Πρότυπα

Πρότυπα

Έψαχνε να βρει το σπίτι της μα ήταν χαμένο μέσα στο δάσος. Επέστρεφε από το σχολείο και είχε στην πλάτη έναν τεράστιο σάκο γεμάτο με βιβλία...

Σάββατο, 5 Οκτωβρίου 2013

Θωμάς Τσαλαπάτης : Το καρφί


Άρχισε να φυτρώνει αυτό το πράγμα στο μέτωπο, αυτό το πράγμα, όπως με είχαν προειδοποιήσει. Στην αρχή σαν στίγμα ή ίσως ελιά, σαν κάτι ενοχλητικό που έστω για λίγο μπορείς να το ξεχάσεις. Αλλά ύστερα άρχισαν οι κουτουλιές, και αυτό έβλαψε πολλούς ανθρώπους. Ένα καρφί ήταν, ένα καρφί άρχισε να φυτρώνει στο μέτωπό μου. ίσως σε άλλους να έχει συμβεί ξανά, με εμένα ήταν η πρώτη μου φορά και κάθε φορά που μεγάλωνε έναν πόντο ήταν και πάλι η πρώτη μου φορά. Καθώς μεγάλωνε, έκανε το κεφάλι μου να τρίζει σαν γέρικο παρκέ. Κι όμως δε νιώθω πόνο, όχι περισσότερο από όταν τα νύχια ή τα μαλλιά μου μεγαλώνουν. Άκουσα πως αυτά μεγαλώνουν και μετά το θάνατο, θα ήθελα να μάθω τι θα γίνει με το καρφί, δεν ξέρω. Ευτυχώς η στάση των γύρω μου δεν άλλαξε -αν εξαιρέσουμε πως κανείς δεν θέλει πια να παίξει κουτουλιές μαζί μου. Θέλω να πω, ποτέ κανείς δε με πολυσυμπαθούσε. Και τώρα αντί να λένε "να εκείνος ο αντιπαθής", λένε "να εκείνος ο αντιπαθής με το καρφί στο μέτωπο". Δεν θα το έλεγα αλλαγή.
    Καμιά φορά, ενώ κάθομαι ήσυχα στο πάρκο, ένα πουλί στέκει να ξαποστάσει στο καρφί. Εγώ το διώχνω με μια κίνηση μηχανική. Κοιτάζω τους ανθρώπους, τους γέρους με τους χαρταετούς, τους άστεγους, τις γυναίκες με τα καρότσια και τα παιδιά τους μέσα στα καρότσια. Σκέφτομαι, κάποιοι προτιμούν τα αγόρια, κάποιοι άλλοι προτιμούν τα κορίτσια, εγώ πάλι προτιμώ τα καρότσια. Είναι όμορφο να έχεις επιλογές.
    Ύστερα ήρθαν οι γιατροί. Άρχισαν να μου μιλούν με μια ψύχραιμη φωνή. Με καθησύχαζαν. Δεν είχαν λόγο. Δεν ήμουν εγώ αυτός που τους φώναξε. Με πήραν απ' το πάρκο. Με πήγαν σε ένα κτήριο μεγάλο και οι διάδρομοι μύριζαν απορρυπαντικό. Άρχισαν τα συνέδρια. Εγώ περίμενα έξω από την αίθουσα, δύο ή τρεις μέρες ακίνητος. Επιχειρήματα, αναλύσεις, συγκρίσεις με άλλα φαινόμενα, διαγράμματα, χάρτες, ερωτήσεις, απαντήσεις και απορίες. Άκουσα κάποιον να λιποθυμά, κάποιον άλλο να καταφάσκει. Είδα κάποιον να φέρεται με αγωνία, κάποιον να περπατά αδιάφορος. Απαντήσεις, απαντήσεις, απαντήσεις.
    Μια μέρα άπλωσαν τη φιλικότητά τους στους ώμους μου με χέρια καθησυχαστικά -δεν είχαν λόγο. Μου είπαν διάφορα. Δεν τα θυμάμαι. Τελικά, μου ανακοίνωσαν την απόφασή τους.
    Μετά από ενδελεχή και εξεζητημένη έρευνα αποφάσισαν πως ένα καρφί φυτρώνει στο μέτωπό μου. Για το λόγο αυτόν αποφάσισαν να πάρουν τα μέτρα τους. Μου κρέμασαν έναν πίνακα στο μέτωπο. Έναν πίνακα που τώρα μου καλύπτει το πρόσωπο. Δεν θυμάμαι πώς ένιωσα, μα από τις αντιδράσεις έμοιαζαν όλοι ανακουφισμένοι, ενθουσιασμένοι, μερικοί από αυτούς ευτυχισμένοι θα έλεγα.


