Πρότυπα

Πρότυπα

Έψαχνε να βρει το σπίτι της μα ήταν χαμένο μέσα στο δάσος. Επέστρεφε από το σχολείο και είχε στην πλάτη έναν τεράστιο σάκο γεμάτο με βιβλία...

Σάββατο, 27 Απριλίου 2013

SYLVIA PLATH (3)


                  ΘΗΡΕΥΤΗΣ ΛΑΓΩΝ


Ήταν ένα τοπίο βίαιο -
ο αέρας με φίμωνε με τα μαλλιά μου
ξερίζωνε τη φωνή μου, κι η θάλασσα
με τύφλωνε με τη λάμψη της, οι ζωές των νεκρών
ξετυλίγονταν μέσα της, απλώνονταν σαν πετρέλαιο.

Γεύτηκα τη μοχθηρία του σπάρτου,
τα μαύρα του αγκάθια
το ευχέλαιο των κίτρινων, κέρινων ανθών του.
Ήταν δραστικά, πανέμορφα,
και ακραία, σαν μαρτύριο.

Αναπόφευκτα κατέληγες εκεί.
Κοχλάζοντας, μυρωμένα,
τα μονοπάτια οδηγούσαν στο κοίλωμα.
Και οι βρόχοι σχεδόν εξαλείφονταν-
μηδενικά, που άδραχναν το τίποτα,

διαδέχονταν το ένα το άλλο, σαν ωδίνες τοκετού.
Η απουσία κραυγών
άνοιγε μια τρύπα στη ζεστή ημέρα, ένα κενό.
Το υαλώδες φως ήταν διάφανο τείχος,
οι λόχμες σιωπούσαν.

Ένιωθα μια ακίνητη εγρήγορση, μια πρόθεση.
Ένιωθα δάχτυλα γύρω από ένα φλιτζάνι τσαγιού, νωθρά, βαριά,
να τυλίγουν τη λευκή πορσελάνη.
Πώς τον πρόσμεναν, εκείνοι οι μικροί θάνατοι!
Τον πρόσμεναν σαν ερωμένες. Τον συνέπαιρναν.

Ένας δεσμός μας ένωνε κι εμάς -
ανάμεσά μας τεντωμένα σύρματα,
πάσσαλοι ριζωμένοι βαθιά κι ένας νους δακτύλιος
που παγιδεύει ακαριαία το γρήγορο θήραμα,
το σφίξιμό του κι εμένα να σκοτώνει.


                     Ο ΥΠΟΨΗΦΙΟΣ

Καταρχήν, είσαι ο άνθρωπός μας;
Έχεις γυάλινο μάτι,
μασέλα ή δεκανίκι,
σιδεράκια ή γάντζο,
λαστιχένια στήθη ή ψεύτικο καβάλο,

ράμματα να δείχνουν ότι κάτι σου λείπει; Όχι, όχι;
Τότε τι θέλεις από μας;
Το κλάμα πάψε.
Άνοιξε το χέρι σου.
Άδειο; Άδειο. Να ένα χέρι

να το γεμίσει, πρόθυμο
τσάι να φέρνει και να παίρνει πονοκεφάλους
και να κάνει ό,τι του λες.
Θα το παντρευτείς;
Σου εγγυόμαστε

ότι θα σου κλείσει τα μάτια στο τέλος
και θα διαλυθεί από τη θλίψη.
Φτιάχνουμε νέο απόθεμα απ' το αλάτι.
Βλέπω ότι είσαι ολόγυμνος.
Τι λες γι' αυτό το κοστούμι -

μαύρο και άκαμπτο, αλλά σου πάει γάντι.
Θα το παντρευτείς;
Είναι άθραυστο, αδιάβροχο
απρόσβλητο απ' τη φωτιά
και τις βόμβες που πέφτουν από ψηλά.
Πίστεψέ με, σ' αυτό μέσα θα θαφτείς.

Το κεφάλι σου τώρα, να με συγχωρείς, αλλά είναι άδειο.
Έχουμε όμως τη λύση.
Έλα εδώ, γλύκα, βγες απ' την ντουλάπα.
Λοιπόν, τι έχεις να πεις γι' αυτό;
Τώρα είναι σαν άγραφο χαρτί

αλλά σε εικοσιπέντε χρόνια θα είναι ασημένια
σε πενήντα χρυσή.
Μια κούκλα ζωντανή, από κάθε άποψη.
Μπορεί να ράβει, μπορεί να μαγειρεύει,
μπορεί να μιλάει, να μιλάει, να μιλάει.

Λειτουργεί, βλάβη δεν θα βρεις.
Θέλεις να κλείσεις μια οπή, είναι κατάπλασμα.
Θέλεις να δεις, είναι εικόνα.
Αγόρι  μου, είναι η μοναδική σου επιλογή.
Θα το παντρευτείς, θα το παντρευτείς, θα το παντρευτείς.


women of antiquity-by-anselm-kiefer


                           ΘΑΝΑΤΟΣ & ΣΙΑ

Δύο. Και βέβαια είναι δύο.
Τώρα μοιάζει απολύτως φυσικό -
ο ένας δε σηκώνει ποτέ το βλέμμα, τα στρογγυλά του μάτια
σφαλιστά, όπως στις μορφές του Μπλέικ.
Επιδεικνύει

τα εκ γενετής σημάδια που είναι το σήμα κατατεθέν του -
την ουλή απ' το καυτό νερό
τη γυμνή
οξείδωση του κόνδορα.
Είναι ωμό κρέας. Το ράμφος του

ξαστοχεί: δεν είμαι δική του ακόμα.
Μου λέει πόσο άσχημη βγαίνω στις φωτογραφίες.
Μου λέει πόσο γλυκά
δείχνουν τα μωρά στην παγωνιέρα
του νοσοκομείου, μια απλή

δαντελίτσα στο λαιμό,
μετά οι αύλακες των ιωνικών τους
σαβάνων,
μετά δυο ποδαράκια.
Δεν χαμογελά ούτε καπνίζει.

Αυτά τα κάνει ο άλλος,
τα μαλλιά του μακριά κι εντυπωσιακά.
Μπάσταρδος
που αυνανίζει μια λάμψη,
θέλει να αγαπηθεί.

Μένω ασάλευτη.
Η παγωνιά σχηματίζει ένα λουλούδι,
η δροσοσταλίδα ένα αστέρι.
Η πένθιμη καμπάνα,
η πένθιμη καμπάνα.

Κάποιος έχει ξοφλήσει.


Μετάφραση: Ελένη και Κατερίνα Ηλιοπούλου

Παρασκευή, 26 Απριλίου 2013

PAUL CELAN : TODESFUGE

                             
                                    Φούγκα Θανάτου


Μαύρο γάλα της αυγής το πίνουμε την εσπέρα
το πίνουμε μεσημέρι και πρωί το πίνουμε τη νύχτα
το πίνουμε το πίνουμε
σκάβουμε έναν τάφο στον άνεμο δεν έχει συνωστισμό εκεί
Ένας άνθρωπος μένει στο σπίτι παίζει με τα φίδια γράφει
γράφει το σούρουπο στη Γερμανία τα χρυσά μαλλιά σου Μαργαρίτα
το γράφει και βγαίνει απ' το σπίτι και τ' άστρα τρεμοσβήνουν
   σφυρίζει να 'ρθουν τα σκυλιά του
σφυρίζει να 'ρθουν οι Εβραίοι του έχει ανοίξει έναν τάφο στη γη
διατάζει να παίξουμε τώρα για το χορό

Μαύρο γάλα της αυγής σε πίνουμε τη νύχτα
σε πίνουμε πρωί και μεσημέρι σε πίνουμε την εσπέρα
σε πίνουμε σε πίνουμε
Ένας άνθρωπος μένει στο σπίτι παίζει με τα φίδια του γράφει
γράφει το σούρουπο στη Γερμανία τα χρυσά μαλλιά σου Μαργαρίτα
τα τεφρά μαλλιά σου Σουλαμίτισσα σκάβουμε έναν τάφο στον άνεμο δεν έχει
                                                                        συνωστισμό εκεί
Φωνάζει εσείς εκεί ανοίξτε βαθύτερα τη γη κι εσείς εδώ τραγουδήστε και παίξτε
αρπάζει το σίδερο απ' τη ζώνη του το σηκώνει τα μάτια του είναι γαλανά
εσείς εκεί ανοίξτε βαθύτερα τη γη κι εσείς παίξτε ακόμα για το χορό
Μαύρο γάλα της αυγής σε πίνουμε τη νύχτα
σε πίνουμε μεσημέρι και πρωί σε πίνουμε την εσπέρα
                                                                                  πίνουμε πίνουμε
ένας άνθρωπος μένει στο σπίτι τα χρυσά μαλλιά σου Μαργαρίτα
Τα τεφρά μαλλιά σου Σουλαμίτισσα παίζει με τα φίδια του
Φωνάζει παίξε πιο γλυκά θάνατε ο θάνατος είναι ένα αφεντικό από τη Γερμανία
φωνάζει παίξτε βιολί πιο σκοτεινά ύστερα θα υψωθείτε στον ουρανό σαν καπνός
ύστερα θα 'χετε έναν τάφο στα σύννεφα δεν έχει συνωστισμό εκεί
Μαύρο γάλα της αυγής σε πίνουμε τη νύχτα
σε πίνουμε το μεσημέρι ο θάνατος είναι ένα αφεντικό από τη Γερμανία
σε πίνουμε την εσπέρα και το πρωί πίνουμε πίνουμε
ο θάνατος είναι ένα αφεντικό απ' τη Γερμανία το μάτι του είναι γαλανό
θα σε χτυπήσει με μολυβένια σφαίρα θα σε χτυπήσει με ακρίβεια
ένας άνθρωπος μένει στο σπίτι τα χρυσά μαλλιά σου Μαργαρίτα
βάζει τα λαγωνικά του να μας κυνηγήσουν μας δίνει έναν τάφο στον
                                                                                                         ουρανό
παίζει με τα φίδια κι ονειρεύεται ο θάνατος είναι ένα αφεντικό από τη Γερμανία
τα χρυσά μαλλιά σου Μαργαρίτα
τα τεφρά μαλλιά σου Σουλαμίτισσα


Μετάφραση: Ηλίας Κυζηράκος

kiefer-Schwarze Flocken-(Black Flakes)-Für Paul Celan

Δευτέρα, 22 Απριλίου 2013

PAUL CELAN (9)

ΗΤΑΝ ΧΩΜΑ ΜΕΣΑ ΤΟΥΣ, και
αυτοί έσκαβαν.

