Πρότυπα

Πρότυπα

Έψαχνε να βρει το σπίτι της μα ήταν χαμένο μέσα στο δάσος. Επέστρεφε από το σχολείο και είχε στην πλάτη έναν τεράστιο σάκο γεμάτο με βιβλία...

Πέμπτη, 27 Φεβρουαρίου 2014

TOMMY OLOFSSON (3)


                       Το χορτάρι μεγαλώνει αργά

Το χορτάρι μεγαλώνει τόσο αργά που κανείς δεν το βλέπει.
Ένα αγόρι τρέχει τριγύρω σαν φθινοπωρινό φύλλο
με καφέ παντελόνι, κίτρινο μπλουζάκι και κόκκινα μαλλιά.
Η μητέρα του κάθεται σ' ένα παγκάκι και πλέκει.
μοιάζει με ιεροτελεστία κάποιας υστερικής θρησκείας.
Πλέκει τόσο γαλήνια, χωρίς να σκέφτεται ότι το χορτάρι μεγαλώνει.
Σήμερα σκέφτομαι ότι το χορτάρι μεγαλώνει αργά.


              Σηκώνοντας το καπάκι του θρανίου

Το ίδιο όνειρο απόψε πάλι:
κάθομαι σ' ένα παλιό θρανίο
διανθισμένο με πρόστυχες χαραγματιές.
Ο καθηγητής ζητά να του δείξω τι έγραψα.
Θέλει να το διαβάσει για να με βαθμολογήσει.

Είμαι αρκετά καλός στα σουηδικά. Στο θρανίο βρίσκονται
δυο ποιητικές συλλογές, πολλές παρουσιάσεις βιβλίων,
ακαδημαϊκές εκθέσεις, δυο φιλόδοξα δοκίμια,
γράμματα, ημερολόγια και κασέτες με γραμμένα τραγούδια.

Ένα κρύο άρωμα από υγρή πέτρα και βρύα
με κτυπά όταν σηκώνω το καπάκι του θρανίου για
να βγάλω και να δείξω τι αξίζω.
Σπασμωδικά μαζεύομαι πάνω από το ανοιχτό θρανίο.
Βλέπω κάτω σ' ένα παλιό ξεχασμένο πηγάδι. Μαύρο νερό.


Rene Magrittee



                 Στη σιωπή

Είναι τόσο ήσυχα εδώ τώρα, βαθιά νύχτα.
Η γάτα κοιμάται και η ουρά της ακίνητη.
Τα λεπτά καίγονται σα σπίρτα που συρίζουν.
Τετράποδες ματιές ξεμυτίζουν
απ' το συνειδητό. Με ατενίζουν
καθώς εγώ, πρωί -πρωί, ρουφώ μια γκρίζα καθημερινή.

Μικροί ήχοι διευκρινίζουν τη σιωπή,
την κάνουν κάτι άλλο από μια επιφάνεια.
Κάθομαι εδώ και ακούω το τίποτε.
Είναι υπέροχο ν' ακούω τη σιωπή,
το μεγάλο βάθος όπου υπάρχει το παν,
εκεί όπου ό,τι υπάρχει γίνεται κάτι.

Μια πένα ρινίζει τις λέξεις.
Της γάτας τα πόδια τινάζονται στον ύπνο.
Ονειρεύεται δέκα πουλιά στο δέντρο.
Ονειρεύομαι έναν έρωτα με είκοσι φτερά.
Το μολύβι είναι ξερό. Το αίμα είναι υγρό.
Μια κόκκινη σιωπή διατρέχει το σώμα μου.


μετάφραση: Βασίλης Παπαγεωργίου

Δευτέρα, 24 Φεβρουαρίου 2014

GUNNAR HARDING


                                  Ο βουτηχτής των άστρων

Πόσοι είσαι στ' αλήθεια; Πόσοι είμαι
εγώ; Το μόνο που ξέρω είναι
ότι γίνομαι όλο και λιγότεροι. Πολλοί σφράγισαν τα χείλια τους
όταν πρόσεξαν ότι ο χώρος γύρω τους διευρύνθηκε
ώσπου η σιωπή έγινε, όχι υποχρεωτική, αλλά μια συνήθεια.
Όσοι απόμειναν ντύνονται όλο και πιο χοντρά παλτά
για να προφυλαχτούν απ' το κρύο της σιωπής των άλλων
και τη γνώση ότι η δική τους ευδοκίμηση
προκάλεσε τη φθίση των άλλων

σε σιωπηλά ιδρύματα
όπου ξένα χέρια κεραμίδι το κεραμίδι
έχτισαν σκεπή από πάνω τους, όπου επισκέψεις είναι σπάνιες
και ποτέ με σκοπό να δώσουν λίγη χαρά.
Σε λίγο θα αρχίσει το κουταλάκι να χτυπά στο φλιτζάνι του καφέ
όπου το κομμάτι της ζάχαρης δε λέει να λιώσει, γίνεται όλο
                                                                                            και
πιο τετράγωνο. Το άχτιστο σπίτι υπάρχει ήδη
σε μπλε γραμμές σχεδιασμένες στον αέρα. Έμενες σ' αυτό το σπίτι.
Το ξέρω, το ξέρω και ξέρω επίσης
ότι κάθε μέρα είναι ένα νέο κομμάτι του γρίφου στο μεγάλο παιγνίδι
που ποτέ δε λύνεται παρ' όλο που τα κομμάτια όλα ταιριάζουν.
                                                                                            Ολοένα
προστίθενται νέα βουβά δάχτυλα και η σύνθεση μεγαλώνει
γίνεται κάτι απέραντο και ολοένα αλλάζει και
παίρνει το προσωρινό όνομα
Αστρικός χάρτης χαμένων δυνατοτήτων

και γω μπορώ μόνο να παραδεχτώ ότι γίνεται μεγαλύτερο
από κάθε πραγματικότητα που γνωρίζω και εξουσιάζω.
Βγαίνω χωρίς να χαιρετίσω
αφού πρέπει να προσποιηθώ ότι δεν είναι για τελευταία φορά.
Και (αργότερα) έξω στο δρόμο, όταν το τεράστιο κτίριο
βρίσκεται πίσω μου, τα παράθυρα γεμίζουν με μικρά χέρια που
                                                                                          γνέφουν.
Επιστρέφουν επίσης όταν κλείνω τα μάτια, ζωγραφίζουν με τα
νύχια τους στον αμφιβληστροειδή μου χιτώνα, γραμμές που θα
ακολουθήσω με κλειστά βλέφαρα.
Είναι ώρα. Δείχνουν ένα δρόμο
έξω απ' το λήθαργο των εξαρτήσεων

όπου οι ρίψεις είναι πιο βίαιες, πιο κοντά στην ασυναρτησία,
κάθε έλξη παύει στο κενό των όλο και πιο αδιάφορων λέξεων,
διαφορετικά κάθε φορά, ένας απέραντος αριθμός σιωπών,
αδιάκοπων.
Τα κενά μεγαλώνουν και αλλάζουν.
Μέσα τους χτυπούν καρδιές
πιο δυνατά απ' τις δικές μας.

