Πρότυπα

Πρότυπα

Έψαχνε να βρει το σπίτι της μα ήταν χαμένο μέσα στο δάσος. Επέστρεφε από το σχολείο και είχε στην πλάτη έναν τεράστιο σάκο γεμάτο με βιβλία...

Παρασκευή, 25 Απριλίου 2014

ΒΑΛΑΝΤΗΣ ΒΟΡΔΟΣ (5)


                 Ο εισπράκτορας

Δε νιώθω καλά
οι μέρες περνούν ίδιες μπροστά στα μάτια μου
έπειτα το μαύρο λεπταίνει γίνεται μια δέσμη

το κεφάλι μου γυρίζει,
ο κόσμος ακίνητος μένει.

Καταλαβαίνετε;
Ο Χ χωμένος σε μια στοίβα βιβλία ένευσε
πως ναι, καταλαβαίνει.

Ένας πάνθηρας γυροφέρνει το σώμα μου
επιτίθεται, μου ξεριζώνει τα χέρια
μπήγει τα νύχια στην καρωτίδα
νιώθω τα δόντια του βαθιά στον αυχένα
τα μολυσμένα σάλια κι ένα τράνταγμα βαρύ και βίαιο
με παραλύει.

Ένας άνδρας με μαύρα ρούχα γύρω στα
εξήντα κάθεται σ' ένα παγκάκι
καπνίζει 22, κρατάει μια κασετίνα
είναι εισπράκτορας-
κι αυτό το λέω παρ' όλο που δε μπορώ να διακρίνω.

Έτσι απλά, ξεκάθαρα, χωρίς εξηγήσεις
μου δίνει εισιτήρια, πολλά χαρτάκια πράσινα και λευκά
πρέπει να τα εξαργυρώσω δεν ξέρω πού
να κάνω ταξίδια ίσως,
να τα πασάρω κρυφά σε άλλους αμέριμνα
καθώς περπατούν να τα χώσω στις τσέπες τους,
να τα ξεφορτωθώ να μην τα βλέπω
να χωθώ σε τραίνο ή σε πλοίο

και να ταξιδεύω μερόνυχτα μέχρι να γίνω μέρος του τοπίου
με μια κάποια οικειότητα τοποθετημένος,
να γίνω δέντρο με ρίζες φυτεμένες βαθιά
γύρω μου να φυτρώσουν κι άλλα, να κάνουμε μια γειτονιά.

Περπατάω βράδυ, στην
Ερμού με τα χαρτάκια στα
χέρια
τα πετάω σ' ένα τυχαίο κάδο σε μια τυχαία Ερμού
σε μια ολωσδιόλου τυχαία Θεσσαλονίκη.
Δεν ξεκολλάν απ' τα δάχτυλα
γυρνάω με χαρτάκια κολλημένα στα δάχτυλα
θλιμμένος σαν ιδιωτικός Απρίλης
που δεν τον καταδέχτηκε η άνοιξη.

Πρέπει...
Όχι πρέπει...
Να τα δώσω αλλού ή να τα
πληρώσω ή να τα κρατήσω ή να τα
ξεφορτωθώ.

Καταλαβαίνετε;
Ο Χ ένευσε
πως ναι, καταλαβαίνει.

Σηκώθηκα να φύγω, βγήκα έξω
ενώ η νύχτα ανέπνεε παράξενα και με κόπο.