    Από τότε πέρασε καιρός. Το καρφί σταμάτησε να μεγαλώνει. Και ο πίνακας κρέμεται ακόμα εκεί. Όλα είναι ήσυχα πίσω από το λιτό διάκοσμό μου. Το μόνο κακό είναι πως δε μπορώ να δω -βέβαια, δεν υπάρχει και τίποτα ιδιαίτερο να δω. Τώρα περνώ το χρόνο μου στο πάρκο, ήσυχα σε ένα παγκάκι, με το πρόσωπό μου πίσω από τον πίνακα ακούγοντας φωνές, βήματα, καρότσια. Αλλά προσοχή: βρίσκομαι σε ετοιμότητα. Περιμένω κάποιον περίεργο να μετακινήσει τον πίνακα για να δει τι κρύβεται από πίσω. Τότε εγώ, έτοιμος εδώ και καιρό, θα τον ουρλιάξω κοφτά, κάθετα, απότομα. Ελπίζω να καταφέρω να τον τρομάξω. Είμαι σίγουρος, ναι... η αντίδρασή του, θα με κάνει να γελάσω. Έχω αλήθεια καιρό να γελάσω. Απλώς περνώ το χρόνο μου πίσω απ' τον πίνακα και μάταια προσπαθώ να φανταστώ τι αναπαριστά και τι απεικονίζει. Με μάτια φραγμένα, ονειροπολώ τα τοπία του, με μάτια φραγμένα συνθέτω τις εκτάσεις του.


(Το ξημέρωμα είναι σφαγή κύριε Κρακ)

Στάθης Κουτσούνης (8)


       το είδωλο





  μάθημα ανθρωπολογίας ο δάσκαλος με στέλνει να
  φέρω τον σκελετό φοβάμαι κατεβαίνω στο υπόγειο
  βλέπω τα όργανα φοβάμαι επιστρέφω στην τάξη
  σκελετός ο δάσκαλος αγγίζει με το χάρακα τα οστά
  μου φοβάμαι τα παιδιά ξεκαρδίζονται λένε αστεία
  είμαι άσαρκος κοκαλωμένος δίπλα στην έδρα φοβά-
  μαι οι συμμαθητές μου ακόμα γελάνε

  αδυνατώντας οι νήπιοι να καταλάβουν
  στο κάτοπτρο του χρόνου το είδωλό τους


        εν δόξη

ζέστη αβάσταχτη    κοντανασαίνει
στα πισινά του ο σκύλος καθισμένος
με στόμα ορθάνοιχτο και τη γλώσσα
να κρέμεται στεγνή

τα δόντια του λεπίδια

παρακεί το αρνί χαυνωμένο
μπερδεύει τον σκύλο με λύκο
ονειρεύεται δόξα

περίφημο το στόμα του
και προτιμότερο ζεστό
να νιώσω κάποτε το δόντι του παρά

την παγερή τη λάμα του χασάπη                                 


(στιγμιότυπα του σώματος, Μεταίχμιο 2014)




