Πρότυπα

Πρότυπα

Έψαχνε να βρει το σπίτι της μα ήταν χαμένο μέσα στο δάσος. Επέστρεφε από το σχολείο και είχε στην πλάτη έναν τεράστιο σάκο γεμάτο με βιβλία...

Κυριακή, 2 Ιουνίου 2013

Αντιγόνη Βουτσινά (6)


                     Ο κήπος με τα λάθη

Είχε φυτρώσει μες στο σπίτι του
ο κήπος με τα λάθη
ώσπου μια μέρα,
πήρε το μεγάλο κλαδευτήρι
"δεν πάει άλλο", είπε
και βάλθηκε να κόβει
τ' αγριόχορτα.

Όταν τελείωσε
γύρισε να κοιτάξει¨

μα από παντού
έμπαινε
κίτρινη
η έρημος.


                      η αλκοολική μοδίστρα του ουρανού

Δεν μπορώ να δω τα πουλιά.
Αντικρίζοντάς τα,
βλέπω τις μαύρες κόπιτσες του ουρανού
που συγκρατούν τα τραύματά του.

Μετά, έρχεται το απόγευμα
κι η ράφτρα του πόνου πίνει τόσο πολύ
που αρχίζουν να τρέμουν τα χέρια της,
χάνει τις κόπιτσες
και αφήνει ακάλυπτο
για λίγο
το δέρμα του ουρανού.

Τότε, από εκεί
εγώ κοιτάζω την πληγή
κι εσείς το ηλιοβασίλεμα.


                              ο κηπουρός

Πίστεψε τόσο πολύ στους φανοστάτες
που ένα βράδυ
τούς είδε να ανθίζουν.

Ή μήπως
να φωτίζουν;

Αυτή τη λεπτομέρεια, βλέπετε,
δεν τη θυμάται¨
αλλά τι σημασία έχει
αφού αυτός ανέκαθεν
ήθελε να 'ναι
κηπουρός.


                        το μνήμα

Έζησε όλη του τη ζωή
ακίνητος.
Πάνω σε μια καρέκλα
να καπνίζει, να πίνει,
να σκέφτεται.
Σαν έπιπλο
πάνω σε έπιπλο.
Τόσο
που κάποιο βράδυ
ένα μικρό παιδί
του άφησε στα πόδια
ένα γαρύφαλλο.


                    μετρητής παραλίας

Αριθμούσε υπομονετικά
όλες τις πέτρες.
Σ' όσες μάλιστα, ήτανε μικρές
έβαζε δεκαδικούς
-τέτοια ακρίβεια-.

Το χειμώνα δεν είχε δουλειά.

Ανέβαινε στο παράθυρο
και περίμενε
το μεγάλο
κύμα.


                     χειροποίητη μητρότητα

Μια μέρα,
μη θέλοντας άλλο να διαφέρει,
έραψε στην κοιλιά της
την πάνινη κούκλα
των παιδικών της χρόνων.
"Φοβήθηκα
μη μείνουμε στο τέλος
οι δυο μας" της είπε
και τράβηξε

την τελευταία κλωστή.


Enzo Cucchi



(από τη συλλογή Το λάθος ποίημα)

Δήμητρα Αγγέλου (12)


Αυτό που κατόρθωσα να συγκεντρώσω
Δεν ήταν παρά μια αίσθηση
Μια αίσθηση με δέρμα
Η αίσθηση πως συναντώ τον εαυτό μου
Πολλές φορές μέσα στους δρόμους

Και πως είμαστε πολύ κουρασμένοι και οι δυο
Για να χαιρετήσει ο ένας τον άλλον


                            *

Όσο το στόμα μου είναι κλειστό ζητάει βοήθεια
   Και δεν ανοίγει παρά για να την αρνηθεί

                           *

Από μικρή...
Από τότε που έτρεχα και φιλούσα το χέρι του παπά
Ήξερα πως πάντα θα προσκυνούσα
Μα ποτέ δε θα πίστευα