Rene Magrittee, The Schoolmaster 



                   Κατάθλιψη

Ο κύριος Μιχάλης δεν μιλούσε πια
Καθόταν στη βεράντα μερόνυχτα
Τρώγοντας πορτοκάλια
Ανοιγοκλείνοντας τα μάτια μόνο
Κοίταζε σταθερά τη μανιασμένη θάλασσα
Στη χλόη του κήπου του
Την επόμενη νύχτα φόρεσε ανάποδα
Τον εαυτό του
Του έσφιξε το χέρι και τράβηξε
Κατά τη θάλασσα
Μεγάλη Πέμπτη με δυο αποκαθηλώσεις
Κι ο ήλιος να λάμπει πένθιμα
Ο Ιησούς ο Ναζωραίος
γιος του Ιωσήφ και της Μαρίας
μετά την παρέλευση τριών ημερών
Ανέστη
ο κύριος Μιχάλης
γιος της κυρ-Αλέκας
Και αγνώστου πατρός
φτωχός από προνόμια
Μη πιστεύοντας σε θαύματα
Σπαραγμένος από νεκρολούλουδα
Με μια βροχή αναιμική στον τάφο του
προσμένει.


                 Ποιος κοροϊδεύει ποιον

Θα δεις της λέω
Όλα θα πάνε καλά
Και το Πάσχα θα είσαι
Καλύτερα από πριν
Κάτι μέσα μου παλεύει όμως
Κάτι μέσα μου πενθεί
Ένας στριμωγμένος λυγμός
Που δε λέει στην επιφάνεια να βγει
Γιατί ξέρω
Πως το τέλος δεν αργεί
Όσο κι αν τα λόγια
Το αντίθετο πασχίζουν
Να σου πουν.


                     Run x2-3-4

Οι πεθαμένοι πόσο γρήγορα
τρέχουν στο βίντεο
run x2-3-4
Τους παγώνω σ' ένα μόνιμο χαμόγελο
και μια αστεία γκριμάτσα
Παντρεύονται και σβήνουν κεράκια γενεθλίων
οι πεθαμένοι
μου φέρνουν τα δώρα κι η γάτα
ήταν μια ενζενί μικρή σβήνουν τα φώτα
και στροβιλίζονται στο δωμάτιο
σσσσσ μην ξυπνήσουμε τα παιδιά φιλιούνται οι πεθαμένοι
κι όταν τους βαρεθώ τους σκοτώνω
στο συρτάρι μέσα τους παραχώνω καρδιά μου.


             Θλιμμένες Κυριακές

Τις Κυριακές
όταν κάνετε τη βόλτα σας,
διαβάζοντας εφημερίδα
και πίνοντας καφέ σαν ξεκουράζεστε
απ' της εργασίας τον ορυμαγδό εγώ προτιμώ ποιήματα
να γράφω, έτσι που εξαντλημένο με βρίσκει
η καινούργια εβδομάδα.

(Η ηλικία της παραδοχής)

Τετάρτη, 23 Απριλίου 2014

ΑΓΓΕΛΑ ΓΑΒΡΙΛΗ (6)


                              Όταν νομίζεις

Αληθινές στιγμές
που μου χαρίζεις
μαζεύω
σ' ένα πολύ μικρό ποτήρι.
Ραγισμένο το κρύσταλλό του,
όπως τα μάτια σου
όταν νομίζεις πως δεν σε βλέπω.



                             Ιντερμέδιο 1
                              Τhe ripper

Τα περιστέρια
ονειρεύονται
στις έναστρες φωλιές τους
το γεράκι
που θα τα σκοτώσει.
Οι μικρές
κόκκινες αλεπούδες
κοιτάζουν την αντανάκλασή τους
στο νερό
και βλέπουν τη γούνα τους
σε μια βιτρίνα.
Τα παιδιά
πηδούν τις φωτιές
γελώντας
ενώ το δρεπάνι
περνάει ξυστά
πάνω απ' τα κεφάλια τους.


                                Τι είναι...

Το υλικό είναι
που γυρίζεις την πλάτη στον τοίχο και κλαις
κι ας μην είναι άλλος στο δωμάτιο.
Το υλικό είναι
που τα λεφτά ποτέ δε φτάνουν για τίποτα
και δεν σε νοιάζει, γιατί τίποτα ποτέ δεν ήθελες.
Το υλικό είναι
πως ό,τι στράβωσε ποτέ δεν ήταν ίσιο
και το 'ξερες απ' την αρχή.
Το υλικό είναι
η αρρώστια μου κι η αρρώστια σου,
τα κίτρινα δωμάτια που κλεινόμαστε,
οι συναντήσεις στα γρήγορα,
τα τεράστια κενά ανάμεσα στις μέρες μας,
μια φωνή από μακριά,
που όλο σε χάνω, όλο σε χάνω, όλο σε χά...
Το υλικό είναι
οι λίγες ζωές μας.
Γέφυρες
που απόμειναν στη μέση.


