είχαν διανοηθεί ποτέ
πως κάτι ανάλογο μπορούσε να συμβεί.

  Είχα ενεργήσει. Το μόνο που μπορούσα πια: να διατηρήσω τη στάση,
προσποιούμενος πως κοιμάμαι...


(Ποιητική, τεύχος 7, μτφ Βασίλης Αμανατίδης)

Παρασκευή, 2 Μαΐου 2014

ΠΑΣΧΑΛΗΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗΣ (6)


            ΑΝ ΦΡΟΝΤΙΖΑ

Αγόρασα από τη Λαϊκή
γλαστρούλα με πανέμορφο λουλούδι.

Την έβαλα στο μπαλκόνι και τη θαύμαζα.
Την πότιζα ανελλιπώς.
Είχε λαμπρύνει τη ζωή μου.

Αλλά, καθώς περνούσε ο καιρός,
δεν πρόσεξα πόσο ασφυκτιούσε
μες στη γλαστρούλα το λουλούδι.

Έως που τελικά μαράθηκε.

Α να μη βαριόμουνα
να το μεταφυτέψω
σε πιο μεγάλη γλάστρα...


                ΑΙΣΘΗΣΗ

Υπάρχει ομορφιά στον κόσμο.
Απλά, είναι φορές που νιώθω
ότι για κάποιο λόγο
μας αποφεύγει.



               ΔΗΛΩΣΗ

Μισώ
τη μετριότητα και τη βλακεία
την έπαρση και την αλαζονεία
την απάθεια και την αδιαφορία
την ατολμία και τη δειλία
την απιστία.

Μα πιο πολύ μισώ
εσένα ω Καθρέφτη μου
που κάθε μέρα μέσα σου
βλέπω εκείνα που μισώ.


James Ensor

                  ΔΥΣΤΥΧΕΙΣ

Ειδήσεις:
"Οι δυστυχείς λαθρομετανάστες..."

Δυστυχέστατοι.
Γιατί δεν ξέρουν
σε ποια χώρα έχουν έρθει.
Καλύτερα γι' αυτούς
να είχαν μείνει στην πατρίδα.
Τουλάχιστον εκεί
θα είχαν κάτι οικείο.


                 ΠΛΑΣΜΑΤΑ ΘΕΟΥ

Πρωινό Μαϊου, ο ήλιος ψηλά.

Πόσο θεσπέσια χορεύουν οι πεταλούδες
με φόντο το πράσινο του κήπου μας
και το γαλάζιο τ' ουρανού!

Αυτές οι δυο μου φαίνονται
πολύ ταιριαστό ζευγάρι
σ' αυτό το ερωτικό ταγκό τους.

Έλα γατάκι! Καλά,
θα περιμένω να τελειώσεις
το πρωινό λουτρό σου.
Πρέπει να είναι μια απόλαυση
μέσα στις ηλιαχτίδες.

Και τα λουλούδια μας!
Τι ωραία που 'ναι
αυτή την εποχή!

Εέεπ! Εσύ ασχημόγατε
πώς βρέθηκες εδώ;
Σταμάτα να παρενοχλείς
το όμορφο γατάκι μου! Φύγε!
Θα μου λερώσεις το χαλί!

Κι εσύ, απαίσια βρωμόμυγα,
εξαφανίσου αμέσως
πριν σε πολτοποιήσω
πάνω σε κάνα τοίχο.

Αλλά όχι. Δε θέλω να λερώσω
την ταπετσαρία.


                  ΣΤΙΞΗ

Η ζωή μου
μία προσπάθεια διαρκής
να παραμείνω συμπαγής.
Παντού διαλυτικά:

Στα ερωτηματικά που έχω
μου απαντούν
με "λόγια" εισαγωγικά.

Παρένθεση:
Στα πρόσωπά τους βλέπω
μια έκπληξη μεγάλη
-πολλά θαυμαστικά.
(Δεν το περίμεναν αυτό
ποτέ από εμένα!)

Κι ενώ τους ικετεύω
να μπούνε στην ουσία
το μόνο που εισπράττω
είναι αποσιωπητικά...

Έχω πια εξαντληθεί
και θέλω επιτέλους
να βάλω σ' όλα αυτά
μία απλή
τελεία.


(Ποιήματα, Πλανόδιον )