                           κύκλος

της αγάπης μου τα σπλάχνα
κρεμασμένα στον ουρανό
άγγελοι γύρω βουίζουνε λιμασμένοι
ο σατανάς παίζει σαξόφωνο
το σκοτεινό λαρύγγι της
σκυλί ανήμερο στο στήθος του θεού
απ' το πελώριο μάτι του μαύρο
έπεφτε χιόνι
με μεταμόρφωνε διαρκώς
γινόμουν κομπιούτερ
                                  τρόλεϊ
                                             αλωνιστική μηχανή
ανταλλακτικό χαλασμένου κυκλώματος
αγκίστρι
              κόμπος
                          κουνέλι
                                       τροχός
πετρέλαιο γινόμουν και πότιζα
της αγάπης μου τα σπλάχνα


                                  εξτρεμισμός

τ' αυτοκίνητα τρώνε τους επιβάτες

στο σιδερένιο τους στομάχι χωνεύονται κομμένα
κεφάλια τσακισμένα μέλη όνειρα που
βλαστημούν τον ουρανό

οι επιβάτες τρώνε τ' αυτοκίνητα

στα δόντια τους σφηνώνονται στραβωμένα
εξαρτήματα κλάξον ρόδες τιμόνια που
οδηγούν στον ουρανό

τ' αυτοκίνητα τρώνε τους επιβάτες
οι επιβάτες τρώνε τ' αυτοκίνητα
πεινάει κι ο Μαύρος Αίλουρος
και τα τρώει όλα
ουρανό αυτοκίνητα επιβάτες
με τα φτυάρια οι εργολάβοι
κορμιά και σίδερα
στο αχόρταγο στόμα του χώνουν


                                      φωνή εν Ραμά

αργά το βράδυ δραπετεύουν

πηδούν στον κήπο απ' το παράθυρο
και παίρνουν βιαστικά με τα ξυλοπάπουτσα
το δρόμο για το πατρικό τους

γίνονται δέντρα

πριν ξημερώσει με λυγμό
αφήνουν γεια στο δάσος κι επιστρέφουν

ξαναπαίρνουν τη θέση τους στο σπίτι

εσύ ξυπνάς ανυποψίαστος
μοσκοβολάει παντού πεύκο και θυμάρι
δε δίνεις σημασία
ντύνεσαι γρήγορα και τρέχεις στη δουλειά σου

τα έπιπλα τότε καταπίνουν λαίμαργα την αδιαφορία
και δίνονται με πάθος στο αρπάλι του Άσπρου Σάρακα





                                      άρνηση

τα βιβλία τρελάθηκαν
βγάλαν φτερά πετούν
στο κενό του βιβλιοπωλείου

τρομαγμένος ο βιβλιοπώλης
κλείνει γρήγορα τις πόρτες
με το περίστροφο κυνηγάει
τα πουλιά βιβλία

λίγα κατάφερε
τα άλλα τον έπνιξαν
ανάποδα τον κρέμασαν
από την ταμειακή του μηχανή
(γεια σου έμπνευση)

έπειτα άνοιξαν τις πόρτες
βγήκαν στον αέρα
στη φαντασία επέστρεψαν
των ποιητών

που δε θέλουν πια να γράψουν


                           τετραγωνισμός του κύκλου

οληνύχτα χτυπιόμουν μ' ένα ποίημα
με πήρε ο ύπνος ξύπνησα

στο ακρωτηριασμένο σώμα μου
ακρωτηριασμένο χόρευε το ποίημα


                                 το νόμισμα

Κανένα ποίημα τελικά δε γράφτηκε. Ξέφυγαν όλα, όπως
   γίνεται πάντα.