                        Όπως και να 'χει

Αν στη μάχη που δίνω νεκρή πέσω
θα 'ναι ένας καλός θάνατος.
Της Βαλχάλα τα μεγάλα δωμάτια
θ' αντηχούν το γέλιο μου
καθώς με κρασί συνεχώς θα γεμίζω
τ' άδεια κρανία σας.

Paul Klee, Before the snow


                           Raison d' etre

Όταν
οι άλλοι θα κοιτάνε τον άδειο χώρο που αφήσαμε
και θ' αναρωτιούνται αν υπήρξαμε.

Όταν
δεν θα μπορούν να μας κάνουν πια ερωτήσεις
γιατί θα 'χουμε απαντήσει οριστικά.

Όταν
μόνο η βροχή και τα σκυλιά θα θυμούνται
τις ώρες που περπάτησαν μαζί μας.

Όταν
στην άσφαλτο δεν θα 'χει μείνει
παρά μόνο
το αίμα και μυαλά σκόρπια.
Μαζί με τα δάκρυα,
τα γέλια, τα φιλιά
μαζί με τη μαύρη χολή,
που μας τάισαν
όλα τα χρόνια της ζωής μας...

Οι μουσικές μας θ' ακούγονται ακόμα;


                     Χωματερή

Ρούχα ανθρώπων από καιρό χαμένων
βλέμματα νεκρά
κάτι λέξεις μισές
λέξεις κάτω απ' τις λέξεις
νύχτες που όλοι θέλουν να ξεχάσουν
αγάπες κλειδωμένες χρόνια στα υπόγεια
κούκλες σπασμένες με βγαλμένα μάτια
έμβρυα από μήτρες εχθρικές ξεριζωμένα
σκυλιά σκοτωμένα στους δρόμους...

Με κάτι τέτοια γράφονται τα ποιήματα.


(Αρκ)

Σάββατο, 5 Απριλίου 2014

ΒΕΡΟΝΙΚΗ ΔΑΛΑΚΟΥΡΑ (6)


Κάποιος πέθανε. Και ενώ όλα είχαν ετοιμαστεί για την ταφή,
συνέβη κάτι εξαιρετικό: ο νεκρός άρχισε να κινείται. Δίχως η
καρδιά να λειτουργεί και με το αίμα ακίνητο στις φλέβες, ο
άντρας σηκώθηκε, έκανε μερικά βήματα και έπειτα πάλι
κατέρρευσε. Αυτό επαναλαμβανόταν κάθε μέρα. Βάλθηκαν
τότε να του μιλούν, να του θέτουν παραπλανητικές ερωτήσεις.
Απεδείχθη ότι ο πεθαμένος άκουγε, γιατί έγνεφε κουνώντας το
κεφάλι. Η σήψη προχωρούσε. Το σώμα ήταν πια λειψό, οι ώμοι
πεσμένοι, το κεφάλι ανίσχυρο στους ολιγόλεπτους καθημερινούς
περιπάτους. Ήρθε τότε η φίλη του Α. αποφασισμένη να δώσει
στον έρωτά της τη μορφή της θυσίας που θα τον εξάγνιζε.
Το κορμί βημάτιζε στηριγμένο στην αγκαλιά της, έπειτα
αφηνόταν στα μπράτσα της να αναπαυθεί. "Θέλω να
ζήσεις", του έλεγε. "Ω μα τι λέω..." Κοιμόταν δίπλα
του. Απαντούσε στα νεύματά του. Τις νύχτες τον σκέπαζε
με τα ρούχα της. Ένα βράδυ του 'πιασε τα χέρια τόσο δυνατά,
που λίγη σάρκα απέμεινε στα δάχτυλά της. "Ποιος απ' τους
δυο είναι μέσα στον άλλο;" φώναξε. Κανείς δεν απάντησε.
Φύλλα, φύλλα... σκέπασαν τους δρόμους.