Αυτοί έσκαβαν κι έσκαβαν, έτσι περνούσε
η μέρα τους, η νύχτα τους. Και δε δοξάζανε Θεό
που, έτσι άκουγαν, όλα αυτά τα ήθελε,
που, έτσι άκουγαν, όλα αυτά τα ήξερε.\

Αυτοί έσκαβαν και δεν άκουγαν τίποτα πια¨
δεν έγιναν σοφοί, δεν εφεύραν κανένα τραγούδι
δεν επινόησαν καμία γλώσσα.
Αυτοί έσκαβαν.

Ήρθε μια γαλήνη, ήρθε και μια θύελλα,
ήρθαν οι θάλασσες όλες.
Εγώ σκάβω, εσύ σκάβεις, σκάβει και το σκουλήκι,
κι αυτό που τραγουδάει εκεί λέει: αυτοί σκάβουν.

Ω ένα, ω ουδένα, ω κανένα, ω εσύ:
πού πήγαινε, αφού στο πουθενά πήγαινε;
Ω εσύ σκάβεις κι εγώ σκάβω, και σκάβω μέσα μου ως εσένα,
και στο δάχτυλό μας ξυπνάει το δαχτυλίδι.


ΜΕ ΚΡΑΣΙ ΚΑΙ ΞΟΔΕΜΑ, και με
τα δυο ως τον πάτο:

εγώ έφιππος πέρασα μεσ' απ' το χιόνι, ακούς εσύ,
ίππευα τον Θεό στ' απόμακρο - το κοντινό, αυτός
   τραγουδούσε,
ήταν
ο τελευταίος καλπασμός μας πάνω
από τους ανθρώπους -φράχτες.

Σκύβανε, όταν
μας άκουγαν να περνάμε από πάνω τους,
μεταγράφανε,
ψευτίζανε το δικό μας χλιμίντρισμα
σε μια
απ' τις εικονογραφημένες γλώσσες τους.


ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΣΟΥ
ΣΤΗΝ ΑΛΛΗ ΟΧΘΗ απόψε τη νύχτα.
Με λέξεις πήγα και σ' έφερα ξανά, εδώ είσαι,
όλα είναι αληθινά και μια αναμονή
αληθινού.

Σκαρφαλώνει η φασολιά μπρος
στο παράθυρό μας: σκέψου
ποιος πλάι μας μεγαλώνει και
την παρατηρεί.

Ο Θεός, αυτό διαβάσαμε, είναι
ένα μέρος κι ένα δεύτερο, σκόρπια:
με το θάνατο
όλων των θερισμένων
γίνεται ένα και βλασταίνει.

Προς τα εκεί
μας οδηγεί το βλέμμα,
με τούτο το
μισό
έχουμε πάρε -δώσε.


ΨΑΛΜΟΣ
Κανένας δεν μας πλάθει ξανά από χώμα και πηλό,
κανένας δεν ευλογεί τη σκόνη μας.
Κανένας.

Δόξα σοι ο Κανένας.
Για την αγάπη σου θέλουμε
ανθίσει.
Σ' εσέναν
απέναντι.

Ένα Τίποτα
ήμαστε, είμαστε, για πάντα
θα μείνουμε, που ανθίζει:
του Τίποτα, του
Κανενός το ρόδο.

Με
το στύλο φως ψυχής,
το στήμονα έρημο ουρανού,
τη στεφάνη κόκκινη
από τη λέξη ποφύρα, που τραγουδούσαμε
πάνω, ω πάνω
απ' τ' αγκάθι.


ΧΥΜΙΚΟ

Σιωπή, σα χρυσός ψημένη, σε
καρβουνιασμένα
χέρια.

Μεγάλη, γκρίζα,
σαν όλο το χαμένο κοντινή
αδελφή μορφή:

Όλα τα ονόματα, όλα τα μαζί
καμένα
ονόματα. Τόσο πολλή
για να ευλογήσεις τη στάχτη. Τόσο πολλή
κερδισμένη γη
πάνω
απ΄τα ελαφρά, τόσο ελαφρά
ψυχών
δαχτυλίδια.

Μεγάλη. Γκρίζα. Δίχως
σκουριές.

Εσύ, άλλοτε.
Εσύ με το χλομό,
από δάγκωμα ανοιγμένο μπουμπούκι.
Εσύ μες του κρασιού το χείμαρρο.

(Κι εμάς -έτσι δεν είναι;-
μας έπαψε εκείνο το ρολόι.
Καλά,
καλά, όπως πέθαινε η λέξη σου περνώντας από δω).

Σιωπή, σα χρυσός ψημένη, σε
καρβουνιασμένα, καρβουνιασμένα
χέρια.
Δάχτυλα, λιγνός καπνός. Σαν στεφάνια, αέρινα στεφάνια
γύρω --

Μεγάλη. Γκρίζα. Δίχως
ίχνη.
Βασι -
λική.


ΠΛΑΝΗΤΙΚΟ

Τα βράδια σου σκάβονται
κάτω απ' το μάτι. Με τα χείλη
συγκεντρωμένες συλλαβές -ωραίος,
άφωνος κύκλος-
οδηγούν το αστέρι που σέρνεται
στο κέντρο τους. Η πέτρα,
πλάι στους κροτάφους άλλοτε, εδώ ανοίγεται:

μαζί με όλους
τους διεσπαρμένους
ήλιους, ψυχή,
ήσουν, στον αιθέρα.


ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΙΑ
αυτό
το βάρος
που κάποτε μαζί σου
βυθίζεται στην ώρα. Είναι
ένα άλλο.

Είναι το αντίβαρο που ζυγίζει το κενό,
το κενό που στο δρόμο
θα σου κράταγε το χέρι.
Δεν έχει όνομα, όπως κι εσύ. Ίσως
και να 'στε το ίδιο πράγμα. Ίσως
μια μέρα κι εσύ να με ονομάσεις 
έτσι.

ΜΑΥΡΗΓΗ, μαύρη
γη εσύ, των ωρών
μήτρα
απελπισία:

κάτι που γεννήθηκε
απ' το χέρι σου
και την πληγή του
κλείνει τους κάλυκές σου.


ΔΙΟΙΚΟΣ ΕΙΣΑΙ, ΑΙΩΝΙΕ, μη -
κατοικήσιμος. Γι' αυτό
χτίζουμε και χτίζουμε. Γι' αυτό
στέκει στρωμένο, τούτο
το κακόμοιρο κρεβάτι, -στη βροχή,
εκεί στέκει.

Έλα, αγαπημένη.
Έλα να πλαγιάσουμε εδώ,
είναι ο μεσότοιχος -: Είναι
διπλά αυτάρκης.

Ασ' τον να
κατέχει εντελώς τον εαυτό του, σαν το μισό
και το άλλο μισό. Εμείς,
εμείς είμαστε το κρεβάτι της βροχής,
να έρθει και να μας στεγνώσει

..................................................

Δεν έρχεται, δεν μας στεγνώνει.

Otto Dix


Μετάφραση: Χρήστος Γ. Λάζος

Σάββατο, 20 Απριλίου 2013

CEZARE PAVEZE (4)


                                 Roggio Reale

Ένα στενό παράθυρο στον ήσυχο ουρανό
ηρεμεί την καρδιά. κάποιος πεθαίνει χαρούμενος.
Έξω, είναι τα δέντρα και τα σύννεφα, το χώμα
και ο ουρανός. Δεν φτάνει εδώ πέρα ο ψίθυρός τους:
οι θόρυβοι όλης της ζωής.

                                                Το άδειο παράθυρο
δεν αποκαλύπτει ότι, κάτω από τα δέντρα, υπάρχουν λόφοι
και ότι ένα ποτάμι σέρνεται μακριά, ακάλυπτο.
Το νερό είναι καθαρό όπως η ανάσα του ανέμου,
μα κανείς δεν μας νοιάζεται.

                                               Εμφανίζεται ένα σύννεφο
λευκό και συμπαγές, που σταματά για λίγο στο κάδρο του
ουρανού.
Βλέπει έκπληκτα σπίτια και λόφους, κάθε τι
που φαίνεται στην ατμόσφαιρα, βλέπει χαμένα πουλιά
να πετούν στον αέρα. Ήρεμοι διαβάτες
περπατάνε κατά μήκος του ποταμού και κανείς δεν αντιλαμβάνεται
το μικρό σύννεφο.

                                              Τώρα είναι άδειο το γαλάζιο
του στενού παραθυριού: από ψηλά πέφτει το τσίρισμα
ενός πουλιού, που κομματιάζει το θόρυβο. Εκείνο το σύννεφο
ίσως ακουμπάει τα δέντρα ή κατεβαίνει στο ποτάμι.

Ο άνθρωπος που στέκεται στο λιβάδι θα μπορούσε να το ακούσει
στην ανάσα του χορταριού. Αλλά δεν κινεί το βλέμμα,
μονάχα το χορτάρι κινείται. Πρέπει να 'ναι νεκρός.


                               Μύθος

Θα 'ρθει η μέρα που ο νεαρός θεός θα γίνει άντρας,
χωρίς πόνο, με το νεκρό χαμόγελο του άντρα
που κατάλαβε. Ο ήλιος προχωράει συνεχώς, μακριά τώρα
κοκκινίζοντας τις ακρογιαλιές. Θα 'ρθει η μέρα που ο θεός
δεν θα ξέρει πια πού ήταν κάποτε οι ακρογιαλιές.

Ξυπνάς ένα πρωί και το καλοκαίρι είναι νεκρό
όμως τα μάτια σου σαστίζουν από το αμείλικτο φως
του χτες, και στα αυτιά σου ακούς τον θόρυβο του ήλιου
που έγινε αίμα. Το χρώμα του κόσμου άλλαξε.
Το βουνό δεν ακουμπάει πια τον ουρανό. τα σύννεφα
δεν μαζεύονται πια όπως τα φρούτα. μέσα στο νερό
δεν φαίνονται πια τα χαλίκια. Το σώμα ενός σκεπτικού άντρα
γέρνει, εκεί όπου ένας νεαρός θεός ανάσαινε.