Εγώ μέχρι εδώ έφερα μόνο το μαχαίρι. Μένει εσείς τώρα
    να πράξετε τη σφαγή
                             

(Τρύγος αιμάτων)

Τετάρτη, 2 Οκτωβρίου 2013

Κώστας Λιννός (7)

                                   Τέσσερα μικρά οράματα: της ηθοποιού

Όχι μια παρουσία, αλλά θραύσματα από διαφορετικές μάσκες είμαστε, ξανακολλημένα τώρα σ' ένα αιώνιο κρανίο. Καθώς η φωτιά σπέρνει τον εαυτό της, η μορφή του Οδηγού συγκρατεί απ' το σκόρπισμα την εικόνα του προσώπου ως πρόσωπο, το όνομα της πλάσης ως όνομα. Κι αν το "Εδώ Τώρα" που πνίγει και πνίγεται είναι το άλογο που ξυπνά ξαφνικά δίπλα σ' ένα μνήμα, ή το έντομο που ρεμβάζει πάνω στους χρησμούς του, τότε ναι, είδα: Τη ζωή τόσο μόνη που δεν μπορούσες να την πεις ζωή. Το φως τόσο μόνο που δεν μπορούσες να το πεις φως. Κι αυτά τα δύο ενώθηκαν σ' εκείνον τον δείπνο όπου δεν υπάρχει ονειροπόληση κυπαρισσιών παρά μόνο συμπόνια. Κι ένα ζωγραφιστό κοχύλι ή μια μορφή πάνω στο μάρμαρο, σα να τρέχουν ακίνητα, σα να κοιτάζουν, καθώς τα παιδιά τους γονείς, προς εκείνον τον γάμο. Αλλά όποιος φέρνει τον ήλιο δεν αφήνει ίχνη. Μέσα μου ένας νέος άνεμος θώπευε τα σπλάχνα των άστρων: Η γη είναι στη μέση δύο τόπων που δεν πρόκειται να δούμε ποτέ.


                                                       Σκιές ενυδρείου

Οι ώρες της άνοιξης, της κάθε άνοιξης, παιδεύονται στη νεκρή ψυχή.
Προσπαθήσαμε να ζήσουμε μυθολογικά. τα σχήματά μας
φύλαξαν μέσα τους τη σοδειά του ήλιου
με τη συνείδηση των γυμνών κλαδιών στην παγωνιά
που δε στενοχωριούνται για το χαμένο φύλλωμα.
και τα χρόνια περνάνε σα σκοτωμένα χρυσόψαρα
και δε δονούνται τα άδεια ενυδρεία ούτε οι ξεθαμμένες κάσες.
μέσα στα σάπια φύκια μας βαραίνει η αίσθηση του ερχομού μιας ξεγραμμένης μουσικής
κι εκείνων που βουτάν στις σκιές και μετράνε τα νεκρά φιλιά τους.
Τώρα, σε ποιο άγονο κοιμητήρι να επιστρέψουμε;
Πίσω απ' την πύλη του πια
ένα παιδί δεματιάζει τους ορίζοντες μονολογώντας:
είναι ο πλάστης, είναι το μαντικό μυαλό των δέντρων
μια κραυγή περιστεριού που πέφτει στο χώμα -
ξέρουμε όμως πως όλα ξεχνιούνται, σαν τον αφρό ενός κύματος
που κοιτάξαμε αφηρημένα πολλά χρόνια πριν.
Μα όχι και οι άυλες φορεσιές μας. αυτές είναι φτιαγμένες από περίσσευμα σκοταδιού
απ' τον αέρα που μας σκέφτεται πάνω από ένα βράχο το σούρουπο
κι από σκόρπια κιονόκρανα στις οθόνες.

Ένας κεραυνός οδηγεί το χέρι μας
ανάμεσά τους δεν υπάρχει κανένας θλιμμένος θεός
πρόσωπα ταξιδεμένα σε πολλές πολιτείες για να κερδίσουν τ' όνομά τους.
Κοιμηθήκαμε με το παλιό δέρμα και ξυπνήσαμε
μ' αυτή την ιστορία, μ' εκείνη τη σκόνη, με τούτο το τέλος
τώρα που οι καρδιές αλλάζουν αίμα κάθε άνοιξη
που ο χρυσός είναι χρυσός από το πρώτο καράτι ίσαμε το τελευταίο
τώρα που τα χέρια φεγγίζουν στο άγνωστο νερό.