                                       *

Κάπου υπάρχει ένα παράξενο ρολόι που τους δείχτες του
ακολουθεί ένα επίσης περίεργο, πέρα από κάθε έννοια της
ημέρας, φως. Κανείς δεν ξέρει πότε αρχίζει και πότε τελειώνει
αυτό το παιχνίδι που πειθαρχεί μάλλον, παρά συμπορεύεται
με την ανατροπή όλων των αναλογιών, με τη δολοφονία κάθε
αρμονίας. Κι όμως αυτό το προϊόν του νου -απίθανο η
παράδοξη μηχανή να 'χει φτιαχτεί τυχαία- δεν είναι κάτι
το πνευματικό, ποτέ δεν άγγιξε, πέρα από την τεχνολογία
του ουρανού, μία λιτότητα αναγκαία.
   Ω, μη φοβάσαι! Αποφάσισα να συνεχίσω έτσι την υπόλοιπη
άδεια ζωή μου. Κάποια αιδώς με εμποδίζει να συγκρίνω
εκείνο με τον χρόνο του κόσμου.


         Ο ωραίος χωρίς οίκτο άντρας

Ω είναι πολύ δύσκολο
να λησμονήσω αυτόν τον πόνο!
Τα πουλιά δεν κελαηδούν
οι γάτες δεν ζητούν τροφή
οι εκρήξεις δεν είναι σημάδι θεϊκής οργής.
Οι ψυχές αναπαύονται στο νεκροταφείο
τα παιδικά αισθήματα πάλλουν
  στις μικρές καρδιές
σ' αυτό το χωράφι φύτεψα
ένα δέντρο
πολλοί καλλιεργούν
    την εύφορη γη
είμαστε μόνοι
είμαστε δύο
στον κόσμο
κάθε μέρα καταβροχθίζω τους καρπούς
του φυτού μου
και ξερνώ μπαμπά.
Ω τι προκαλεί
αυτή την αηδία!
Ο άνεμος περιφέρει
τα στάχυα-
Γρήγορα!
Το συντομότερο!
Τα υπέροχα τέρατα θέλουν
να με διδάξουν.

Paul Klee- Tropische Dämmerung

    1984

Περπατούσα στο φωτεινό δάσος
Όταν συνάντησα αυτό που ήταν
Και έμελλε να γίνει
Το όραμα των κατοπινών
Χρόνων μου:
Μέσα σε μια λίμνη κρυμμένη
Στο βάθος αυτής της χαρούμενης
Κόλασης
Έπλεε μια βάρκα που κουβαλούσε
Έναν πολύτιμο θησαυρό
Μία νεαρή γυναίκα
Πεθαμένη.
Ο βαρκάρης έλαμνε
Δίχως να μιλά
Απέστρεφε το βλέμμα
Απ' τα ξανθά και πολύ μακριά
Μαλλιά της
Από τα τραβηγμένα της χαρακτηριστικά
Κι από το σημαδάκι
Που είχε πάνω ακριβώς
Στη μύτη.
Ω πηγή απ' όπου δε θα πιουν
Οι δαίμονες που περιμένουν
Τρυφερά βέλη
Κρωξίματα από τον ουρανό.