Μαρία Φιλιππακοπούλου

3

Ίσως το σπουδαιότερο απ' όλα να είναι η αναμονή,
ο χρόνος μεταξύ δύο στερεοτύπων συμβάντων
που πρέπει να κυλήσει αν και κανείς δεν ξέρει πού.
Η πόρτα είναι άσπρη. Η πόρτα είναι κλειστή. Πολύ άσπρη αλλά
                                                                               κλειστή.
Εκεί βρίσκεται μια πολυθρόνα.
Οι στοίβες εφημερίδων, διαβασμένες ήδη απ' αυτούς που ήταν
                                                                                  εδώ χθες.
Ό,τι απομένει είναι μια πτήση στην ψεύτικη αγωνία του περσικού χαλιού,
να αποκοιμηθείς στις εισπνοές, καλοσιδερωμένες και ασπρόμαυρα
                                                                          τετραγωνισμένες,
να χαθείς στη διακριτική μυρωδιά του ιδρώτα του πουκαμίσου
να γίνεις κάτι "απωθημένο", κάτι που εμπόδισε κάποιον να αναπτυχθεί,
ένα στενό κοστούμι στην άλλη μεριά του στρογγυλού παράθυρου,
στριφογυρίζοντας σε μια χορογραφία χωρίς κίνδυνο να μαζέψει
ώσπου γίνεται ένα μέρος της περιστροφικής κίνησης του φυγοκεντρωτή
οι δυνάμεις του οποίου έχουν καλύτερο αποτέλεσμα στην περιφέρεια
μακριά από τα κέντρα όπου οι αλήθειες συμπυκνώνονται σε σκοτεινή
                                                                                                    ύλη
και οι κουρτίνες κρέμονται με βαριές μαρμάρινες πτυχές.

Τότε μόνο αυτό που συμβαίνει γύρω σου θα ξεκαθαρίσει
όταν κάνεις μερικά βήματα έξω στην πόλη που αυτή την ώρα
ανήκει σε όλους, ένα πανωφόρι από ελαφρύ γκρίζο ύφασμα.
Στο μεσοδιάστημα μεταξύ του απλωμένου σου χεριού και του
                                                                              κορμιού
σταγόνες βροχής αναπηδούν μερικά χιλιοστά μετά την πτώση
ένας φωτεινός καπνός πάνω απ' το δρόμο,
χιλιάδες μικρά αγάλματα λαξεμένα στο νερό, κομματιάζεσαι
σε μια ανθολογία από ήχους, τόσο δίχως νόημα που μόνο αυτός
του οποίου η προσοχή περιπλανιέται άσκοπα και χωρίς συνοχή
μπορεί να την καταλάβει και να δει ότι κάθε μέρα έχει τη δική της
                                                                                       σύνθεση
αρκετά αξεχώριστη για να ταιριάζει σ' όλους,
αποτελούμενη από εκατομμύρια λεπτομέρειες που δεν έχουν σκοπό
να ζήσουν σε άλλη αρμονία απ' αυτή που δημιουργεί η αδιαφορία
ένα σμάρι από διαφορές που δεν είναι καν αντιπαραβολές,
υπάρχουν μόνο συγχρόνως χωρίς να δημιουργούν κάποιο μεγαλύτερο
                                                                                  ενδιαφέρον.
Μια σειρά καπέλα σε μια κυλιόμενη σκάλα για πουθενά
ένα εντελώς κενό απόγευμα με μια ελαφριά μυρωδιά πομάδας
                                         γύρω στην ταινία του καπέλου.
Το πουκάμισο φτερουγίζει στο σκοινί ώσπου να το στεγνώσει
                                                                                ο άνεμος
και μόνον η μυρωδιά του νερού απομένει.
Μόνο τα πιο στοιχειώδη παραμένουν:
ύψος: 172 εκατοστά (χωρίς παπούτσια), μάτια: γαλανά, μαλλιά:
                                                                          καστανόξανθα.
Τίποτε άλλο. Αυτά μόνο.

Το να μην καταφέρεις κάτι δεν είναι λόγος για απογοήτευση
αν δεν ήταν σκοπός σου να καταφέρεις κάτι.


μετάφραση: Βασίλης Παπαγεωργίου


ΝΤΕΝΙΖ ΛΕΒΕΡΤΟΦ (5)


                                 Το μάθημα

Η Μάρθα, 5 χρονών, κάνει μία ζωγραφιά, ψιθυρίζει
"Αυτοί είναι δύο άγγελοι. Αυτοί είναι δύο τάφοι. Στο
φως του ήλιου βρίσκονται. Μαγεία
στάζει απ' των αγγέλων τα φτερά."
Ο Νικ, στα 4, φώναξε
              από το σταχυασμένο κτήμα, "Κοίτα,
τα λουλούδια χορεύουν κάτω από το
δέντρο, και το δέντρο
                     κοιτάζει προς τα κάτω μ' όλα του τα μήλα -μάτια".
Χωρίς δισταγμό η σκέψη, λέξεις
Χρησιμοποιούνται και στη στιγμή ξεχνιούνται.


                          Ένας μανδύας

Και περπάτησα γυμνή
εξ αρχής

εισπνέοντας
τη ζωή μου,
εκπνέοντας
ποιήματα,

αλαζών μέσα στην αθωότητα.

Μα από τα σύννεφα -άσματα που έφτιαξε η ανάσα μου
μες στον ψυχρό αέρα

ένας μανδύας γεννήθηκε.
λευκός και,
                      μία λέξη εδώ
                      η άλλη παρά πέρα
παγωμένη, αστραφτερή,
βαριά σαν πέτρα.

Μια μάσκα που σκοπό δεν είχα
να φορέσω, σαν από πάγο,
κρύβει το πρόσωπό μου.
                                            Τα μάτια ερευνούν,
μια πολυπόθητη σιωπή στου άσματος τον πυρήνα.


                         Πόθος

Στρίβεις το λαιμό του κύκνου, αναζητώντας
μια τόση δα γλώσσα από ρανίδες αίμα.