Ο μεγάλος ήλιος έφυγε και η μυρωδιά του χώματος,
και ο ελεύθερος δρόμος, χρωματισμένος από κόσμο,
που αγνοούσε το θάνατο. Κανένας δεν πεθαίνει το καλοκαίρι.
Εάν κάποιος εξαφανίζονταν υπήρχε ο νεαρός θεός
που ζούσε για όλους και αγνοούσε το θάνατο.
Πάνω του η θλίψη ήταν μια σκιά από σύννεφα.
Το βήμα του ξάφνιαζε τη γη.
                                                  Τώρα μια κούραση
βαραίνει πάνω σε όλα τα μέλη του άντρα,
χωρίς πόνο: η ήρεμη κούραση της αυγής
ξεκινάει μια βροχερή μέρα. Οι ακρογιαλιές είναι σκοτεινές
και δε γνωρίζουν το νεαρό, που κάποτε έφτανε
να τις κοιτάζει. Τα καρτερικά χείλη του άντρα σφίγγονται,
για να χαμογελάσουν μπροστά στη γη.


                              Πατρότητα

    Άντρας μόνος αντίκρυ στην ανώφελη θάλασσα,
περιμένοντας το βράδυ, περιμένοντας το πρωί.
Τα παιδιά παίζουν, μα ο άντρας αυτός θα ήθελε
να έχει ένα παιδί και να το βλέπει να παίζει.
Μεγάλα σύννεφα φτιάχνουν ένα παλάτι στο νερό
που κάθε μέρα καταστρέφεται και ξαναγίνεται και βάφει
τα παιδιά στο πρόσωπο. Πάντα θα υπάρχει η θάλασσα.

Το πρωινό πληγώνει. Σ' αυτή την υγρή αμμουδιά
σέρνεται ο ήλιος, πιασμένος σε δίχτυα και πέτρες.
Βγαίνει ο άντρας στο θολό ήλιο και περπατάει
κατά μήκος της θάλασσας. Δεν κοιτάζει τους μουσκεμένους υγρούς
αφρούς
που βρέχουν την ακτή και δεν ησυχάζουν πια ποτέ.
Αυτή την ώρα τα μωρά λαγοκοιμούνται ακόμα
στη θαλπωρή του κρεβατιού. Αυτή την ώρα λαγοκοιμάται
στο κρεβάτι μια γυναίκα, που θα έκανε έρωτα
αν δεν ήταν μονάχη της. Ο άντρας γδύνεται αργά,
και γυμνός όπως η γυναίκα που λείπει, κατεβαίνει στη θάλασσα.

Κατόπιν τη νύχτα, που η θάλασσα ξεθυμαίνει, ακούει
το μεγάλο κενό που υπάρχει κάτω απ' τ' αστέρια. Τα παιδιά
μέσα στα κοκκινισμένα σπίτια σκουντουφλάνε απ' τη νύστα
και κάποιο κλαίει. Ο άντρας κουρασμένος από την αναμονή,
σηκώνει τα μάτια στ' αστέρια που δε νιώθουν τίποτα.
Υπάρχουν γυναίκες που αυτή την ώρα ξεντύνουν ένα παιδί
και το κοιμίζουν. Υπάρχει κάποια σε ένα κρεβάτι
αγκαλιασμένη με έναν άντρα. Από το σκοτεινό παράθυρο
μπαίνει ένα βραχνό λαχάνιασμα που κανείς δεν το ακούει
παρά μονάχα ο άντρας που ξέρει όλη την ανία της θάλασσας.

(Ποιήματα που γράφτηκαν στη φυλακή και την εξορία)

Andrew Wyeth


Θα 'ρθει ο θάνατος και θα 'χει τα μάτια σου-
αυτός ο θάνατος που μας συντροφεύει
από το πρωί ως το βράδυ, ακούραστος,
σιωπηλός, σαν παλιά τύψη
ή ένα παράλογο ελάττωμα. Τα μάτια σου
θα είναι μια κενή λέξη
μια σιωπηλή κραυγή, μια σιωπή.
Έτσι τα βλέπεις κάθε πρωί
όταν εσύ μόνη σκύβεις
στον καθρέφτη. Ω αγαπημένη ελπίδα,
εκείνη τη μέρα θα μάθουμε κι εμείς
πως είσαι η ζωή και είσαι το τίποτα.

Για όλους ο θάνατος έχει ένα βλέμμα.
Θα 'ρθει ο θάνατος και θα 'χει τα μάτια σου.
Θα είναι σαν να σταματάς μια κακή συνήθεια
σα να βλέπεις μέσα στον καθρέφτη
να αναδύεται εκ νέου ένα πρόσωπο νεκρό
σαν να ακούς ένα κλειστό χείλι.
Θα κατεβούμε στην άβυσσο σιωπηλοί.
                                                       
(22 Μαρτίου 1950, Θα 'ρθει ο θάνατος και θα 'χει τα μάτια σου)

Μετάφραση: Γιάννης Η. Παππάς

Πέμπτη, 18 Απριλίου 2013

Jacques Prévert (ΖΑΚ ΠΡΕΒΕΡ- 7)

                         ΤΟ ΒΑΠΤΙΣΜΑ ΤΟΥ ΑΕΡΑ

Αυτός ο δρόμος
Παλιά λεγόταν οδός Λουξεμβούργου
Λόγω του κήπου.
Σήμερα λέγεται οδός Γκυνεμέρ
Προς τιμήν ενός αεροπόρου
Που σκοτώθηκε στον πόλεμο.
Όμως
Αυτός ο δρόμος
Είναι πάντα ο ίδιος κήπος
Είναι πάντα το Λουξεμβούργο
Με τις βεράντες... τ' αγάλματα.... τις στέρνες
Με τα δέντρα
Τα ζωντανά δέντρα
Και τα πουλιά
Τα ζωντανά πουλιά
Με τα παιδιά
Όλα τα ζωντανά παιδιά
Τι γυρεύει λοιπόν
Αλήθεια τι στο διάβολο γυρεύει
Ένας νεκρός αεροπόρος εδώ μέσα.


                              Η ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ ΕΠΟΧΗ

Εύφορη γη
Καλό παιδί η Σελήνη
Μια θάλασσα φιλόξενη
Κι ο ήλιος χαμογελαστός
Στο ρεύμα του νερού
Κορίτσια αέρινα της εποχής
Κι όλα τ' αγόρια αυτής της γης
Να κολυμπούν στην πιο βαθιά χαρά
Ούτε χειμώνας ούτε καλοκαίρι
Μήτε φθινόπωρο μήτε άνοιξη ποτέ
Μόνο καλός καιρός όλο το χρόνο
Και τα παιδιά τ' αγαπημένα του Θεού
Τον έχουν διώξει απ' τον παράδεισο της γης τους
Δεν Τον αναγνωρίζουν απ' την Εύα ή τον Αδάμ
Πήρε κι Αυτός των ομματιών του για να βρει δουλειά
Δουλειά γι' Αυτόν και για το φίδι στο εργοστάσιο
Αλλά εργοστάσιο δεν υπάρχει πια
Υπάρχει μόνο
Εύφορη γη
Καλό παιδί η Σελήνη
Μια θάλασσα φιλόξενη
Κι ο ήλιος χαμογελαστός
Έτσι ο Θεός μαζί με το ερπετό του
Μένει εκεί
Χοντρο-Αηγιάννης σαν και πριν
Ξεπερασμένος απ' τα γεγονότα.


                          Ο ΓΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΟΥΛΙ

Ένα ολόκληρο χωριό ακούει θλιμμένο
Το τραγούδι ενός πληγωμένου πουλιού
Είναι το μοναδικό πουλί του χωριού
Κι είναι ο μοναδικός γάτος του χωριού
Που το μισόφαγε
Και το πουλί σταμάτησε να τραγουδάει
Ο γάτος σταμάτησε να νιαουρίζει
Και να γλείφει τη μουσούδα του
Και το χωριό ετοιμάζει στο πουλί
Κηδεία επίσημη
Κι ο γάτος που είναι καλεσμένος
Προχωρεί πίσω από το μικρό αχυρένιο φέρετρο
Όπου είναι ξαπλωμένο το νεκρό πουλί
Το φέρετρο σηκώνει ένα μικρό κορίτσι
Το κορίτσι αυτό δε σταματά να κλαίει
Αν ήξερα πως σου 'κανα τόσο κακό
Λέει ο γάτος στο κορίτσι
Θα το είχα φάει ολόκληρο
Κι ύστερα θα 'λεγα
Πως το είδα να πετάει ψηλά να φεύγει
Μέχρι τα πέρατα της γης
Κάτω εκεί τόσο μακριά
Απ' όπου κανείς ποτέ δε γυρίζει
Ίσως τότε πονούσες λιγότερο
Έτσι απλά θα λυπόσουν μονάχα.

Ποτέ δεν πρέπει ν' αφήνουμε κάτι μισό.


                       ΤΑ ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ

Ανάμεσα στα δόντια της παγίδας
Πόδι άσπρης αλεπούς
Κι αίμα στο χιόνι
Το αίμα της άσπρης αλεπούς
Ίχνη στο χιόνι
Ίχνη της άσπρης αλεπούς
Που φεύγει με τα τρία της πόδια
Ενώ ο ήλιος βασιλεύει
Κι η αλεπού
Ένα λαγό στα δόντια της βαστάει
Ακόμα ζωντανό.


                     Ο ΦΑΡΟΦΥΛΑΚΑΣ ΑΓΑΠΑΕΙ ΠΟΛΥ ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ

Χιλιάδες πουλιά πετάνε προς τα φώτα
Κατά χιλιάδες πέφτουνε τσακίζονται
Χιλιάδες τυφλωμένα και νεκρά
Πεθαίνουνε κατά χιλιάδες

Ο φαροφύλακας δεν το αντέχει
Ο φαροφύλακας αγαπάει πολύ τα πουλιά
Και τόσο το χειρότερο
Εμένα τι με νοιάζει λέει

Και σβήνει όλα τα φώτα

Από μακριά ένα καράβι φορτηγό βυθίζεται
Το φορτηγό που έρχεται από τα νησιά
Κι είναι το φορτηγό πουλιά γεμάτο
Χιλιάδες πουλιά από τα νησιά
Χιλιάδες πνιγμένα πουλιά.

Henri Matisse, Polynesia


                          ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΓΙΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟ ΧΕΙΜΩΝΑ

Μέσα στη χειμωνιάτικη νύχτα
Καλπάζει ένας ψηλός άνθρωπος άσπρος
Καλπάζει ένας ψηλός άνθρωπος άσπρος.