                    Περιβόλι

Κανείς ποτέ δε μ' είχε συνοδεύσει
στον σκοτεινό κήπο.
Κρύφτηκα λοιπόν πίσω απ' τον πρώτο θάμνο
ακούγοντας τα νερά και ουρλιάζοντας
μες στη σιγή της μέρας
που δεν επρόκειτο να επαναληφθεί.
Έτσι κυλούσε ο καιρός μες στα κλαδιά.
Το μικρό κομμάτι του χρόνου θρυμματιζόταν.
Κάθε νύχτα υποσχόταν ένα μελλοντικό σκοτάδι
η ημέρα ανάγγελλε το παροδικό φως
και τίποτε τίποτε δεν έμοιαζε με ό,τι
είχε περάσει.
Καταραμένοι ας είναι
όσοι με οδήγησαν στον κήπο
που δεν ήταν δάσος!
Ναι, βλαστημώ τη φύση
τα βουνά
το σιχαμένο χώμα
το σπίτι μου είναι μια λακκούβα
τρώγω λάσπες
τίποτε άλλο
δεν απόμεινε.


                  Ο νόμος είναι νόμος

Πολλές φορές όταν με ρωτούν πώς ονομάζομαι δεν ξέρω αλήθεια
τι να απαντήσω. Και αυτό όχι επειδή δεν έχω ακόμη συνειδητοποιήσει
τον όντως βρώμικο σκοπό μου, αλλά διότι αμφισβητώ το φύλο μου.
Όλα είναι μέσα μου μπερδεμένα, κι η σύγχυσή μου γίνεται ακόμα
πιο έντονη με τα άθλια αντικείμενα του έρωτά μου, το αίμα που
δεν δοκίμασα ποτέ, τις ακαθαρσίες του μπαμπά μου. Πατέρα!
Κανένα όνομα δεν υπάρχει στη διεστραμμένη φύση που να
μου ταιριάζει; Ο ήλιος φωτίζει τις πέτρες που δεν πάτησα
ποτέ, έμαθα τη μουσική από κομματιασμένα όργανα, τίποτα
δε με παρηγορεί πέρα από το νερό που κι αυτό σιγά σιγά στερεύει.
    Περνώ αυτές τις όμορφες μέρες πετώντας, ο κόσμος είναι
διάφανος μόνο μέσα από τα φτερά των εντόμων.


(Μέρες ηδονής)


ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΟΥΛΙΟΣ (7)


                                       Δρόμοι

Δρόμοι -στιλπνά σκούρα χταπόδια τούτης της χώρας μου,
που πάνω σας δίχως μορφή και δίχως βάρος
πορεύεται το μέλλον. Κούρσες, πούλμαν, δεξαμενόπλοια,
κάποιο ποδήλατο και κανένα σπουργίτι
που κυλά τις αόρατες ρόδες του πάνω στην άσφαλτο.
Από κάτω υπόγειοι δρόμοι. Από πάνω
αέρινες σήραγγες παίζοντας τζαζ.
Δρόμοι πλάι σε αστραφτερές βιτρίνες, πλάι
σ' αγάλματα ή ανάμεσα από μαγαζιά κι
εργοστάσια. Δρόμε έξω απ' το πανεπιστήμιο.
Έξω απ' το κτίριο της Βουλής. Δρόμε εθνικέ.
Δρόμοι της συνοικίας. Δρόμοι μαστιγωμένοι
από πίσσα και αίμα. Φτιαγμένοι με φωνές
και χαλίκια. Κάτω απ' το βάρος
οδοστρωτήρων και χιλιάδων διαδηλώσεων.
Δρόμε, σάβανο του Γρηγόρη, του Σωτήρη, του Τάσου.
Δρόμοι -παιάνες. Δρόμοι γιορτής.
Δρόμοι -αγωνία. Δρόμοι -φονιάδες.
Ποια κατάρα πάνω σας έχει πέσει;

Περιμένουμε ο καθένας στη στάση του.
Περιμένουμε όλοι μαζί στο τσίγκινο υπόστεγο.