Παύει σιγά σιγά ν' ακούγεται η βροχή
απ' τ' ανοιξιάτικα κλαδιά, χαμηλώνοντας αργά το βλέμμα
βλέπουμε τις χελώνες να γεννιούνται ανελέητα
στο σκληρό φως, να γεννιούνται
ανελέητα οι χελώνες, ασταμάτητα
ψάχνοντας στα τυφλά για έλεος κάτω απ' τα ξεβράσματα του ωκεανού.
Μπροστά στο λαξεμένο ξερονήσι η ψυχή μας λαξεύεται
οι όμορφες μέρες λαξεύονται. Έρχονται σαν κυνηγοί:
ένδοξοι, αλλά με σκοτωμένους λαγούς στην πλάτη
και θρύλους για τις φωνές των χρυσόψαρων και των χαμένων σωμάτων μας.


                                                Ο εκφορτωτής

Δεν πρέπει να μένουν ατραγούδιστοι οι τόνοι κρέας που χάνονται, αλλού τα μάτια, αλλού τα χέρια, πόδια μπλεγμένα με δρόμους αναποφάσιστους.

Αυτό το πέσιμο τόσου κρέατος με ήχους παιδικής χορωδίας και χρώματα βουνών που κατοικήθηκαν από ξοφλημένους ταξιδευτές γνωρίζοντας

πως από άνοιξη σε άνοιξη τα λουλούδια είναι πιο γερασμένα.

Δεν κατάλαβα πως ξεφόρτωνα πτώματα, κοίταζα το χλοϊσμένο σκήπτρο μου να πάρω μια ανάσα, δεν καταλάβαινα, όλο ξεφόρτωνα, δεν καταλάβαινα το φως

χιλιετίες πήζοντας οργή στη γούβα τους βράχου, ξαφνικά ακούστηκε μια λέξη αλλά το σώμα έμεινε ανεξιχνίαστο.

Και τα βιβλία ήταν μακρινά γιατί ο κήπος απέραντος κι ακουγόταν μόνο κάτι σαν παραμιλητό πεθαμένου ξυλοκόπου η λάμπα στο χάος σκεπές στις φλόγες.

Νεκρές γλώσσες, άδειοι τάφοι, δίδυμοι με το ψεύδος που τρως αλλά δε σκέφτεσαι το κλαδί που το βάσταγε

κι ούτε ήξερα, αγρότης του Χρόνου, για την πτώση των σπόρων. ότι ο ήλιος θα έκαιγε σε κάθε σταγόνα την επιθυμία του νερού να πνιγεί.

Προσηλωμένος στο καθρέφτισμα του φοίνικα στην έρημη θάλασσα στο καθρέφτισμά του στο άγονο αίμα είδα να αναδύεται το Μέγα Αστείο και σύννεφα που δεν πίστευαν στη βροχή που θα ρίχναν.


Rene Magritte, The glass key



                                   Τομέας Μ-3: Η αναφορά του ανθρωποειδούς

Στην αρχή ήταν οι αγιασμένες σκιές των βουνών και μετά
τα παιχνίδια που με τους αιώνες έγιναν σοβαρά.
Από κει κατέβηκε ένας τυμπανιστής, και υπάρχουνε μαρτυρίες ότι
  τον είδανε να χτυπά το ταμπούρλο του με τον ίδιο ρυθμό σε
  διαφορετικές εποχές και τόπους.

Κανείς δεν ξέρει τι απέγινε. Λίγες φορές μόνο
κάποιοι ορειβάτες βρίσκουν στις ψηλότερες κορυφές ένα χρυσό
  λουλούδι
και διηγούνται πως είν' η ψυχή του.