Είναι χιονάνθρωπος
Κι έχει μια πίπα ξύλινη στο στόμα του
Ένας ψηλός χιονάνθρωπος
Που τουρτουρίζει από το κρύο.

Και φτάνει στο χωριό
Και φτάνει στο χωριό
Βλέπει τα φώτα από μακριά
Κι αισθάνεται ασφαλέστερος.

Σ' ένα μικρό σπιτάκι
Την πόρτα δε χτυπάει και μπαίνει
Σ' ένα μικρό σπιτάκι
Την πόρτα δε χτυπάει και μπαίνει
Και για να ζεσταθεί
Και για να ζεσταθεί
Κάθεται πάνω στο κόκκινο τηγάνι
Μεμιάς λιώνει και χάνεται
Μένει μόνον η πίπα του
Πεσμένη στα νερά
Μένει μόνον η πίπα του
Και το παλιό καπέλο του...


                                     ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ

Ακούγοντας
Για κοινωνία αταξική
Αμέσως το παιδί ονειρεύεται
Τον κόσμο -σκασιαρχείο

Και με καλοσυνάτη αδιαφορία
Χαμογελάει
Σαν ο καθηγητής τού "Vive la France"
Του λέει πως είναι ο τελευταίος
Κι όταν ο ίδιος πάλι του μαθαίνει
Το Πιστεύω
Τίποτε δεν καταλαβαίνει από Θρησκευτικά
Κι απ' όλα τα μελό κηρύγματα

Καμιά δε δίνει προσοχή
Στο κήρυγμα της αρετής και της ευσέβειας
Χαμογελάει ακούγοντας
Πως και στη Γαλλική Ιστορία επίσης
Είναι τελευταίος
Και τελευταίος των τελευταίων και στην Κατήχηση
Μα θα 'πρεπε να ντρέπεσαι
Λέει ο ταπεινωτής του
Να ντρέπομαι γιατί
Λέει το παιδί
Δεν πάει πολύς καιρός
Που εσείς ο ίδιος μου είπατε
Πως οι έσχατοι θα γίνουν πρώτοι.

Περιμένω.


Μετάφραση: Γιάννης Βαρβέρης

e.e.cummings :Advice to Younger Poets

                                   Συμβουλή σε νεότερους ποιητές


   Ποιητής είναι κάποιος που αισθάνεται, και που εκφράζει τα αισθήματά του με λέξεις.
   Αυτό μπορεί ν' ακούγεται εύκολο. Δεν είναι.
   Πολλοί νομίζουν ή πιστεύουν ή ξέρουν ότι αισθάνονται - αλλά αυτό είναι νομίζω ή πιστεύω ή ξέρω. όχι αισθάνομαι. Και η ποίηση είναι αισθάνομαι - όχι ξέρω ή πιστεύω ή νομίζω.
   Σχεδόν οποιοσδήποτε μπορεί να μάθει να νομίζει ή να πιστεύει ή να ξέρει, αλλά ούτε ένας δεν μπορεί να μάθει να αισθάνεται. Γιατί; Επειδή, όποτε νομίζεις ή πιστεύεις ή ξέρεις, είσαι κάποιος άλλος: αλλά τη στιγμή που αισθάνεσαι, δεν είσαι παρά μόνο ο εαυτός σου.
   Το να μην είσαι παρά μόνο ο εαυτός σου -σ' έναν κόσμο που πασχίζει, μέρα νύχτα, να σε κάνει τον οποιονδήποτε άλλο- σημαίνει να δώσεις τη σκληρότερη μάχη που ένας άνθρωπος μπορεί να δώσει. και μη σταματάς ποτέ να τη δίνεις.
   Το να μην εκφράζεις, άλλωστε, παρά μόνο τον εαυτό σου με λέξεις, σημαίνει να προσπαθείς λίγο περισσότερο απ' όσο κάποιος που δεν είναι ποιητής μπορεί να φανταστεί. Γιατί; Επειδή δεν υπάρχει τίποτα πιο εύκολο απ' το να χρησιμοποιείς τις λέξεις σαν να είσαι κάποιος άλλος. Όλοι μας κάνουμε ακριβώς αυτό, σχεδόν κάθε στιγμή - κι όποτε το κάνουμε, δεν είμαστε ποιητές.
   Αν, στο τέλος των πρώτων δέκα ή δεκαπέντε χρόνων που πάλεψες, προσπάθησες και αισθάνθηκες, ανακαλύψεις πως έχεις γράψει έναν στίχο ενός ποιήματος, να θεωρείς τον εαυτό σου πολύ τυχερό.
   Γι' αυτό λοιπόν η συμβουλή μου σε όλους τους νέους που επιθυμούν να γίνουν ποιητές είναι: κάντε κάτι εύκολο, μάθετε, για παράδειγμα, πώς να φουσκώνετε τον κόσμο - εκτός κι αν δεν είστε μόνο πρόθυμοι, αλλά θα σας έδινε και χαρά, να αισθάνεστε και να προσπαθείτε και να μάχεστε ως το τέλος.
   Ακούγεται θλιβερό; Δεν είναι.
   Είναι η πιο υπέροχη ζωή στη γη επάνω.
   Ή τουλάχιστον έτσι αισθάνομαι.


Μετάφραση: Χάρης Βλαβιανός

e.e.cummings(7)

ας υποθέσουμε πως
η Ζωή είναι ένας γέρος με λουλούδια στο κεφάλι.

ο νεαρός θάνατος κάθεται σ' ένα cafe
χαμογελώντας,κρατά ένα νόμισμα ανάμεσα στον
δείκτη και τον αντίχειρά του

(σε σένα λέω "άραγε θ' αγοράσει λουλούδια"
και "ο Θάνατος είναι νεαρός
η ζωή φοράει βελουτέ παντελόνια
η ζωή παραπαίει,η ζωή έχει γενειάδα"

λέω σε σένα που σωπαίνεις.-"Βλέπεις
τη Ζωή; είναι εκεί και εδώ,
ή εκείνο,ή αυτό
ή τίποτα ή ένας γέροντας 3 τρίτα
κοιμισμένος,στο κεφάλι του
λουλούδια,που πάντα φωνάζει
σε κανέναν κάτι για les
roses les bluets
                        ναι,
                              θ' αγοράσει Αυτός;
Les belles bottes-ω άκου
,pas cheres")

και η αγάπη μου απάντησε αργά Έτσι νομίζω.  Όμως
νομίζω πως βλέπω κάποιον άλλο
υπάρχει μια κυρία,που τ' όνομά της είναι Επέκεινα
κάθεται δίπλα στον νεαρό θάνατο,είναι λεπτή
της αρέσουν τα λουλούδια.

                                 *

Η Άνοιξη μοιάζει μ' ένα ίσως χέρι
(που έρχεται με προσοχή
από το Πουθενά)τακτοποιώντας
ένα παράθυρο,που μέσα του κοιτούν άνθρωποι(ενώ
άνθρωποι παρατηρούν
τακτοποιώντας και αλλάζοντας τοποθετώντας
με προσοχή εκεί ένα πράγμα
παράξενο κι εδώ ένα πράγμα γνωστό)κι

αλλάζοντας τα πάντα με προσοχή

η άνοιξη μοιάζει μ' ένα ίσως
Χέρι σε παράθυρο
(που με προσοχή μπρος
πίσω μετακινεί Νέα και
Παλιά πράγματα,ενώ
άνθρωποι παρατηρούν με προσοχή
μετακινώντας ένα ίσως
κλάσμα λουλουδιού εδώ τοποθετώντας
ένα εκατοστό αέρα εκεί)και

χωρίς να σπάει τίποτα.

                           *

σε πείσμα κάθε πράγματος
που αναπνέει και κινείται,αφού ο Όλεθρος
(με λευκά μακρύτατα χέρια
συγυρίζοντας κάθε πτυχή)
θα λειάνει εντελώς τα μυαλά μας

-προτού αφήσω την κάμαρά μου
γυρίζω,και(σκύβοντας
μέσα από το πρωί)φιλάω
αυτό το μαξιλάρι,αγαπημένη μου
όπου τα κεφάλια μας έζησαν και υπήρξαν.

                                *

αφού το συναίσθημα έρχεται πρώτο
αυτός που προσέχει έστω και λίγο
τη σύνταξη των πραγμάτων
απόλυτα ποτέ του δε θα σε φιλήσει

απόλυτα να 'μαι τρελός
τώρα που η Άνοιξη είναι εδώ

το αίμα μου αποδέχεται,
και τα φιλιά είναι καλύτερη μοίρα
απ' τη σοφία
στ' ορκίζομαι κυρία σ' όλα τα λουλούδια.Μην κλαις
-η καλύτερη χειρονομία του μυαλού μου αξίζει λιγότερο απ' το
πετάρισμα των βλεφάρων σου που λέει

είμαστε ο ένας για τον άλλο:ύστερα
γέλασε,γέρνοντας στα χέρια μου
γιατί η ζωή δεν είναι παράγραφος

Κι ο θάνατος νομίζω δεν είναι παρένθεση

                             *

ας είναι η καρδιά μου πάντα ανοιχτή στα μικρά
πουλιά που είναι τα μυστικά της ζωής
ό,τι κι αν τραγουδούν είναι καλύτερο από το να γνωρίζεις
κι αν οι άνθρωποι δεν θέλουν να τ' ακούσουν οι άνθρωποι είναι γέροι

ας περιδιαβαίνει το μυαλό μου πεινασμένο
και άφοβο και διψασμένο και εύπλαστο
ακόμη κι αν είναι κυριακή ας έχω άδικο
γιατί όποτε οι άνθρωποι έχουν δίκιο δεν είναι νέοι

κι ας μην κάνω εγώ τίποτα χρήσιμο
κι ας αγαπώ εσένα περισσότερο κι από αληθινά
δεν έχει υπάρξει ποτέ κάποιος τόσο ανόητος που να μην μπορεί να
τραβήξει όλο τον ουρανό πάνω του μ' ένα χαμόγελο

                               *

πριν από ποτέ
ή μια ζωή
περπατώντας στο σκοτάδι
συνάντησα τον χριστό

ιησού)η καρδιά μου
αναπήδησε
και έμεινε ακίνητη
καθώς αυτός περνούσε(τόσο

κοντά όσο είμαι εγώ σε σένα
ναι πιο κοντά
φτιαγμένος από τίποτα
άλλο παρά μοναξιά

                                   *

απ' όλα τα πράγματα κάτω
από το πιο ξανθό από τα ξανθότερα αστέρια μας

το πιο μυστηριώδες
(ιλιένα,αγάπη μου)είναι αυτό

-πώς κάποιος τόσο εύθυμος
είναι δυνατόν να πεθάνει

Rene Magritte, the Schoolmaster

Μετάφραση: Χάρης Βλαβιανός

FRANZ KAFKA (8)

                                            Στην Χέντβιχ Βάιλερ
                                                 29 Αυγούστου 1907

Στον ήλιο του απογεύματος
με γερμένη την πλάτη μες στο πράσινο
σε παγκάκια καθόμαστε.
Τα χέρια μας κρέμονται κάτω,
θλιμμένα ανοιγοκλείνουν τα μάτια μας.