                                 Ιχνηλασία

Είναι το δίχως σχήμα και το δίχως χρώμα "νόημα"
που στάζει πάνω σε λέξεις, σε αρτηρίες, σε πιάτα,
αυτοκίνητα πάνω στο κάθε τι.
Χαρακτηρίζει τα όντα
παρουσιάζεται κάτω από οποιοδήποτε δέρμα
γονιμοποιεί το κενό και προχωρεί ενάντια
σε κάθε απομόνωση.
Είναι το δίχως σώμα και δίχως πέος χυνόμενο σπέρμα
επίμονο και γλοιώδες.
Στην πραγματικότητα είναι εγώ και εσύ
που ριχνόμαστε στις αποστάσεις
προχωράμε στο ανώνυμο σύμπαν
και για να υπάρχουμε έχουμε ανάγκη
όχι μόνο ψωμί.

(Ποίηση,2)


                      Έτσι η νύχτα

                            4

Νύχτα,
δρόμος, φανάρι, φαρμακείο.
Ο άνεμος έρχεται από μακριά
και μου συγχύζει τις λέξεις.
Δεν λέω τίποτα¨ σιωπώ.
Νύχτα,
δρόμος, φανάρι, φαρμακείο.
Παίρνω ένα χάπι
κι η αρρώστια μου
χρωματίζεται.


                         8

Αρχαία κραυγή κι άταχτο πυρ
πολιορκούν τη σιγή μου.
Μονάχη η νύχτα¨ κι ο ουρανός
είναι τώρα παλμός
σκιά και σιωπή
που κανείς δε γνωρίζει
η αγνότητα πότε θα ωριμάσει
σαν καθάριος καρπός.
Μονάχος νιώθω το βάρος του φεγγαριού
αντικρίζοντας περιοχές
όπου βουλιάζει η νύχτα.


                         20

Μες στο τραγούδι της οργής μου
υπάρχει ένα κουτί,
τ' ανοίγω κι αναβλύζει ένα σύμπαν.
Πεπιεσμένος χρόνος.
Κάνω κάτι για την ψυχή μου.
Βάζω σε κίνηση αυτή την ολοσκότεινη
στιγμή.

Λαχάνιασμα που τυφλωμένος
το αποφεύγω.
Η συνείδηση ανοίγει δρόμους μες στο σκοτάδι.
Τ' όνειρό μου είναι χνουδωτό και άπιαστο.


Edward Hopper, sun in an empty room

                     Αντί της σιωπής

                              2

Υπάρχουν άλλοι κόσμοι, αλλά μέσα σ' αυτόν.
Χώρος, χρόνος και αιτιότητα είναι έγκλειστα
στη σκέψη.
Ό, τι υπάρχει μας καλεί σε αγώνα,
μια προσπάθεια εντοπισμού του απόλυτου.
Το σύμπαν δε γνωρίζει ειρήνη
κι εμείς μοχθούμε με λέξεις να υφάνουμε
έναν ουρανό
έξω απ' το πραγματικό! Έξω απ' το πραγματικό!


                            8

Ζητώ να εισβάλλω σε μια ψυχή.
Αν το χώμα κρατάει καλά το μυστικό του
το τυλιγμένο με πάχνη
κι ο άνεμος γδύνει το δέντρο,
ο άνθρωπος αναγκάζει
το σκλαβωμένο πουλί μέσα του
να σκιρτήσει.

Πόσες φορές στο μονοπάτι των μαζών
ή μέσα στην πιο πυκνή μοναξιά
με μάτι ελεύθερο από μάγισσες και πνεύματα
σου έχω απλώσει το χέρι;


(Το διπλανό δωμάτιο)

Παρασκευή, 4 Απριλίου 2014

ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΡΒΕΡΗΣ(6)


                   Αλεπού

Κρυφτείτε μέσα στα παλτά μέσα στα ποιήματα
μες στα βυζιά της γυναικός σας κι αν δεν έχετε
βάλτε τα χέρια σας στο πρόσωπό σας κάψτε
με την ανάσα σας τις σκοτεινές παλάμες
κι αναπνεύστε τις
αν βρίσκεστε στο δρόμο μπείτε σε ταξί σε σινεμά
στο κάθισμα βουλιάξτε μην κινείστε
σε σπίτι φιλικό γλιστρήστε στην τουαλέτα
τέλος βάλτε περισπωμένη στ' όνομά σας κι ας οξύνεται
μπείτε από κάτω
κάτι θα κρατήσει
μια κολοβή αλεπού που πιάστηκε στο δόκανο
λέγεται δόκανο που ψάχνει γι' αλεπού
ξέρω ένα φόβο που φοβάται την ουρά του
και με το φόβο αυτού του φόβου σας καλώ