Πώς να μιλήσουμε για αίμα, ο ουρανός
έχει μ' αυτό εμποτιστεί.

Ολίγη γλώσσα
της ομίχλης, λοιπόν.

Αυτή στεγνώνει.

Μια γλώσσα
των φύλλων κάτω από τα πόδια.
Τα δέντρα πάνω στο δέντρο, τρέμουν
στην ομιλία. Οι λεύκες
                                      τρέμουν και μιλούν
αν πας κοντά τους.




                      Σφετερισμός

Αφότου έκοψα τα χέρια μου
και βγήκαν καινούργια

κάτι το οποίο τα παλιά μου χέρια λαχταρούσαν
ήρθε και ζήτησε να γίνει πέτρα.

Αφότου τα βγαλμένα μάτια μου
χάθηκαν, και καινούργια βγήκαν

κάτι για το οποίο τα παλιά μου μάτια είχαν κλάψει
ήρθε λύπηση ζητώντας.


                  Για όσο ακόμα ζει

Η μικρή φτελιά που πρέπει να κοπεί
γιατί οι ρίζες της σπρώχνουν τον τοίχο του σπιτιού

χτυπά και γδέρνει το παράθυρό μου
επίμονα -μα σαν την κοιτάξω

μένει ακίνητη. Ή αν γυρίσω το κεφάλι κατά τύχη,
τα φύλλα της μοιάζουν να είναι μάτια, ή όλα μαζί
τα κλαδιά και τα φύλλα ένα πρόσωπο που κολλά
τη μύτη του πάνω στο τζάμι, μ' ένα σύννεφο ανάσας,

λαχταρώντας τη ζωή μου ξεκάθαρα να δει που η διάρκειά της
δεν είναι ακόμη γνωστή.


μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς

ΖΕΦΗ ΔΑΡΑΚΗ (7)


ΟΙ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΙ

ΙΙΙ

Έχω μάθει για τους κληρονόμους απειλούσανε
Να μαχαιρώσουν τα βελούδα του τοίχου
Φεύγοντας σκίσανε τις κουρτίνες
Με τους ζωγραφιστούς ανέμους

Αλλά το σπίτι άνοιγε τη νύχτα
Με το φεγγάρι σε βουνά σκόνης και σκουπιδιών
Αθώο έτρεχε το αεράκι στους διαδρόμους
                                    σκορπισμένα δικόγραφα
Και μεταξωτές γόβες

Καπέλα τρύπια στο μωβ επάνω
Και τα φτερά τους σε άθικτο χρόνο
Όταν
Από μόνος του υποχώρησε ο τοίχος
Γκρεμίζοντας φοβέρες και πορτρέτα
Και η απατημένη πάντα εκεί
Στη στρογγυλή φωτογραφία
Πάνω στο ράφι της κουζίνας

Με το τζάμι σπασμένο γύρω απ' το λαιμό


V

                       Αυτός ο δρόμος

Από τότε που αναστήθηκε κρυφά αυτός ο δρόμος
Σηκώνεται φεύγει
Πάει στα τραίνα κάτω
Τα σπίτια μένουν να χάσκουνε στα σκαλοπάτια
Τα φορέματα άτακτα φώτα
Ν' αναβοσβήνουν στα σώματα

Το περιστέρι αγριεμένο στα ερείπια
                            του σπιτιού
Να έχει χάσει την ανθρώπινη λαλιά του
Κι εγώ να φοβάμαι
Αναίτιο κάτι
Που σταματάει πάντα την εξομολόγηση


ΚΑΤΩ ΟΥΡΑΝΟΣ

                                  Κάτω ουρανός

Αυτό που καίει προς τα έξω το σώμα ψελλίζει
Θυμήσου πόσο ήσουν περίκλειστη
Τότε που μαγευόμουν να λέω ψέμματα
Και αλήθειες απίστευτες

Εξόριστη με τόση άγνοια γεωγραφική
Τα νησιά στον ύπνο μου
Τα γιασεμιά στις νύχτες σου
Και να σπάνε τα τζάμια τα κύματα
Σαν όνειρα που τους εσάλεψε το λογικό

Τραγούδια λάμποντας περιστρέφεσαι
Η μια ακτή τριγυρίζει την άλλη

Χτύπα καμπάνα μακρινό μου σώμα
Πάνω φεγγάρι
Κάτω ουρανός

Άνεμος σφυρίζει στο παλιό παλτό
Στην αποθήκη
Που καίει τα γράμματα ο καιρός


                                Η φωτογραφία

Όταν έπεσε η φωτογραφία απ' τον καθρέφτη
Κι αρχίσανε οι σειρήνες να ουρλιάζουν
Όταν έπεσε λες κι ήμουνα σε ξένο σπίτι
Τότε με χτύπησε δυνατά το όνειρο στο στόμα
Να πάψω να φωνάζω
Πώς αυτή η ξαφνική βροχή μου ανήκε
                                και με το παραπάνω

Τα έλεγα μέσα μου αυτά -πώς αυτή η
                                  ξαφνική βροχή...
Όταν έπεσε η φωτογραφία απ' τον καθρέφτη
Κι αρχίσανε οι σειρήνες και τα περιπολικά
Γι' αυτό το χαμένο το τσακισμένο πρόσωπο
                                      του έρωτα το ασήκωτο σκοτάδι
Τότε με χτύπησε δυνατά το όνειρο στο στόμα
Να πάψω το κλάμα



                                 Δώδεκα και είκοσι

Ήτανε δώδεκα και είκοσι
Όταν ανάψανε τα φώτα
Και μπήκε μέσα η στάχτη
                         κι η φωτιά της
Όταν σαλέψανε στον ύπνο τους τα σώματα
Όταν αναστενάξανε
Γυρνώντας λίγο απ' το άλλο πλευρό
Κι ακούστηκαν να τρίζουν τα καμένα

Ήτανε περασμένα μεσάνυχτα
Όταν μου ζήτησαν μες στ' όνειρο να πω
Την τελευταία μου λέξη

Από μακριά ερχόταν ένα βουητό
                        ήτανε πλήθη ζωντανών
Πλήθη νεκρών

Ένα άγγιγμα στο χέρι μόνο αισθάνθηκα
Ήτανε άγγιγμα αυτό
Κάτι σαν χάδι κάτι
                  τελειωτικό