                                                      Ανώνυμο γράμμα

Ξημέρωνε μια μέρα που σκιές παγωνιών πηγαινοέρχονταν στο πνεύμα αργά, καθώς το φέγγος ηλιόλουστου νερού στον τοίχο

απομεινάρια παραδείσου πες, μπολιάζοντας με το ρυθμό μιας ήμερης θάλασσας το βλέμμα που δεν ξόδεψε τον ουρανό καταπώς του έπρεπε

τώρα που τα βράχια φαγώθηκαν απ' το άρρωστο νερό και δεν έχει σημασία το ξημέρωμα ή ο ύπνος μήτε το δόρυ που δε βρήκε στόχο κι ένιωσε τη μοναξιά μακριά απ' το αίμα.

Ύφανες με το γέλιο σου ένα μαντήλι και τύλιξες τη μέρα. κολυμπώντας με άθεες προσευχές στο καταπράσινο φύλλωμα προς τα παρθένα νερά του ήλιου.

Ορκίσου στη λάμψη των κίτρων! Ορκίσου στη λάμψη των σωμάτων που αλέθονται και φάε αυτόν τον μοναχικό κιμά γελώντας που σου πέφτουνε κομμάτια απ' το στόμα.

Δεν σου ζήτησα εγώ να ξεριζώνεις κορμούς απ' το πνεύμα σου, δεν σου ζήτησα να πάρεις χώμα με τα δυο σου χέρια και να σβήσεις τον ουρανό

ορίστε η ανταμοιβή σου, η φωτιά. Ορίστε το βάσανό σου, Άγιε Κριτή. Όχι, όχι εμένα, εκείνον βοήθα Στεφανωμένη, τον Άγιο Κριτή, εγώ σώζω κειμήλια μες στη θύελλα και φτιάχνω καινούργια όταν ο καιρός ημερεύει.


Απάντησέ μου, ειν' αυτή η μουσική σου; Το περιστέρι που ψυχορραγεί μέσα στις στάχτες παρακαλώντας για το φως τα χέρια που τραβήχτηκαν αργά απ' το νερό, φωνάζοντας ονόματα, απάντησέ μου! Το γέλιο που απλώνεται πάνω απ' το κλάμα είναι η μουσική;


Ναι, είσαι λίγος. κι ο ουρανός σε λιγοστεύει περισσότερο.



                                     Ύμνος στη χαρά

Την ώρα που η γκιλοτίνα μου άγγιζε το λαιμό
πρόλαβα να δω λίγο παραπέρα
σταγόνες να στραφτοκοπάνε στα πρωινά γιασεμιά
κι ένιωσα για μια στιγμή
σα να βοούσαν αγιοσύνη το χόρτο κι ο αγέρας.
Δεν μπόρεσα να κλείσω τα μάτια.
πήραν μαζί τους τούτη την εικόνα
να τραγουδά στην αιωνιότητα.


                                     Το μεγάλο όνειρο

Όπως μια Ιδέα σ' εγκυμοσύνη, βιασμένη και σπασμένη στο ξύλο
κοιτάζει τον ορίζοντα την αυγή
και καταφέρνει να ψελλίσει προτού την πνίξει ο λυγμός

                                                    "... Παράδεισος ..."


(από τη συλλογή Μετασχηματισμοί Γ')

Τρίτη, 1 Οκτωβρίου 2013

Νίκος Σφαμένος (12)

Μακαριότητα

Τα γαλάζια φορέματα και
οι νυχτερινοί ήλιοι
ο ήχος του μπουκαλιού στο
τοίχο και
μουρμουρητά από
γέρους σακάτες
τα ωραία κορίτσια και
τα ξεθωριασμένα βιβλία

 Ω μα είναι ένας υπέροχος κόσμος
Ω μα είναι ένας υπέροχος κόσμος

 Υγρά δωμάτια και
καλοκαιρινοί κήποι
σωροί ιδρώτα τα
ξημερώματα
λεηλατημένα μυαλά και
μισές ζωές