κρυφτείτε μέσα του

(Ο θάνατος το στρώνει)


Πιάνο βυθού

Αυτές οι νότες
που σας στέλνω
με την άνωση
δεν έχουν πια κανένα
μα κανένα μουσικό ενδιαφέρον.
Απ' τον καιρό του ναυαγίου
που αργά μας σώριασε τους δυο
ως κάτω στο βυθό
σαν βάρος έκπληκτο
το πιάνο του ολόφωτου υπερωκεανίου και εγώ
έχουμε γίνει μάλλον μια διακόσμηση πυθμένος
μια υπόκωφη επίπλωση βυθού
ένα λουλούδι εξωτικό
ή ένα τεράστιο όστρακο
φωλιά ιπποκάμπων
διάδρομος ψαριών που όλο απορούν
μπρος στην ασπρόμαυρη αυτή μνήμη
του παπιγιόν των πλήκτρων του κολάρου.

Κι αν σε καμιά βαρκάδα σας
διακρίνετε στην ήρεμη επιφάνεια
τρεις πέντε δέκα φυσαλίδες
σαν ντο και σολ και μι
μη φανταστείτε μουσική.
είναι λίγη σκουριά που όταν θυμάται
πιέζει κι ανεβαίνει.
Γι' αυτό να μην ανησυχείτε.
Το πιάνο μου κι εγώ
είμαστ' εδώ πολύ καλά
εκπνέοντας ίσως πότε πότε νότες άσχετες
αλλά μες στην ασφάλεια πλήρους ναυαγίου
και ιδίως
μακριά επιτέλους
από κάθε προοπτική πνιγμού.

(Πιάνο βυθού)


     Ο Κύριος Φογκ ανάμεσα στη χαρά και τη λύπη

Ενώ μία μέρα
ήτανε λάδι
η θάλασσα
και ο ήλιος
και τα βουνά
και ο αέρας
ο κύριος Φογκ
βαθιά μέσα
στην πολυθρόνα του

έβαλε πάλι τα κλάματα

γιατί σκέφτηκε
πως αν και λίγο πριν
είχε δει να 'ναι λάδι
η θάλασσα ο ήλιος τα βουνά

πάλι αυτός
είχε βάλει τα κλάματα.


           Το ημερολόγιο

Όμως εντός του λυπόταν
ο κύριος Φογκ
για το γύρο του κόσμου
που απαρνήθηκε.
Βαθιά μέσα στην πολυθρόνα του
με μπροστά του τη θάλασσα
κάθε πρωί
από τη λύπη όλο έγραφε
σε χαρτί που κυλιόταν αργά
ως τα κύματα.
Και όταν ο κύριος Φογκ
κουραζότανε να γράφει
αυτή τη λύπη
το χαρτί του κοβότανε μόνο του
διπλωνότανε μόνο του
σε βαρκούλα
και έφευγε
στην απέραντη θάλασσα.




       Τι είπε η μουσική για τον κύριο Φογκ

-Χρόνια τον εξευμένιζα με φλοίσβους
πάντοτε μ' απειλούσε με σιωπή.


               Άπαντα

-Αρκετά μίλησα.
Ό,τι έπρεπε
ό,τι μπορούσα
το είπα.
Κι ό,τι είπα
ό,τι ψιθύρισα
δεν ήτανε παρά
ο φλοίσβος
ή η βροχή

αλλά ο φλοίσβος
ή η βροχή
καθώς χτυπούσαν
πάνω μου.

(Ο Κύριος Φογκ)