ΚΑΤΑΣΤΗΘΗ ΚΑΜΠΑΝΑ

                                 Σκοτωμένη από έρωτα

Το σώμα μου όλο κατέβαινα

Παρατημένες κάτω στο δρόμο
                            οι αποσκευές μου
Πώς κάηκαν έτσι τα χρώματα
                        στα καθημερινά μου ρούχα
Πώς διασύρθηκαν έτσι
Τι με ρίχνει τώρα
Στη νύχτα αυτού του γέλιου

Με ταρακούναγες από τους ώμους
Δεν καταλάβαινα το τέλος
                       της εποχής των προπόσεων
Το γήρας στο βλέμμα
Τον άλλοτε δαίμονα
Κι η ομήγυρις με μια νεκρότητα
Να τρώει και να πίνει
Άγιε μου Γεράσιμε σκοτωμένη από
έρωτα πήγαινα
Σε γκρεμό κατέβαινα
Το σώμα μου όλο κατέβαινα


                                Κάτω απ' τη σήραγγα

Μαύρο προσεχτικό άρωμα
Λαμποντας απ' τα μαλλιά
Ως κάτω στο στόμα

Το τραίνο να τρέχει κάτω απ' τη σήραγγα
                                   παγιδευμένα πουλιά
Ακουγόταν ένας παφλασμός
Στα πλευρά της στοάς σαν από κύματα
Που θέλανε να ορμήσουν μέσα
Κι αυτό το μαύρο άρωμα να ψαχουλεύει
                               μες στο ημίφως
Μήπως βρει τη μοίρα του

Μαύρο καλοκαίρι πήγαινε αργά
Σαν άλογο που θα ξεσπάσει αργότερα
Σε τρελό καλπασμό
Μες στο πηγάδι φώναζα τ' όνομά μου
Μη χαθώ

Έπλυνα καλά τον καθρέφτη
Και το χαρτοκόπτη
Και τα πέταξα στα σκουπίδια


(Ωσάν λέξεις)





Πέμπτη, 20 Φεβρουαρίου 2014

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ (11)


Δάσος

Λιτά
τα δέντρα,
τα σκόρπια φύλλα
όχι λυπητερά.
Κι όμως βουβά
θανάσιμα.
περπατώ και συλλέγω
χρυσή σιωπή.


Αύριον

Και αίσθημα και αίσθηση αφήσανε
οι ανεπαίσθητοι ουρανοί
χαϊδεύοντας τις επιφάνειες.


Ανυπαρξία

Η θάλασσα (πάνε θλιμμένα χρόνια)
επέθανε. γύρω της κλαίγουνε στεριές
και ορίζοντες.


Τοπίον

Οι ορίζοντες ρεμβάζουνε στα πέρατα της γης
όταν οι άνθρωποι αποκοιμήθηκαν
ή πέθαναν.


Ίσως θύμα

Θάλασσα, ίσως θύμα
ο Θεός θέλει
μια λίμνη από δάκρυα να υπάρχει
σαν έξω απ' το χρόνο,
αλλά ορατή πέραν της ψυχής.
του ανθρώπου θέαμα και καθρέφτης.


Οικογένεια

Η αποσταμένη πολιτεία της αγαθής μας ηλικίας
σα μια μητέρα ή μια μεγαλύτερη αδελφή
ακόμα αυταπατάται.
νομίζει πως θα ζυγώσουμε ξανά τα σύνορά της
και με τη μελιχρή και ντροπαλή φωνή της
γλυκιά σαν μια ανέπαφη ανάμνηση
μας ικετεύει
Πιστεύει πως εύκολος ανεκτός είναι ο γυρισμός
ήδη μας βλέπει φτάνοντας στους κόλπους της
και ξανανιώνει παρανοεί τα παλαιά μας δάκρυα


Φιλοσοφία

Συνομιλία με το αντικείμενο
πράγμα μοναχό του.
σιωπή μετρημένη
από ένα άγνωστο αυτί
μας πλησιάζει
και μας δένει,
γύρω μας βουίζει
μυθικό έντομο
ένας Θεός


Αιώνες

Μακριά απ' την κοσμογονία,
με παρατήσανε μοναχό,
σαν πτώμα
ή κτήνος

Και περάσανε οι μέρες πάνω μου
στάχτη φέρνοντας και καπνό

Περνούσανε, κι από τον ύπνο
όπου επνιγόμουνα,
έβλεπα τα θολά τραγούδια
τα δάκρυα που είχαν γίνει ουρανός
και τη σιωπή του χρόνου

Yves Tanguy, The furniture of time

Το σώμα είναι έτοιμο

Το σώμα είναι έτοιμο
Άνοιξη άσπρο τριαντάφυλλο
Μια σιωπή από σπουργίτια
Μάτια που πνίγονται
Διαγράφοντας την αλήθεια
Λικνίζοντας το μυστήριο

Λόγια μεστωμένα στο μέλι
Που κρέμονται ξέχειλα
Από ουσία
Στα κλωνάρια των δέντρων
Στα μπράτσα που σηκώνουνε καρπούς
Τα χελιδόνια


Ανακούφιση

Το μάτι αισθάνεται
μια κάποια ανακούφιση
Όταν ο άλλος απολαμβάνει
Βλέποντας τα ίδια.


Είναι Λουλούδι

Τ' όνομα του κάθε ανθρώπου
Είναι λουλούδι

Έρχεται απ' την πατρίδα
των πουλιών

Κατεβαίνει όπως η σελήνη
Στα νερά της θάλασσας
Και φέρνει γαλήνη

Όταν γυρίζει ο ήλιος
Οι γλάροι τ' ακούουν
Τόσο ψηλά ανεβαίνουν
Που όποιος τους κοιτάξει
Δε βρίσκει πια το χώμα

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ (7)


ΒΑΘΜΙΔΕΣ

1

Ήτανε όλο το πρωί σημαιοστολισμένο
και τραγουδούσα.
Ολοένα έρχονται πια
σαν από ανώτατο δικαστήριο
φωνές.
Ψάχνω μάταια να βρω την αίθουσα
πρέπει να μιλήσω με τόσους
φίλους με τα αιώνια τώρα μάτια.
Κινείται ο δρόμος προς το μεσημέρι.

2

Αν είδατε τη μοναξιά ποτέ πίσω απ' το τζάμι
να σας απειλεί
μ' ένα μαχαίρι σιωπή
που αργά θα σχίσει το δικό σας στήθος
όπως φάντασμα την πόρτα να περνά
με γελαστά τα εξογκωμένα μήλα
και να στέκει-
ν' αγγίζει τα βιβλία σας
τα πράγματα στους τοίχους
κι ύστερα πάλι εμπρός σας
μ' ένα μαχαίρι σιωπή
να στέκει-
θα με αγαπήσετε, είναι γυμνό
σαρώθηκε αυτό το μεσημέρι.