                            *


Έκρυψα τη σιωπή στο στόμα μου
Έσφιξα τα χέρια
Έσφιξα τα δόντια
Πέταξα το κεφάλι μου στο πάτωμα
     και γονάτισα
Άριστες συνθήκες εξόντωσης
Άκουσα το δωμάτιο να λέει
Περίμενα λίγο έτσι
Μήπως και βγάλει χέρια αυτό
Τίποτα

                           *

Το κλουβί το είχα φανταστεί αλλιώς
Αυτό που μου δόθηκε δε με χωράει
Χωράει μόνο δύο


                            *

Το ανθρώπινο σώμα ποτέ
Όταν στ' αλήθεια το αγγίζεις
Δεν έχει περίγραμμα
Δεν έχει άνθρωπο


                             *

Αυτός είναι ο δρόμος μου
Προσπαθώ να σκεφτώ τι με ξέβρασε σ' αυτόν
Και πού να οδηγεί
Στο δρόμο μου σπάνια συναντώ ανθρώπους
Διασταυρώνομαι με δέντρα
Με ταλαιπωρημένες γάτες
Με μάτια που κρατούν για μια στιγμή και με αφήνουν
Σαν πυγολαμπίδες που λάμπουν για μοναδική φορά
Μετά κουράζομαι
Κάθομαι κάτω
Στην άκρη του πεζοδρομίου
Μπορεί να με κοιτούν παράξενα
Αλλά στ' αλήθεια δεν έχουν κανένα λόγο
Γιατί αυτός είναι ο δρόμος μου
Τόσα αυτοκίνητα πού πάνε;
Προτιμώ το δρόμο όταν νυχτώνει
Δεν είναι μεγάλος
Δεν ξέρω γιατί τον φοβάμαι
Σα να υπήρχε περίπτωση να με κρύψει για πάντα
Να με καταπιεί
Θα διακοσμήσω τον μεγάλο πλάτανο της στροφής με μια θηλιά
Στις γιορτές του βάζουνε φωτάκια
Ό,τι και να του βάλεις δε θα μιλήσει

Ο δρόμος μοιάζει με τη φλέβα μου
Και κάποια στιγμή θα ξαπλώσω στη μέση

Max Ernst


Δεν με τρομάζει ο θάνατος
Μόνο που μοιάζει να έχει πολλαπλασιαστεί
Δεν πρόκειται για έναν θάνατο
Αλλά για μια αρρώστια, μια μόλυνση
Ένα τοπίο ζωής
Όπου τίποτα δεν είναι ζωντανό
Και τίποτα δεν είναι νεκρό
Ένα τοπίο ζωής όπου όλα πεθαίνουν


                                *
Πεινάς;
Θα του πω
Μαγείρεψα!
Τι να πεινάει;

Όλη μέρα έτρωγε φύλλα δέντρων και σκοτάδι

                                *

Κάθε νύχτα βλέπω το Θεό
Έρχεται σε μια γωνιά στο δωμάτιό μου και πεθαίνει
Και δεν προλαβαίνω ποτέ να τον ρωτήσω
Γιατί να έρχεται εδώ;
Τόσος δρόμος από τους ουρανούς...
Μόνο και μόνο για να τον δω εγώ να πεθαίνει;


                                  *

Σηκώθηκα και τον ρώτησα αν βλέπει το ουράνιο τόξο
Μου είπε πως ναι
Τον ρώτησα πού ακριβώς το βλέπει
Μου είπε στον ουρανό
Με ρώτησε τι έχω κάνει κι είμαι έτσι
Του είπα πως έχω δει το ουράνιο τόξο

                                *

Πόσο θα παραμορφώσεις το πρόσωπό σου
Προκειμένου κάποιος να δει
Έναν ακόμη άνθρωπο


(από τη συλλογή Στάζουν μεσάνυχτα)