 Ω μα είναι ένας υπέροχος κόσμος
Ω μα είναι ένας υπέροχος κόσμος


 Εσείς

Δύο μεταπτυχιακά
θέση σε κεντρική
εταιρεία
ευτυχισμένος γάμος
ξεχωριστές δημοσιεύσεις
και
ακριβό αμάξι
ταξίδια σε ευρωπαϊκές
μεγαλουπόλεις και
ενδιαφέρον για τη
τέχνη και
το σύγχρονο
λάιφστάιλ
μεγάλες γνωριμίες
δείπνα
συνεντεύξεις και
ξαφνικός
θάνατος
ειδικά αυτό το
τελευταίο
πρέπει να σου
δημιούργησε
αίσθηση

(Οργή και λουλούδια σε μια χώρα νεκρών)


παράδεισος

 απόψε οι δρόμοι άδειασαν και
στολίστηκαν με μια παράξενη ευωδιά
δεν υπήρχε κανείς
το φεγγάρι κυμάτισε στα νερά
οι νεράιδες χαμογελούσαν στις
τραμπάλες
κάτι μυστήριο θα συνέβαινε
δίπλα μου ο Ρεμπώ ψέλλιζε
αλλόκοτες λέξεις για χρυσάφι
ο Βαν Γκόγκ τριγύριζε με μια
καραμπίνα
-τι παράξενα πράγματα-

τα ξωτικά έστησαν χορό
από τα κάστρα ήχησαν γλυκές μουσικές
και μετά να
όλα άδειασαν
ο Μότσαρτ σιγοτραγουδούσε γλυκές μελωδίες
ο Ντοστογιέφσκι ονειροπολούσε

και κοιτούσαμε με αγαλλίαση
τις βατομουριές που άνθιζαν
και τις λέξεις να γίνονται
περιστέρια


δώσε μου

θα ήθελα να ήμουν
γλάρος
ψαράς στις ακτές τις Κίνας
να είχα ένα γαλάζιο
ποδήλατο
μετεωρίτης
κύμα
οροσειρά
φτερό

να μην έγραφα ποιήματα
ω σίγουρα να μην έγραφα ποιήματα

θα ήθελα να ήμουν αέρας
του Απρίλη
λιβάδι
να μη κοίταζα κάτω
να φύτευα τουλίπες στην
Ινδία
γαλαξίας
φως
τραμπάλα

να μην έγραφα ποιήματα
ω σίγουρα να μην έγραφα ποιήματα

(Αυτά που γράφτηκαν κάτω από βρώμικο φως)

εκείνος ο ποιητής είναι
επιχειρηματίας με
σπουδές στο εξωτερικό και
πρόεδρος σε κάποιο ινστιτούτο
δίνει συχνά ποιητικές βραδιές
και πρόσφατα γνωστός εκδοτικός
οίκος κυκλοφόρησε
με τιμές
το βιβλίο του
με την εικόνα του να
φιγουράρει σε πολλά
καθώς πρέπει
περιοδικά


μείνετε ήσυχοι:
ούτε που το άνοιξα.


                           *

και μετά
δεν θα ξέρει κανείς
πως υπήρξαμε μέσα στα
δισεκατομμύρια
μόνο να κοιτάξεις
να κοιτάξεις αυτές
τις λέξεις που θα ξεχυθούν
σαν περιστέρια
και θα καταλάβεις
το τρόπο που προσπαθήσαμε να
νικήσουμε
όλους εκείνους τους
βασανιστικούς
τρομακτικούς
μικρούς θανάτους
λίγο πριν
το μεγάλο
τέλος


     (άγιες, αιματόβρεκτες και άχρηστες λέξεις)
               

                         
 Νάτος
τον ζηλεύω
αμέτρητες δημοσιεύσεις
πολλές και καλές γνωριμίες
κοινωνική ζωή
καλοστεκούμενος και
ταξίδια αναψυχής κάθε τόσο
χαμογελά στα γυαλιστερά του
ρούχα
σκαρώνει την επόμενη του δουλειά
σκέφτεται το επόμενο
ταξίδι
την επόμενη
συνέντευξη
την επόμενη
γκόμενα
του σφίγγω το χέρι και του λέω
αυτό που περιμένει να ακούσει
«θα πάς μπροστά φίλε».