3

Όλα κοστίζουν ένα παίξιμο.
Πάρε μαζί σου τον έρωτα κι εκείνα τα όνειρα
έλα στην κάτω γειτονιά και πες: Κορόνα -γράμματα
εκεί που χάνεται η ψυχή να βυθιστείς.
Θέλω ν' ακούσεις το μεγάλο μυστικό
για πάντα πέφτει ο καρπός από το δέντρο.
Εντούτοις εκεί που χάνεται ο δρόμος
να τραβήξεις.
Ό,τι να σε καλέσει
δεν είναι για επιστροφή
τα δάκρυα κι ο πόνος κοφτερός
είναι μες στο παιχνίδι.
Όποιες φωνές ακούσεις μη σε παρασύρουν
σφάξε τη μια την ομορφιά να πιει το αίμα η άλλη.
Κορόνα -γράμματα να παίξεις
τις ώρες και τα χρόνια
μόνος με τον έρημο αντίπαλο.

4

Εδώ είναι απότομη η χαρά: Μην προχωρήσεις.
Άκου το πουλί με το βιαστικό κελάηδημα
μην κινηθείς περισσότερο.
Έτσι του μιλήσαμε.
Μα έδινε μια μάχη -όπως είπαν.
Ύστερα είδαμε τον ουρανό που έπεφτε
ξεκομμένος από όλα
σαν γαλάζιο αλεξίπτωτο.

Χώθηκε αργά στο βάραθρο
και τον σκέπασε.


ΟΤΑΝ ΚΟΙΤΑΖΕΙΣ ΤΟ ΧΩΜΑ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ

Πόσο διάσημη είναι η βροχή
ζεστή εικόνα μες στη θερμότητα των ενδυμάτων σου
φωνή του νερού απ' τον Αμνό
της ακοής μου ευτυχία.
Τώρα που βρίσκομαι στον τάφο του πατέρα
με βροχερό γιασεμί κατά τη δύση
τρέχοντας η σκουριασμένη βρύση του νεκροταφείου
ποτάμι δικό μου σαν τη ζωή ο θάνατος τι τραγούδι...
Και το μικρό σκουλήκι γίνεται πολεμιστής
δίκαιος μες στα χώματα.
Εδώ αυξαίνουν οι ώρες της γαλήνης στο λάδι του καιρού
είμαστε άφθαρτοι πώς να το φανερώσω
το άσμα κρύβεται μέσα μου βαθιά.


ΟΝΕΙΡΙΚΗ

Μοβ είναι το γκρίζο περιστέρι ολόγυρα
κι όνειρο πράσινο στο μικρό λαιμό του
ο έρωτας όπου
βασιλεύει μες στο νερό
πάντα ο έρωτας το καλό ταξίδι ανοίγοντας
ωσάν θαλάσσιο πανί στην κίτρινη αυτή νύχτα.
Η Εύα που σέρνεται ανάμεσα στους καρπούς κρεμάμενους
έχοντας την ωραία μορφή της
να κοιτάζει τους καρπούς
κι ο έντρομος Χριστός υμνεί το έντομο.


Ο ΚΗΠΟΣ

Όλα εμπαίζουν την αιωνιότητα.
Και συ Κλεισμένε στο αίνιγμά σου
Κύριε ωχρέ του κήπου
εσταυρωμένη έκσταση
λάμπος του θανάτου
στο στέρνο μου ακροβατείς.

Max Ernst, The joy of living

Η ΒΑθΕΙΑ ΩΡΑ ΤΩΝ ΦΥΛΛΩΝ

Πού να βυθίζεται κανείς όταν πεθάνει; -
με ρωτούσες γαλάζια γυναίκα.
Βλέπω τα φύλλα σιωπηλά
στο χώμα
δεν έχουν μοίρα πια.
Πέφτουν ένα δύο τρία
θα ρθει ο άνεμος.
Τα φύλλα βυθίζονται στον άνεμο
δείχνουν την ποίηση με τόσες ταλαντεύσεις
ταξιδεύουν μαζί
με τα πουλιά.
Κοίταξε: βρίσκονται τώρα ψηλά.
Εκεί
λοιπόν
η τύχη κείται
μ' έξι φτερά
μαρμαρωμένα.
Μη λείψεις απ' το τραγούδι μας-
ποιος τρέχει μακριά στο πλάτος;
Είναι βλαστός ανέμου
χαρά
κομμένη απ' τον ήλιο της επιστροφής
ιδέα ήχος
η δωδεκάτειχος ψυχή μέχρι τ' αστέρια;
Τρέχει τρέχει τρέχει
λησμονιά γεμάτη άνθη εκεί.

(Ποιήματα 1961)

ΛΟΙΠΟΝ, Ο ΚΑΙΡΟΣ ΠΕΡΝΑ
Χαμένος όσο τ' αγιοκλήματα
πάνω στο κιγκλίδωμα που είν' ερειπωμένο χρόνια
με τις σκόνες βουβές μακριά στα χιλιόμετρα της μνήμης
-ωραία θλιβερή γλυκιά επαρχία μου-
αλήτης αισθάνομαι της μεγάλης πειθαρχίας
όπου τα ύψη πάντα θα κρατά πεσμένα στ' αστέρια
κι ο ήλιος
μέσα στο γαλάζιο πυρ αιώνες...
Ανθόνερο της κλίνης όταν από χιλιάδες παραμύθια
σε λεύγες πυρετού βυθίστηκα νήπιος
και σεις ω χέρια της μητέρας μ' αγγίζετε-
είμαι χαμένος όσο τ' αγιοκλήματα
στο ευωδερό που μεγάλωσα σπίτι
αλλόφρων εγκαταλείπομαι στα οστά μου
εγώ τόσον άχρηστος
περ' απ' τα επαγγέλματα που τη ζωή κραυγάζουν
έδεσα το φαρμάκι μες στο στήθος.


Η ΧΑΡΑ

Να έχεις το κύμα να χάνεσαι στο στήθος
έρημος ως τα σπλάχνα
δεν τραγουδάς
ανοίγεσαι μες στη λησμονιά κι ολοένα θυμάσαι
χρόνος αδηφάγος όπου σε κάνει αυξανόμενο νεκρό.
Να έχεις το κύμα να χάνεσαι στο στήθος
ή ο λαιμός να καίγεται-
ποιος άλλος θρίαμβος
των ηττημένων...
Α η χαρά μας είναι τρομερή με τ' αστέρια
κομματιασμένα σε δροσερό θάνατο.
Κι ο ήλιος κάθε μέρα έρχεται
μ' ένα παλιό όπλο και πολλές σφαίρες.