Κι οι άνθρωποι ντυμένοι περνούν
με βήμα τρικλιστό πάνω σε χαλίκια
κάτω απ' αυτόν τον τεράστιο ουρανό
που απλώνεται μακριά απ' τους λόφους
ως τους λόφους πέρα μακριά.
 
(Ποιήματα από την αλληλογραφία)
                 
                                            *

                                                       
Απ' της εξάντλησης
τα βάθη
ανεβαίνουμε
με νέες δυνάμεις

Κύριοι σκοτεινοί
προσμένουν
τα παιδιά
να εξασθενήσουν

                                          *

Αλλά αν γινόταν μέσα σ' ένα μυαλό
να συνυπάρξει χωρίς διχόνοια

                                           *

Άνοιξε πύλη άνθρωπε βγες
έξω
Τον αέρα ανάσανε και τη σιωπή

                                         *

Στο θολωμένο μυαλό χτυπά ένα ρολόι
Άκου το καθώς μπαίνεις στο σπίτι

                                         *

Ονειρέψου και κλάψε άμοιρο γένος
τον δρόμο δε βρίσκεις, τον έχασες
Αλίμονο! είναι το χαίρε σου το βράδυ, αλίμονο!
   το πρωί
Άλλο τίποτα δε θέλω παρά να μ' αρπάξουν
χέρια που απλώνονται απ' την άβυσσο
και λιπόθυμο να με σύρουν κάτω.
Βαρύς πέφτω στα πρόθυμα χέρια.

Μακριά στα βουνά αντηχούσε
αργή ομιλία. Εμείς ακούγαμε.

Αχ το κουβαλούσαν, φαντάσματα της κόλασης,
καλυμμένοι μορφασμοί σφιχτά κρατούσαν πάνω
   τους το σώμα.

Μακριά πομπή, μακριά πομπή κουβαλά τον ατελή.


(Ποιήματα από τα Ημερολόγια)


Όρθια τ' απομεινάρια,
τα λυμένα απ' τη χαρά μέλη,
τα χαλαρά γόνατα,
στο φεγγαρόφωτο κάτω απ' το μπαλκόνι.
Στο βάθος φύλλα λιγοστά,
σκουρόχρωμα σα μαλλιά.

Λαχτάρα μου ήταν τ' αρχαία χρόνια
λαχτάρα μου ήταν το παρόν
λαχτάρα μου ήταν το μέλλον
και μ' όλα αυτά πεθαίνω σ' ένα μικρό φυλάκειο
                  στην άκρη του δρόμου
σ' ένα παντοτινά όρθιο φέρετρο
σ' ένα δημόσιο κτήμα
τη ζωή μου ξόδεψα προσπαθώντας
να συγκρατηθώ να μην το κομματιάσω.
Τη ζωή μου ξόδεψα πολεμώντας τον πόθο μου
να την τελειώσω.



                             *

Και πάλι, και πάλι στη μακρινή εξορία, στη
            μακρινή εξορία.
Σε βουνά, σε έρημο, σε χώρα απέραντη
αξίζει να περιπλανηθώ


(Ποιήματα από σκόρπια κείμενα)

Μετάφραση: Νίκος Βουτυρόπουλος

Σάββατο, 13 Απριλίου 2013

WILLIAM CARLOS WILLIAMS (9)

                      Η θλίψη της θάλασσας

Αυτή είναι η θλίψη της θάλασσας -
κύματα σαν λέξεις, όλα διαλυμένα -
μια μονοτονία ανύψωσης και πτώσης της διάθεσης.

Γέρνω και προσέχω τη λεπτομέρεια
της εύθραυστης νεροκορφής, τον ατελή
ευαίσθητο αφρό, τις άκρες των κίτρινων
φυκιών απαράλλαχτες -

Δεν υπάρχει ελπίδα -εκτός κι αν ένα κοραλλιογενές
νησί σχηματιστεί αργά
για να προσμένει τα πουλιά να ρίξουν
τους σπόρους που θα το κάνουν κατοικήσιμο.


                  Ανοιξιάτικο τραγούδι

Όντας νεκρός 
έχει κανείς πλεονέκτημα μεγάλο
σε σχέση με τους συνανθρώπους του -
μπορεί να ισχυριστεί κάποιος.

Έτσι λοιπόν,
η μυρωδιά της γης
να είναι πάνω κι από σένα -
ισχυρίζομαι

υπάρχει κάτι
δελεαστικά άγνωστο
κάποια ξεχωριστή διαφορά,
μια τελευταία αγάπη

να χωρίσει λόγω
των νεκρικών μας περιδέραιων, όταν
θα κείτομαι εντέλει
μες στο χώμα μαζί με σένα χέρι χέρι.


                     Απολογία

Σήμερα γιατί γράφω;

Η ομορφιά των
τρομερών προσώπων
της ανυπαρξίας μας
με υποκινεί:

γυναίκες έγχρωμες
εργάτες -
έμπειροι και γερασμένοι -
γυρίζουν το σούρουπο στο σπίτι
με τα ρούχα βγαλμένα
πρόσωπα ίδια
με παλαιά Φλωρεντιανή βελανιδιά.

Επίσης

τα κομμάτια που
συνθέτουν τα πρόσωπά σας με υποκινούν
ανώτατοι πολίτες -
μα όχι
με τον ίδιο τρόπο.


                      Ο κύριος

Νιώθω το χάδι των δικών μου δακτύλων
στο δικό μου λαιμό καθώς φοράω το κολάρο
και σκέφτομαι με λύπη
τις στοργικές γυναίκες που γνώρισα.


Ο κόσμος συρρικνώθηκε σε αναγνωρίσιμη μορφή

γιατρεμένος σχεδόν από μια αρρώστια
υπήρχε ένας πίνακας
πιθανόν Γιαπωνέζικος
που μου γέμισε το μάτι

ένας πίνακας ηλίθιος
αν αφαιρέσεις πως μέσα του αναγνώρισα
τον τοίχο που υπήρχε για μένα
που πάνω του κόλλησα σαν μύγα.


               Η διάρκεια

Ένα τσαλακωμένο φύλλο
σκούρο χαρτί
περίπου στο ύψος

και τον φαινομενικό όγκο
ενός ανθρώπου
στροβιλιζόταν με τον

άνεμο αργά ξανά
και ξανά μες στο
δρόμο όταν

ένα αυτοκίνητο πέρασε
από πάνω του και
το τσαλάκωσε στο

χώμα επάνω. Σε αντίθεση
μ' έναν άνθρωπο σηκώθηκε
πάλι και στροβιλίστηκε

με τον άνεμο ξανά
και ξανά για να γίνει
όπως πριν ήταν.


                        Η πράξη

Τα τριαντάφυλλα ήταν εκεί, μες στη βροχή.
Μην τα κόψεις, την παρακάλεσα.
                         Δε θα κρατήσουν, μου είπε.
Μα είναι τόσο όμορφα
                              εκεί που βρίσκονται.
Ω, όλοι μας ήμασταν όμορφοι κάποτε,
                         είπε,
και τα έκοψε και στο χέρι
                          μού τα 'δωσε.


                      Ο δύσκολος ακροατής

Ο ανίσχυρος αυτοκράτορας
αποβλακώνεται
γράφοντας ποιήματα στον κήπο
ενώ τα στρατεύματά του
πυρπολούν και σκοτώνουν. Εμείς όμως,
φτωχοί στου έρωτα την έλλειψη,
βαστάμε κάποια επαφή
με την αλήθεια της ανθρώπινης
δυστυχίας: ας πούμε
τα όψιμα λουλούδια, απείραχτα
από έντομα και αναμένοντας
το ψύχος μονάχα.


                         Σήμερα η εποχή

Σήμερα η εποχή
           είναι ασφαλέστερη για τους συνουσιαστές
                                                     τα των ηθικών
καθώς επιλέγεις μα το μυαλό
                δεν έχει ανάγκη από σήψη
                                                            ή παράλυση
λόγω του φόβου μιας αφροδίσιας νόσου
                 παρεκτός κι αν πας γυρεύοντας

"αφέσου απόλυτα στον έρωτα"
                   όσο είσαι ακόμα νέος
                                                       άντρας ή γυναίκα
(αν έχει νόημα για σένα)
                           και χορεύεις τσα τσα τσα
                                             μπορεί να πιστεύεις πως το μυαλό
θα μπολιαστεί
                              σε κάποια καλύτερη φάρα



                 Μέσα σ' αυτό το δυνατό φως

μέσα σ' αυτό το δυνατό φως
η άφυλλη οξιά
λάμπει σαν σύννεφο

μοιάζει να ακτινοβολεί
από μόνη της
με ένα απαλό διάχυτο φως
αγάπης
πάνω στην εύθραυστη
χλόη.