Έξω η πόλη ανέπνεε ακόμα.
Είχα δραπετεύσει από κει μέσα.
Βούτηξα στο λιμάνι
πήρα μια αγκαλιά
λουλούδια
μια αρμαθιά
κλειδιά
ένα τόπι
και επιτέλους
χαμογέλασα
Van Cogh

Σήμερα έλαβα άλλη μια κακή κριτική
 ο ουρανός είναι καθαρός
το ψάρι χαμογελάει
και δυο παιδιά παίζουν
στην αυλή
ο Δεκέμβρης μου γελά
και
εκτοξεύομαι
χοροπηδάω
ερωτεύομαι
μυρίζω χρυσάνθεμα
στη καρδιά του χειμώνα
κύριοι
νίκησα

ανοίγω το παράθυρο και  τραγουδώ
ελεύθερος
όπως πάντα ήθελα


Για έναν αναγνώστη

 όχι
δεν είμαι σπουδαίος
είμαι εκείνος που θα ξενυχτήσει
κι αυτό το βράδυ
-με αγωνία ίδια με τη δικιά σου-
εκείνος που θα κοιτά απ’ τις κουρτίνες
όχι φίλε
εγώ καίγομαι εδώ
ακροβατώ σε λεηλατημένες πολιτείες
θα συναντηθούμε ίσως
στα άδεια μας μπουκάλια
στα βρώμικα παγκάκια
στις θολές λέξεις

κράτα τα καλά σου λόγια γι’ αλλού
γιατί εγώ καίγομαι
-και οι πόρτες της άνοιξης δε θ’ανοίξουν ποτέ- 


Καθώς παίζει η μουσική
αργά τη νύχτα
καθαρός ουρανός
και
πολύχρωμα
αστέρια
τα παιδιά
γυρίζουν
στα σπίτια τους
ενώ ονειρεύονται
λιβάδια
εκείνη
τον περιμένει
στη πόρτα
με το
νυχτικό της
ανεβαίνει τις
σκάλες
της δίνει
ένα φιλί και
την αγκαλιάζει
σφιχτά
καθώς ένας
άνδρας
γέρνει στους
τοίχους
(Ποιήματα 2009-2012)
Μικρές νίκες
 υποσχέθηκες να μη γράψεις ξανά εκείνα τα
ποιήματα
όμως βλέπετε είναι τόσες οι χαμένες νύχτες
σε κρατάει που τούτη τη νύχτα κάποιοι θα
βρίσκονται στην ίδια θέση με τη δική σου
-ελπίζεις να βρούνε τις λέξεις σου
και να τους δώσουν λίγο κουράγιο-
όμως εσύ να
το υποσχέθηκες
μάταιο όμως
οι φάροι δεν άναψαν ποτέ στο
σκοτάδι για εμάς
ούτε ζεστό χέρι μας απλώθηκε
κατεβάζεις μια γουλιά για όλους τους
ξεχασμένους
την ώρα που έξω
οι τηλεοράσεις θα τρεμοπαίζουν
τα νυχτερινά κέντρα θα γεμίζουν ασφυκτικά
οι περιπολίες θα αυξάνονται και
τα ζευγάρια θα τσακώνονται

το μπουκάλι αδειάζει και ένας μοναχικός
γελά δυνατά
στη μέση της νύχτας:
κέρδισες 
 Εσύ

 να
δώσεις
λίγο
αίμα
φωνή
και
μια
μικρή
ηλιαχτίδα

αρκετά
με
τη
βαρετή
ποίηση
και
ακόμα
χειρότερα
με
τους
βαρετούς
ποιητές

(Ανθισμένες νύχτες)