(Η έλαφος των άστρων)

Τετάρτη, 19 Φεβρουαρίου 2014

Έλενα Πολυγένη (9)


Το παιχνίδι

Μικρό αλογάκι με τα ξύλινα μάτια
Δε μπορείς να βρεις την αγάπη σου
Κι η καρδιά μέσα σου χτυπάει
   Χτυπάει.

Αχ, καημένο ξύλινο αλογάκι.
Ο αναβάτης σου ήταν ένα παιδί.
Οι κούκλες στο δωμάτιο
Μιλούσαν μόνο για τα
   Φορέματα
Και τα μαλλιά τους.
Κανείς μεγάλος δε σ' έπαιρνε
  Στα σοβαρά.
Ολοι γελούσαν με το αυτιστικό σου
   Κούνημα
Πίσω-μπρος, πίσω-μπρος
Πήγαινε η ζωή σου.

Γελούσαν, αλλά εσύ ήξερες
  Την αλήθεια.

Τα βλέφαρά τους ανοιγοκλείνουν
Οι σκιές τους πηγαινοέρχονται
Τα παράθυρα υποφέρουν
Οι στάχτες εκπλήσσονται
Οι στάχτες εκπλήσσονται.

Παραπονεμένο αλογάκι
Η φωτιά μέσα σου
Θα τους κάψει όλους



Σφαγείο

Κόρη, γιατί το βλέμμα σου

  Πέφτει και σπάει;
Δε γνώριζες για τα σιδερένια χέρια
  Του κρεβατιού;
Μόλυνες την ανάσα σου με λέξεις
Που ξέχασες, ξέχασες τ' άλλο πρωί.
Ελαμπε το δέρμα σου αλλόκοτα,
   Σπαραχτικά
Καθώς πάσχιζε να ελευθερωθεί.
Τώρα, γιατί τρέμει η ματιά σου;

Η οθόνη σε περιμένει.
Θα πετάξει το κόκκινο κρέας
Μπροστά σου
Ολοζώντανο
Κατασπαραγμένο
Ζωάκι που έκλαιγε
Και
Ετρεχε
Μες στο σκοτάδι.

(Ο φαλλός του ουρανού
Κορόιδευε ανελέητα
Μην έχοντας όρεξη πια
Να το δαμάσει).


http://www.youtube.com/watch?v=ApCNB7bKimo


Η ώρα της Κρίσης

Μια λέξη που παραμένει ενίοτε στάσιμη σ' ένα μοτίβο προκαθορισμένο από δισύλλαβες τρισύλλαβες και μονοσύλλαβες κραυγές η σήψη
και η αδυναμία παραφυλάνε έξω από τα παράθυρα όπως το μέταλλο
της φωνής ραγισμένο σαν την ανυπαρξία σας

αποτελείται από προσχήματα μυστικά που μεταφέρετε τρέμοντας τα χέρια
σας αδυνατούν να πιάσουν το νόημα και παραπαίουν στις άκρες

παραφυλάτε έξω από τα παράθυρα με το σκοτάδι στο
μέτωπό σας κι αυτή η περίπλοκη θλίψη που στάζει από
τους σωλήνες και τις στέγες των σπιτιών στα μάτια
σας καθρεφτίζεται και σβήνει

είστε σ' ένα μεγάλο εστιατόριο, το βράδυ καρφώνεται
στη στέγη του, πιάνεστε από ένα μαχαίρι, ένα μαχαίρι
ειδικό να κόβει κρέας, η αιχμή του σας προβληματίζει
καθώς βλέπετε επάνω το όνειρό σας

κομμένο στα δύο μοιάζει το βράδυ από τη μια οι στέγες
οι κραυγές και η μασημένη τροφή, από την άλλη
το αιχμηρό ματωμένο αποτύπωμα και όλα τα υπόλοιπα



Σχεδιάζοντας μπροστά τους


Εκκινώ την απολογία μου με μια φωτογραφία
Χαρακτηριστικού μέρους του κόσμου: θλίψη.
Οι μέρες που απορρόφησαν την ύπαρξή μου
Ηταν σχεδιασμένες ομοιόμορφα και είχαν
Ολες το ίδιο όνομα: πλήξη. Το όνομα
Αυτό έχει δοθεί από τους βαπτιστές
Των πάντων. Δύσκολα μπορείς να του ξεφύγεις.

Βλέπω τον δρόμο. Στο τέρμα του.
Κάτι φεγγίζει στην άκρη. Να προλάβω
Να το σχηματίσω. Πανικοβλημένη,
Ψάχνω στις τσέπες μου αλλά το
Μόνο που βρίσκω είναι
Ενα μολύβι. Ούτε κατά διάνοια
Δε μπορώ να τρυπήσω μ' αυτό την ατμόσφαιρα.


Nicholas Lyras Leaving

(πρώτη δημοσίευση: (..poema.) περιοδικό, τεύχος 18)


Ναυάγιο

Ετοιμάζεται να πιει τσάι.

Τα πόδια σταυρωμένα, το κεφάλι
Επίμονα στραμμένο χαμηλά, κοιτάζει
Με προσήλωση το φακελάκι
Που ανεβοκατεβαίνει μέσα στο
Καυτό νερό. Η κούπα
Πορσελάνινη,
Απροσπέλαστη, κλεισμένη
Στον εαυτό της.

Το νερό μαυρίζει ολοένα.


ΠΝΙΓΟΜΑΙ! ΠΝΙΓΟΜΑΙ!


(πρώτη δημοσίευση: Κουκούτσι, τεύχος 5)




ΑΜΗΧΑΝΟ ΣΕΝΑΡΙΟ

Ο αρχιστράτηγος με το γνωστό καπέλο ταΐζει
τα γουρούνια. Εγώ κρυμμένη σε μια παλιά
συνοικία, χωρίς τρόμο απεκδύομαι τις
εκφράσεις μου. Σπίτια και διαθέσιμα δωμάτια
για κάθε λογής επισκεπτήρια κατέρρευσαν
την οικοδομή. Συντρίμμια διασχίζουν το χάος και
αναδιπλώνεται. Εκείνη η κόκκινη κορδέλα στοιχειώνει
σαν ήλιος τα μαλλιά μου. Πώς να ανεμίσω μαζί της
ψηλά στις κορυφές; Πώς ενώ φεγγοβολά γύρω τριγύρω
η αντανάκλαση; Τα λάφυρα απ' τα όνειρα τρυπάνε
τις τσέπες μου, ρημάζουν τις ζωοτροφές. Τώρα για τη
σχεδία που θα μας σώσει ήτανε μια παρηγοριά της
φτηνής ώρας. Κι όταν μες στα χαλάσματα ανθίσει
η παπαρούνα, έλα να μου χαμογελάσεις.