Υπάρχουν όμως
αν καλύτερα κοιτάξεις
λίγα κίτρινα φύλλα
που σκιρτούν ακόμα

χώρια μακριά

ένα εδώ κι ένα εκεί
ριγώντας έντονα


Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς

Πέμπτη, 11 Απριλίου 2013

ANDRE BRETON -PAUL ELUARD

Η ΓΕΝΝΗΣΙΣ

Η θεωρία των πιθανοτήτων συγχέεται με το παιδί, μαύρο σαν το φυτίλι μιας βόμβας βαλμένης στο πέρασμα ενός ηγεμόνος που είναι ο άντρας, από έναν αναρχικό ατομιστή του χειρίστου είδους που είναι η γυναίκα. Η γυναίκα δεν είναι, εκτός τούτου, παρά ένας κυκλικός οδικός κόμβος. Ένα παρόμοιο φωτοστέφανο στο κεφάλι του υιού του ανδρός και της γυναικός δεν κινδυνεύει να κάνει να
φανούν λιγότερο άνοστες οι γλώσσες ποντικού που του 'χουν ετοιμάσει και η κούνια σαν υπόνομος 
που μέσα σ' αυτήν τον αδειάζουν μαζί με τα βρωμόνερα και το άλας της βλακείας που άφησε να περιμένουν την άφιξή της σαν να 'ταν ο υπάκουος φοίνιξ.
   Ο γείτονας υποστηρίζει πως επλάσθη κατ' εικόνα του πυρός, η γειτόνισσα υποστηρίζει πως δεν
μπορούμε να τον συγκρίνουμε καλύτερα παρά με τον αέρα των αεροπλάνων και η εκφυλισμένη
μάγισσα που διάλεξε για κατοικία της το κατώι θέλει να του δώσει για πρόγονο το μυτερό γύψο
που πατάει με το ένα πόδι στην τεμπελιά και τ' άλλο στη δουλειά. Για όλους κρατάει τις υποσχέσεις
του. Καθένας θέλει να μάθει τη θυγατρική του γλώσσα και ερμηνεύει τη σιωπή του. Παντού λένε 
ότι ευνοεί με την παρουσία του έναν κόσμο που δεν μπορούσε πια να κάνει χωρίς αυτόν. Είναι ο 
κλειδούχος, στα τέσσερα, αυτός που προκαλεί τον εκτροχιασμό του τρένου με θέα τη γέφυρα, και
τον έκανε διάσημο το Petit Journal Illustre. Φοράει στο λαιμό του μενταγιόν τη διάσωση. Ο "Μπαμπάς"
είναι δίσκος με τη μορφή σελήνης, η "Μαμά" τώρα είναι κοίλη σαν τα πιατικά.
   Για να αναστείλει την επίδραση μιας παρουσίας τόσο πεισματικής όσο του χαλκώματος πάνω στο
τζάκι από νίτρο, μια ακτίνα μέλιτος έρχεται να χτενισθεί μέσα στο δωμάτιο. Όλες οι ευγένειές μου
υπήρξαν ανώφελες. Δεν υπάρχει κανείς εδώ. Δεν υπήρξε ποτέ κανείς εδώ.


Η ΔΥΝΑΜΙΣ ΤΗΣ ΣΥΝΗΘΕΙΑΣ

Το τραπέζι είναι στρωμένο στην τραπεζαρία. τα ρουμπινέτα μοιράζουν το καθαρό νερό, το γλυκό νερό, το δροσερό νερό, το αρωματισμένο νερό. Το κρεβάτι αρκετά μεγάλο και για δυο όσο και για
ένα. Μετά το μπουμπούκι θα 'ρθει το φύλλο και μετά το φύλλο θα 'ρθει το λουλούδι, και μετά τη 
βροχή η καλοσύνη. Επειδή είναι η ώρα, τα μάτια ανοίγουν, το σώμα ορθώνεται, το χέρι τεντώνει,
η φωτιά ανάβει, ο αναστεναγμός διαφιλονικεί απ' τις ρυτίδες της νύχτας τις άδολες καμπύλες της.
Οι δείχτες του εκκρεμούς ανοίγονται, ορθώνονται, τεντώνουν, ανάβουν και χτυπούν την ώρα του
χαμόγελου. Η ακτίνα του ήλιου κάνει τον κύκλο του σπιτιού με λευκή μπλούζα. Θα χιονίσει πάλι,
θα πέσουν μερικές σταγόνες αίμα στις πέντε, αλλά δε θα 'ναι τίποτα. Ω! φοβήθηκα, πίστεψα ξαφνικά
πως δεν υπήρχε πια δρόμος μπροστά στο παράθυρο, μα ναι, είναι εκεί. Ο φαρμακοποιός μάλιστα
τώρα ανοίγει τα σιδερένια ρολά του. Σε λίγο θα υπάρχει περισσότερος κόσμος στον τροχό παρά 
στο μύλο. Η εργασία κατορθώνεται, πλάθεται, σμικρύνεται, υπολογίζεται. Το χέρι ξαναβρίσκει
μ' ευχαρίστηση μέσα στο συνηθισμένο εργαλείο του την ασφάλεια του ύπνου.
   Φτάνει να κρατήσει!
   Ο καθρέφτης είναι ένας υπέροχος μάρτυς, που μεταβάλλεται ασταμάτητα. Καταθέτει, ήρεμα, 
δυνατά, αλλά όταν πάψει να μιλάει, τα ανακαλεί όλα. Είναι η τρέχουσα προσωποποίηση της
αλήθειας. 
   Πάνω στον κυματιστό δρόμο πεισματικά συνδεδεμένο με τις κνήμες εκείνου που ξαναφεύγει
σήμερα όπως θα ξαναφύγει αύριο, πάνω στα ελαφρά κοιτάσματα της αφροντισιάς, χίλια βήματα 
κάθε μέρα σμίγουν με τα βήματα της προηγουμένης. Ήρθαμε κιόλας, θα ξανάρθουμε χωρίς να
μας παρακαλέσουν. Καθένας πέρασε από κει, πηγαίνοντας απ' τη χαρά του στην τιμωρία του. 
Είναι ένα μικρό καταφύγιο μ' ένα τεράστιο μπεκ γκαζιού. Βάζεις το ένα πόδι μπροστά απ' τ' άλλο
και φέυγεις.
   Πίνακες σκεπάζουν τους τοίχους, οι γιορτές γεμίζουν μπουκέτα, ο καθρέφτης είναι γεμάτος
αχνούς. Τόσοι φάροι σ' ένα ρυάκι και το ρυάκι είναι μες στο αγγείο του ποταμού. Δυο μάτια 
όμοια, προς χρήση του προσώπου σου και μόνον -δυο μάτια σκεπασμένα με τα ίδια μυρμήγκια.
Το πράσινο είναι σχεδόν ομοιόμορφα απλωμένο πάνω στα φυτά, ο άνεμος ακολουθεί τα πουλιά,
δεν υπάρχει φόβος να δούμε τις πέτρες να πεθαίνουν. Αυτό που παράγεται δεν είναι ένα ζώο
εκπαιδευμένο, αλλά ένα ζώο που εκπαιδεύει. Μπα! είναι η απαράγραπτη τάξη μιας τελετουργίας,
τόσο πομπώδους ήδη, επιτέλους! Το επαναληπτικό πιστόλι κάνει να φανούν τα λουλούδια στο
ανθογυάλι, τον καπνό στο στόμα.
   Ο έρωτας, με τον καιρό, δε χρειάζεται καθόλου να βλέπει καθαρά τη νύχτα.
   Όταν δεν είσαι πια εδώ υπάρχει το άρωμά σου που μ' αναζητεί. Δεν κατορθώνω παρά μονάχα
να πάρω το χρησμό της αδυναμίας σου. Το χέρι μου μέσα στο χέρι σου έμοιαζε τόσο λίγο με το
χέρι σου μέσα στο χέρι μου. Η δυστυχία, βλέπεις, ακόμα και η δυστυχία κερδίζει σαν τη γνωρίζουν.
Σε δέχθηκα μισή, δεν μπορείς να είσαι εδώ, είσαι η απόδειξη πως εγώ είμαι εκεί. Κι όλα συμφωνούν
μ' αυτή τη ζωή που έφτιαξα για μένα για να 'μαι σίγουρος για σένα.
   -Τι σκέπτεσαι;
   - Τίποτα.

la pierre philosorhale-Brauner Viktor



Η ΠΡΟΠΑΤΟΡΙΚΗ ΚΡΙΣΙΣ    (αποσπάσματα)

Μη διαβάζεις. Κοίταζε τις λευκές μορφές που σχεδιάζουν τα διαστήματα που χωρίζουν
τις λέξεις πολλών σελίδων βιβλίων και εμπνεύσουν  απ' αυτά.

Δώσε στους άλλους να κρατήσουν το χέρι σου.

Μην κοιμάσαι στις επάλξεις.

Βάλε την τάξη στη θέση της, ξεκούνησε τις πέτρες του δρόμου.

Μην προετοιμάζεις τις λέξεις που φωνάζεις.

Κατοίκησε τα έρημα σπίτια, Μόνο εσύ τα κατοίκησες.
 
Μίλα κατά την τρέλα που σε σαγήνευσε.

Σ' όποιον γυρεύει να δει τη χούφτα του χεριού σου, δείξε τους πλανήτες τ' ουρανού
που δεν τους ανακάλυψαν ακόμα.

Για να αποκαλύψεις τη γυμνότητα εκείνης που αγαπάς, κοίτα τα χέρια της. Το 
πρόσωπό της είναι σκυμμένο.

Κάνε μου τη χάρη να μπαινοβγεις στις μύτες των ποδιών.

Μην έχεις προφανή σκοπό, όταν πρόκειται να τρυπήσεις την καρδιά σου με 
το βέλος.

Κάνε το θαύμα για να τ' αρνηθείς.

Φυλάξου απ' τους καλόγουστους αμαξάδες.

Ζωγράφισε στη σκόνη τ' ανιδιοτελή μάτια της ανίας σου.

Μην αρπάζεις την ευκαιρία να ξαναρχίσεις.

Υποστήριζε ότι το κεφάλι σου, αντίθετα με τις ινδικές καρύδες, είναι απολύτως
αβαρές γιατί δεν έχει πέσει ακόμα.

Γράψε το άφθαρτο πάνω στην άμμο.

Διόρθωνε τους γονείς σου.

Μην κρατάς απάνω σου ό,τι δεν τραυματίζει τη λογική.

Μην παραλείπεις να λες στο περίστροφο: χαίρω πολύ αλλά  μου φαίνεται πως
ήδη σας έχω συναντήσει κάπου.

Οι πεταλούδες του εσωτερικού δε ζητούν παρά να συνενωθούν με τις πεταλούδες
του εσωτερικού : μην αλλάζεις μέσα σου ούτε ένα σπασμένο κρύσταλλο του
φαναριού του δρόμου.

Παρατήρησε το φως μέσα στους καθρέφτες των τυφλών.

Θέλεις να 'χεις ταυτόχρονα το πιο μικρό και το πιο ανησυχητικό βιβλίο του κόσμου;
Βιβλιοδέτησε τα γραμματόσημα των ερωτικών σου επιστολών και κλάψε, όπως και
να 'χει υπάρχει λόγος.

Μην περιμένεις ποτέ.

Καμάρωσε αυτά τα δυο σπίτια: μέσα στο ένα είσαι νεκρός και μέσα στ' άλλο είσαι\
νεκρός.