ΕΚΕΙΝΟΙ ΠΟΥ ΠΕΘΑΙΝΟΥΝ

Τώρα όλοι μαζί σαν εξουσιοδοτημένοι, μέσα
στο χάος να παραλειφθούμε.
Χωρίς προσωπείο, χωρίς διάγγελμα όλοι οι άνθρωποι
είναι ίσοι.
Η μικρή νευροειδής υπόφυση θα δημιουργήσει
μια αλυσίδα από άσυλα.
Μας είπανε ότι η λάσπη
δεν μπορεί να εξεγερθεί και να λάμψει.
Σαν μιλημένοι τρέχαμε από τα κοιτάσματα
των θλίψεων,
σαν παρερμηνευμένοι.
Κατεδαφιζόταν το στοίχημά μας
σαν ηχώ από παράθυρα που έτριζαν.
Και πέφταμε απ' τον τέταρτο όροφο
με χαμηλά το κεφάλι.
Φαίνεται ότι τα λάφυρα από τα
παραγεμισμένα παντελόνια
άξιζαν όσο ένα μπουκάλι βενζίνη.

                            Η ΚΟΙΝΗ ΜΟΙΡΑ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΙΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΓΗΙΝΩΝ ΣΩΜΑΤΩΝ

Όλοι περιστρεφόμαστε γύρω απ' τους εαυτούς μας σαν αυτόφωτα σώματα. Ο

κεντρικός μας άξονας χωρίζει τις επιθυμίες από τις ανάγκες και παρ' όλα αυτά

εκλιπαρεί για γαλήνη. Οι άλλοι πλανήτες μας είναι ξένοι. Παραληρούν γύρω

απ' τη δυστυχία τους κι αυτό είναι το μοναδικό κοινό σημείο. Όλα τ' άλλα είναι

απλώς εκλάμψεις φωτός. Τα χέρια της εγκοσμιότητας αγγίζουν όλους το ίδιο,

κάποιους τους πνίγουν πιο νωρίς και μ' άσχημο τρόπο. Το μυαλό λαμβάνει εξωτερικά

σήματα τα οποία ανακυκλώνει με ζήλο και τα μετατρέπει συνήθως σε σημαίες. Όλοι

βαριούνται να ζήσουν και φοβούνται να πεθάνουν. Η διαρκής ροή του νερού

υπενθυμίζει το χρέος για την ύπαρξη το οποίο ελάχιστες εξαιρέσεις κρίνουν ως

απαράδεκτο. Η τροχιά είναι κυκλική, δεν αποφεύγεται ποτέ η επιστροφή στο σημείο

εκκίνησης και δεν υπάρχει η παραμικρή εξαίρεση σ' αυτό τον κανόνα.


(πρώτη δημοσίευση: ηλεκτρονικό περιοδικό diastixo)


Ένα φάντασμα στην είσοδο

Πέθανα χθες
            λίγο πριν τα μεσάνυχτα.
Εύκολα και ανώδυνα
όπως μια φευγαλέα σκέψη.
Με βρήκε το πρωί
                        ο θυρωρός
στεκόμουν όρθια,
με το πανωφόρι μου
τα χέρια στις τσέπες   
            και τον κοιτούσα
                  τον κοιτούσα.
 
Κάλεσε ασθενοφόρο
πολύ παγωνιά έξω
ο κόσμος μετέωρος
ο κόσμος λάθος
η βροχή έπεφτε
τα μωρά κλαίγανε
η καρδιά μου χτύπαγε
η νεκρή καρδιά μου
δεν έλεγε να σταματήσει.
 
(πρώτη δημοσίευση: bibliotheque)

http://www.youtube.com/watch?v=Bco77zWl8pE

Από τη Χώρα των Παράδοξων Πραγμάτων

Παρασκευή, 7 Φεβρουαρίου 2014

ΝΙΚΗ -ΡΕΒΕΚΚΑ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ (7)


                                                     Ράψιμο

Με σκουριασμένα βελόνια με στομωμένα ψαλίδια κόβω και ράβω. Η δαχτυλήθρα μου τρύπησε, τρυπιέμαι κι εγώ. Κι οι καρφίτσες μου χαίρονται τα γηρατειά του μαγνήτη. Κόβω και ράβω παρ' όλ' αυτά, κόβω και ράβω, να φτιάξω ρούχο να ντυθώ. Γιατί θα 'ρθούνε μέρες κακές και χειρότερες νύχτες, που τα ψαλίδια ολάνοιχτα θα ξαγρυπνούν στα τραπέζια. Θα κλείσουν για πάντα τα μάτια των βελονιών, να μην περνάει πια κλωστή. Στο βαθύ σκοτάδι πίσω απ' τον μπουφέ, στον αγύριστο, θα 'χει πάει η δαχτυλήθρα μου. Αστραφτερές οι καρφίτσες θα ξεσηκώνονται. Κι ο μαγνήτης μου θα 'χει πεθάνει.


                                                 Ο Μονόκερως

Ζει ο Μονόκερως. Ζούνε ωστόσο και τα κουνέλια. Με μουστάκια παλλόμενα, με ματάκια περίτρομα, γίνονται περισσότερα με την κάθε μέρα. Ώσπου η μοναξιά του Μονόκερου καταντάει μυθική, στα βουνά.


                                                      Τα έντομα

Όλοι αυτοί που περνούν έχουν κλείσει τριζόνια στα σπίρτα τους, στα παράδοξα σπίτια τους φέγγουν τη νύχτα οι πυγολαμπίδες, καπακωμένες μες στα ποτήρια. Σε κανέναν δε δίνουν νερό και φωτιά, τρέμουν μην τους ξεφύγουν τα έντομα.