Η ελευθερία σου που μ' αυτή με κάνεις να γελώ είναι η ελευθερία σου.

Παίρνεις τον τρίτο δρόμο δεξιά, μετά τον πρώτο αριστερά, θα φτάσεις σε μια πλατεία,
στρίβεις κοντά στο καφενείο που ξέρεις, παίρνεις τον πρώτο δρόμο αριστερά, κατόπιν
τον τρίτο δρόμο δεξιά, ρίχνεις κάτω το άγαλμα και μένεις εκεί.

Χωρίς να ξέρεις τι θα την κάνεις, μάζεψε αυτή την βεντάλια που αυτή η κυρία άφησε
να πέσει.

Δεν έχεις να κάνεις τίποτα πριν πεθάνεις

(Η άμωμος σύλληψις)

Μετάφραση: Στέφανος Ν. Κουμανούδης


Δευτέρα, 8 Απριλίου 2013

Μαρία Φιλιππακοπούλου, Άτιτλο

CARLOS EDMUNDO DE ORY (9)

                Εναρκτήριο μάθημα της σειράς μαθημάτων
            Ανατολικής Μυθολογίας στη Φιλοσοφική Σχολή
                            του Πανεπιστημίου Χ


                    Κύριε Πρύτανη
Κύριε Κοσμήτορα της Φιλοσοφικής Σχολής
              Κύριοι Γενικοί Πρόξενοι
                 Κύριοι Καθηγητές
           Κυρίες Δεσποινίδες Κύριοι
                        Παιδιά
                    Υπηρέτριες
            Εργάτες εργαζόμενοι
               Γάτες και Σκύλοι
                   Μυρμήγκια



                  Πετάξτε μου ένα μαύρο φέρετρο

Ας γυρίσουμε στη Γη
Αρκετά εξέθεσα τον εαυτό μου στων γλαυκών τον γέλωτα
Όταν κλειδωμένος στ' όνειρο
Έφυγα προς το επέκεινα
Είμαι ένα μαργαριτάρι που 'πεσε στο βόρβορο.

Είμαι κουρασμένος κουρασμένος θα 'θελα να 'μαι νεκρός
Χιονίζει ρίχνει χαλάζι φυσάει ο άνεμος
Είμαι κρύος σαν το κρύο
Τα ποτάμια του μυαλού μου έχουν παγώσει.


                        Ύμνος στον Θεό

Αντίο Θεέ μου αντίο Δράκε
Έλα, μην πηγαίνεις στο Μηδέν
Εσύ 'σαι το πελώριο κάτι μου
Και όλων, ω δεν έχεις χέρια
Αντίο Θεέ Σου λέω αντίο
Έλα μην πηγαίνεις στο Μηδέν
Εσύ είσαι το Μαντήλι της ψυχής μου
Το σεντόνι της συνείδησής μου
Το μαντήλι Σού λέω αντίο
Με το μαντήλι μου του θανάτου
Θα Σε δω να κοιτάζεις
Θεέ χωρίς χέρια


                         Και πονάμε

Και πονάμε
Στριφογυρνάμε ξανά και ξανά στη δύστυχή μας κλίνη
Και κάτω απ' αυτή την κλίνη
Είναι ο ουρανός και δεν το ξέρουμε


                        Άλλο πράγμα

Τέλειωσα μια μέρα με τη λύπη μου
Ήμουν εμβρόντητος
Μου 'ρθε η συνείδηση σαν φως από κοντά
Δεν έχω σε τι να γονατίσω
Δεν θ' αγοράσω δε θα πουλήσω πια τίποτα
Να υπάρχεις βρήκα θα πει να υπάρχεις
Άμεσα γνωρίζω τη ζωή
Δεν υπάρχει μύηση ούτε φώτιση
Σ' έναν γυμνό ουρανό είμαι αστέρι
Βαθιά η μοναξιά μου και στο κέντρο της
Μιλάω με το μύχιο ακτινοβολώντας
Ο Κόσμος είναι μύχιος όπως κάθε τι πελώριο
Τον λατρεύω δίχως στεναγμούς ούτε χρυσάφι
Η εσώτερη οδύνη μου ήταν τιμόνι
Καταλαβαίνω τα πάντα μονάχος μου
Και πίνω στων πεζών το πρόσωπο
Μέχρι να χάσω την ενότητά μου
Είμαι σαν τους άλλους είμαι όπως όλοι
Ο Κάρλος δεν είναι ο Κάρλος Είμαι ευτυχισμένος
Ως πραγματικός και αληθινός Κανένας
Ξέρω πως πέθανα και ξέρω τώρα ότι ζω


                    Μου είπε ο Κάφκα

Μου είπε ο Κάφκα:
- Ήρθα στον κόσμο με μια υπέροχη πληγή
Τούτο ήταν όλες μου οι αποσκευές


                     Μηχανή οδύνης

Μηχανή οδύνης είναι πια το Είναι μου
Και πολύ καιρό δουλεύει τώρα
Έχω μέσα μου ένα νέο κινητήρα
Που δεν μπορεί κανείς να δει ούτε ν' ακούσει

Κάνω μεγάλο θόρυβο μόλις ξυπνώ
Και τρομερό βγάζω καπνό όλη μέρα
Σαν τρένο χωρίς φρένο σ' ένα δρόμο
Κρυμμένο σε μακρύ τούνελ κάτω απ' τη θάλασσα

Ανθρωπίνως εκτίω μια καταδίκη
Και η μοίρα μου είναι μια ατμομηχανή
Που δεν τελειώνει το κάρβουνό της

Μόνο τη νύχτα είμαι μια φάλαινα
Σε μεγαλειώδες όνειρο υποβρύχιο
Που η καρδιά μου κολυμπάει ευτυχισμένη

Rene Magritte, The meaning of night


                         Άλλο ποίημα

Άγρια άγρια άγρια είναι η ύπαρξη
Και δεν προσαρμόζομαι σ' αυτόν τον κρύο πλανήτη
Γυρίζω την πλάτη στον άνθρωπο που οργανώνει
Την εγωιστική ζωή του σε μια βρώμικη καρέκλα

Χάος κι εφιάλτης  Λυπημένος είμαι
Και βάζω το κεφάλι μου στα γόνατα
Όλα είναι πόλεμος και προδοσία Και κανείς δεν ακούει
Τη φωνή ενός παιδιού, έναν ήχο ακορντεόν


                    Ένας δάσκαλος του Ιώβ

Οι φίλοι μου φέρονται φριχτά
Οι φίλοι μ' έχουν για τρελό
Την ημέρα είμαι όλος αναφιλητά
Τη νύχτα κολυμπώ στα δάκρυα
Τι σου έκανα Θεέ, εσύ δεν φταις
Για ό,τι μου συμβαίνει;
Για μήνες: είμαι κραυγές
Για χρόνια: η λύπη είναι το κοστούμι
Και η πιτζάμα μου
Όταν τρώω επικαλούμαι το όνομα της θεάς
Έτσι πιστεύω πως η δόξα του Θεού
Θα 'ρθει σε μένα
Θα 'ρθει σε μένα


Μετάφραση: Κώστας Βραχνός

BERTOLT BRECHT (14)

                        Ο,ΤΙ ΣΕ ΣΕΝΑ ΗΤΑΝ ΒΟΥΝΟ

Ό,τι σε σένα ήταν βουνό
Το ισοπέδωσαν
Και σκέπασαν
Την κοιλάδα σου.

Από πάνω σου περνάει τώρα
Ένας δρόμος άνετος.


                      ΔΙΑΒΑΖΕΤΑΙ ΠΡΩΙ ΚΑΙ ΒΡΑΔΥ

Αυτός που αγαπώ
Μου είπε
Ότι με χρειάζεται.

Γι' αυτό
Προσέχω τον εαυτό μου
Βαδίζω με προφύλαξη
Και φοβάμαι κάθε στάλα βροχή
Μηδά και με σκοτώσει.


                      ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΧΙΛΙΟΜΕΤΡΙΚΟ ΔΕΙΚΤΗ
                         ΕΝΟΣ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΔΡΟΜΟΥ



Εμείς που φτιάξαμε αυτό το δρόμο
Πάνω του θα ταξιδέψουμε
Με τανκς μονάχα και φορτηγά.


                        ΚΑΚΗ ΕΠΟΧΗ ΓΙΑ ΠΟΙΗΣΗ

Το ξέρω καλά: τον καλότυχο μονάχα
Αγαπάνε. Τη δική του φωνή
Ακούν ευχάριστα. Το δικό του πρόσωπο είναι ωραίο.

Το σακατεμένο δέντρο στην αυλή
Δείχνει τη χέρσα γη, κι όμως
Οι περαστικοί σακάτη το φωνάζουν.
Και με το δίκιο τους.

Τα πράσινα πλεούμενα και τα χαρούμενα πανιά του καναλιού
Δεν τα βλέπω. Απ' όλα
Ξεχωρίζω μονάχα των ψαράδων το σκισμένο δίχτυ.
Γιατί μιλάω μόνο
Για τη σαραντάρα νοικοκυρά που έχει καμπουριάσει;
Τα στήθια των κοριτσιών
Είναι ζεστά όπως πάντα.

Μια ρίμα στο τραγούδι μου
Σχεδόν αυθάδεια θα τη θεωρούσα.

Μέσα μου μάχονται
Ο ενθουσιασμός για τη μηλιά που ανθίζει
Και ο τρόμος από τα λόγια του μπογιατζή
Μα είναι το δεύτερο μονάχα
Που στο γραφείο με καθίζει.


                    ΣΕ Ο,ΤΙ ΑΙΣΘΑΝΕΣΑΙ

Σε ό,τι αισθάνεσαι
Δώσε τη μικρότερη σημασία.
Είπε ότι δεν μπορεί να ζήσει χωρίς εσένα.
Υπολόγισε λοιπόν πως όταν τον ξαναδείς
Θα σε θυμηθεί.
Κάνε μου λοιπόν τη χάρη να μη μ' αγαπάς πάρα πολύ.
Την τελευταία φορά που μ' αγάπησαν
Δε μου 'καναν όλο τον καιρό
Την παραμικρή φιλική χειρονομία.


                     ΞΗΜΕΡΩΜΑ

Δεν είναι τυχαίο
Που κάθε καινούργια μέρα
Ξημερώνει με το λάλημα του πετεινού
Που μαρτυράει από παλιά
Μια προδοσία.