                                                      Η σβούρα

Μέσα στα δώρα που της φέραν στη γιορτή της, βρήκε μια σβούρα σκοτεινή που δε γυρνούσε. Ώρες την έριχνε πια στο χαλί. Κι έμενε η σβούρα σα νεκρή, σκοτεινιάζοντας γύρω την κάμαρη. Έξω στη λιακαδίτσα, στο ωραίο χωματάκι, μόλις που έπαιρνε μισή στροφή και ξανασταματούσε. Και η αυλίτσα έπεφτε μονομιάς στη σκιά.
   Τι σβούρα ήταν αυτή; Ποιος της την είχε χαρίσει; Η μαμά της δεν ήξερε να της πει. Μακάρι να 'ξερε, της έλεγε, να του τα ψάλλει. Τις ξαδελφούλες της πια ξεμονάχιαζε, τις συμμαθήτριές της. Και τις μας πέρασες, μωρέ σαχλή; της κάκιωναν εκείνες. Μια παλιοσβούρα, και χαλασμένη, θα σου φέρναμε εμείς στη γιορτή σου;
    Μόνη της έπρεπε να βρει την άκρη. Το σχολείο της ήτανε μέσα στα πεύκα. Κάτω απ' τα πεύκα στεκόταν στο διάλειμμα, με τη σβούρα αγκαλιά, και κοίταζε πέρα.
    Κάποια φορά, όταν χτύπησε πια το κουδούνι, κι όλα τα κοριτσάκια χαθήκαν στις τάξεις, αυτή στεκόταν ακόμα εκεί. Συλλογισμένη πήρε να περπατάει. Σε λίγο δεν έβλεπε πια το σχολείο, το σπίτι της, βρέθηκε πολύ πιο μακριά, κι αργότερα κρύφτηκε πίσω της το τελευταίο σπιτάκι, ενώ το δάσος, ατέλειωτο, συνεχιζόταν.
   Τότε είδε μπροστά της έναν τεράστιο πύργο. Σκοτεινός και παράξενος υψωνόταν στα σύννεφα, κι είχε την πόρτα του ανοιχτή και την καλούσε.
   Χώθηκε μέσα, δισταχτική. Μια σκάλα στενή διακρινόταν στο βάθος. Πού να οδηγούσε; Όσο κι αν κοίταζε ψηλά δεν μπορούσε να δει, γιατί εχτός που ήταν γύρω σκοτάδι, η σκάλα φαινόταν να χάνεται στα ύψη. Περπατώντας δειλά προς τα εκεί, χάιδευε τη σβούρα της ηλεκτρισμένη. Κάτι σα λάμψη πήρε να την τριγυρνά. Έκατσε χάμω, στο πρώτο σκαλάκι, κι ήσυχα ήσυχα, προσεκτικά, χωρίς καθόλου να στρίβει τα δάχτυλά της, άφησε πλάι της, με τη μύτη, τη σβούρα.
   Που πήρε όμορφα στριφογυρίζοντας ν' ανεβαίνει, μέσα σε σπίθες χρυσαφιές χρωματιστές σκαλί σκαλί, με κινήσεις χορεύτριας, με στροβίλους καθώς πάει τ' αδράχτι.





                                                             Εύνοια

Εκεί που έπαιρνα θαυμαστικό, τώρα μου βάζαν αποσιωπητικά. Το κρασί γινόταν νερό, ο Παράδεισος ένα προάστιο κοντά στο Μαρούσι. Στον ύπνο μου έμπαινε ο άγγελός μου, ψιθυρίζοντας ύπουλα το επίθετό του. Μια γνώση οξύτονη και τετρασύλλαβη φώλιαζε μέσα μου. Κάτι σαν Χάρις που αποσυρόταν υπήρχε γύρω.
   Δεν είναι τίποτα, είπε η Α. Κι εγώ το 'χω περάσει. Έχασες την εύνοια του βασιλιά.
   Δεν ξέρω εγώ, της φώναξα, κανένα βασιλιά.
   Δεν έχει σημασία, είπε άτονα. Εκείνος σε ξέρει. Μας ξέρει ανέκαθεν όλες εμάς, μας βαριέται μία μία θανάσιμα.


                                                           Ο αχινός

Έγκυος ήταν η φίλη μου η Μ. Κι η λιγούρα της ήταν για φύκια και όστρακα, τρελή από μια δίψα γύρευε θαλασσινό νερό. Γύρω της έκθαμβο σταυροκοπιόταν το σόι. Θα 'ταν κορίτσι; Θα 'ταν αγόρι;
Ό,τι κι αν είναι αγάπη μου, εγώ θα σ' το βαφτίσω, υποσχέθηκα μέσα μου μυστικά τρομαγμένη.
   Μετά μαρτύρια φρικτά, κι αφού πια πήδηξε ως το ταβάνι, γέννησε η φίλη μου έναν αχινό. Η μάνα της τον έριξε με φρίκη σε μια γυάλα και χάθηκε να βρει παπά, να τον ξορκίσει.
   Όταν ξύπνησε η Μ γύρω της μύριζε πίσσα κι ιώδιο, μες στην έρημη κάμαρη μια φωνή μυστική τραγουδούσε:
    Αλάτι ψιλό, αλάτι χοντρο
     Έχασα τη μάνα μου και πάω να τη βρω

Γύρισε τότε να κοιτάξει τη γυάλα. Ήταν θολή και φουρτουνιασμένη. Στα κοίλα τοιχώματα αγωνιούσε, μισοανεβαίνοντας, ο αχινός, ύστερα πάλι γλιστρούσε κάτω. Στεκόταν λίγο, αποκαμωμένος, ύστερα έπαιρνε και πάλι δρόμο.
   Έβαλε μέσα στη γυάλα τ' άσπρο της χέρι, γλυκά τον έπιασε και τον σήκωσε. Τόσο τον χάιδεψε, που τ' αγκάθια του έγιναν μεταξωτά, στην καρδιά του ήρθε κι έκατσε ένα μωβ λουλουδάκι.
   Τ' άλλο πρωί, βουτηγμένες στα δάκρυα, τον πήγαμε στη θάλασσα για τα βαφτίσια.



                                                         Στο βυθό

Έπεφτα κι έπεφτα, κι ούτε ήξερα ποιος μ' είχε ρίξει. Γύρω οι φίλες μου χάνονταν, με φούστες που ανέμιζαν σα φτερούγια ψαριών, γύρω από πέτρα που πέφτει. Ένα πράσινο μήλο βρισκόταν στο χέρι μου, κι όσο εγώ πια κατέβαινα, τόσο εκείνο κοκκίνιζε, ωριμάζοντας γρήγορα μέσα στην πτώση. Δεν μπορεί, έλεγα μέσα μου. Όπου να 'ναι θα ερχόταν η αντίστροφη ώθηση, που θα μ' έστελνε ίσια ψηλά, συνοδευμένη από πλήθος θριαμβευτικές φυσαλίδες.
   Ένα έδαφος κρύο με δέχτηκε και με κράτησε. Το μήλο, στο χέρι μου, βαθύ βαθύ κόκκινο. Κανείς δεν ερχόταν.


(Του λιναριού τα πάθη)