                    ΕΓΩ ΠΟΥ ΕΠΕΖΗΣΑ

Το ξέρω βέβαια: τυχαία μονάχα
Επέζησα απ' όλους τους φίλους. Μα απόψε στ' όνειρό μου
Άκουσα τους φίλους να λένε για μένα:
Οι δυνατοί επιζούν.
Και μίσησα τον εαυτό μου.


                     ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ Μ.

Ξέφυγα από τους καρχαρίες
Και νίκησα τους τίγρεις
Μ' έφαγαν όμως
Οι κοριοί.


                       ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΠΟΙΗΣΗ

Όταν ξαναγύρισα
Είδα πως τα μαλλιά μου δεν είχαν ασπρίσει
Και χάρηκα.

Τις δυσκολίες των βουνών τις ξεπεράσαμε.
Τώρα μας περιμένουν
Οι δυσκολίες των πεδιάδων.


                        ΑΔΥΝΑΜΙΕΣ

Εσύ δεν είχες καμία
Εγώ είχα μία:
Αγαπούσα.


                         ΑΛΛΑΓΗ ΤΡΟΧΟΥ

Κάθομαι στην άκρη του δρόμου.
Ο οδηγός αλλάζει τον τροχό.
Δε μου 'δωσε χαρά ο τόπος που έμενα.
Δε μου δίνει χαρά ο τόπος που πάω.
Τότε γιατί κοιτάω την αλλαγή του τροχού
Μ' αδημονία;


                         Ο ΚΑΠΝΟΣ

Το μικρό σπιτάκι στη λίμνη κάτω απ' τα δέντρα.
Από τη στέγη του υψώνεται ο καπνός.
Αν έλειπε
Πόσο γυμνά θα φαίνονταν
Το σπίτι, τα δέντρα και η λίμνη.


               
                    ΚΙ ΕΓΩ ΠΑΝΤΑ ΣΚΕΦΤΟΜΟΥΝ

Κι εγώ πάντα σκεφτόμουν πως τα πιο απλά λογια
Πρέπει να φτάνουν. Όταν λέω τι γίνεται
Η καρδιά του καθενός πρέπει να σπαράζει.
Ότι είσαι χαμένος αν δεν αμυνθείς
αυτό πια πρέπει να το καταλάβεις.


   
                      ΟΠΩΣ ΞΕΡΩ ΚΑΛΑ

Όπως ξέρω καλά
Οι αμαρτωλοί πηγαίνουν στην κόλαση
Διασχίζοντας τον ουρανό.
Τους μεταφέρουν με αμάξια διάφανα
Και τους λένε: Ετούτος από κάτω σας είναι ο ουρανός.
Ξέρω ότι το λένε αυτό
Γιατί σκέφτομαι
Πως ειδικά ανάμεσα σ' αυτούς
Θα υπάρχουν πολλοί που δε θα τον γνωρίσουν.
Γιατί αυτοί ειδικά
Πίστευαν πως είναι πιο λαμπερός.


Emil Nolde, Lake Lucerne


Μετάφραση: Πέτρος Μάρκαρης

Κυριακή, 7 Απριλίου 2013

NAZIM HIKMET (4)

                               ΜΙΚΡΟΚΟΣΜΟΣ

Όταν ετούτο το άστρο που το φως του
πέφτει τώρα στα μάτια μου σα μια χρυσή σταγόνα
όταν ετούτο τ' άστρο πρώτη του φορά
έσκισε τα σκοτάδια του κενού
πάνου στη γης δεν υπήρχε μήτε ένα πανδοχείο
Τ' αστέρια ήτανε γέρικα
Κι η γης ήτανε βρέφος.

Είναι μακριά από μας τ' αστέρια
μακριά -μακριά, πολύ -πολύ μακριά
Ανάμεσα στ' αστέρια η γη μας είναι μια κουκκίδα
μια τόση δα κουκκίδα
κι η Ασία τόνα πέμπτο είναι της γης μας.
Μια χώρα της Ασίας είναι οι Ινδίες.
Μες στις Ινδίες μια πόλη είναι η Καλκούτα.
Ο Μπενερτζή δεν είναι παρά μονάχα ένας άνθρωπος
                                                            μες στην Καλκούτα.
Και να, τι θέλω τώρα να σας πω:
Μες στις Ινδίες, μέσα στην πόλη της Καλκούτας
Φράξαν το δρόμο ενός ανθρώπου
Αλυσοδέσαν έναν άνθρωπο που βάδιζε.
Να το λοιπόν
γιατί δεν καταδέχομαι
να υψώσω το κεφάλι στ' αστροφώτιστα διαστήματα.
Θα πείτε: τ' άστρα είναι μακριά
κι η γη μας τόσο δα μικρή.
Ε, το λοιπόν ό,τι και αν είναι τ' άστρα
εγώ τη γλώσσα μου τους βγάζω.
Για μένα το λοιπόν πιο εκπληκτικό
και πιο επιβλητικό
και πιο μυστηριακό και πιο μεγάλο
είναι ένας άνθρωπος που τον μποδίζουν να βαδίζει
είναι ένας άνθρωπος που τον αλυσοδένουν.

Georg Grosz, The Wanderer


                                ΣΤΗΘΑΓΧΗ

Αν η μισή καρδιά μου βρίσκεται γιατρέ εδώ πέρα
Η άλλη μισή στην Κίνα βρίσκεται
Με τη στρατιά που κατεβαίνει προς το κίτρινο Ποτάμι.
Κι ύστερα, να, γιατρέ, την πάσα αυγή
Την πάσα αυγή γιατρέ, με τα χαράματα
Πάντα η καρδιά μου στην Ελλάδα τουφεκίζεται
Κι ύστερα, να , σαν οι φυλακισμένοι γέρνουνε στον ύπνο
Και σβήνουν στο νοσοκομείο τα τελευταία βήματα
Τραβάει ολόισια γιατρέ η καρδιά μου
Τραβάει γιατρέ στην Ιστανμπούλ, σ' ένα παλιό ξύλινο σπίτι.
Κι ύστερα, δέκα χρόνια τώρα, να γιατρέ
Που τίποτα δεν έχω μες στα χέρια μου να δώσω στο φτωχό λαό μου
Τίποτα πάρεξ ένα μήλο
Ένα κόκκινο μήλο, την καρδιά μου.
Κι είναι γιατρέ, απ' αφορμή όλα τούτα
Που μές στα στήθια μου έχω τούτη την αρρώστια.
Όμως, γιατρέ, και μ' όλα τα ντουβάρια που μου κάθονται στα στήθια
Κοιτάω τη νύχτα ανάμεσα απ' τα κάγκελα
Κι όλη η καρδιά μου αντιχτυπά και στο πιο μακρινό αστέρι.


                            ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ

Ανοίγουμε τις πόρτες
κλείνουμε τις πόρτες,
δρασκελάμε τις πόρτες
και στο τέρμα του μοναδικού μας ταξιδιού
                                                              μήτε πολιτεία
                                                                                μήτε και λιμάνι.

Το τραίνο εκτροχιάζεται
το πλοίο ναυαγεί
τ' αεροπλάνο συντρίβεται.
Ένα μονάχα επισκεπτήριο στον πάγο χαραγμένο.
                           Αν είχα δικαίωμα εκλογής
                                     να ξαναρχίσω ή όχι τούτο το ταξίδι
                                            θα το ξανάρχιζα.


                                            *

Τα τραγούδια των ανθρώπων είναι πιο όμορφα απ' τους ίδιους
                                                              πιο βαριά από ελπίδα
                                                              πιο λυπημένα
                                                              πιο διαρκή.

Πιότερο απ' τους ανθρώπους τα τραγούδια τους αγάπησα.
Χωρίς ανθρώπους μπόρεσα να ζήσω,
                                                          όμως ποτέ χωρίς τραγούδια.
μου 'τυχε να απιστήσω κάποτε
                                                 στην πολυαγαπημένη μου
                       όμως ποτέ μου στο τραγούδι που τραγούδησα γι' αυτήν.
ούτε ποτέ και τα τραγούδια μ' απατήσανε.

Όποια κι αν είναι η γλώσσα τους
                  πάντοτε τα τραγούδια τα κατάλαβα.

Σ' αυτό τον κόσμο τίποτα
απ' όσα μπόρεσα να πιω
και να γευτώ
απ' όσες χώρες γνώρισα
απ' όσα μπόρεσα ν' αγγίξω
και να νιώσω
                                     τίποτα, τίποτα
δε μ' έκανε έτσι ευτυχισμένο
                                     όσο τα τραγούδια


Μετάφραση : Γιάννης Ρίτσος

WALT WHITMAN (7)

                          Όταν διαβάζω το βιβλίο

όταν διαβάζω το βιβλίο, τη βιογραφία την περιβόητη,
είναι λοιπόν αυτό (λέω) εκείνο που ο συγγραφέας αποκαλεί ζωή του ανθρώπου;
και τότε κάποιος σαν πεθάνω και χαθώ θα γράψει για τη ζωή μου;
(σαν οποιοσδήποτε να ήξερε πραγματικά για τη ζωή μου
γιατί ακόμα και εγώ ο ίδιος συχνά σκέφτομαι πως ξέρω ελάχιστα ή τίποτα
   για την αληθινή ζωή μου,
μόνο μερικές υπόνοιες, μερικά διάσπαρτα δυσδιάκριτα νήματα και εκτροπές,
ψάχνω το δικό μου σκοπό να βρω εδώ).


                     Ξεκινώντας τις σπουδές μου

Ξεκινώντας τις σπουδές μου το πρώτο βήμα με ικανοποίησε τόσο πολύ,
Το απλό γεγονός της συνείδησης , αυτές οι δομές, η δύναμη της κίνησης,
Το πιο μικρο έντομο ή ζώο, οι αισθήσεις, η όραση, η αγάπη,
Το πρώτο βήμα λέω πως δέος με γέμισε και με ευχαρίστησε τόσο πολύ
Που δε συνέχισα και δεν θέλησα να συνεχίσω παραπέρα
Μόνο σταμάτησα και σπατάλησα όλο τον χρόνο τραγουδώντας τον σε εκστατικά
   τραγούδια.


                                      Πρωτοπόροι

Πόσο τροφοδοτούν τη γη (εμφανίζονται κάποτε -κάποτε),
Πόσο προσφιλείς και δεινοί είναι για τη γη,
Πόσο εθίζουν τον εαυτό τους όσο και τους άλλους -πόσο απίστευτη φαίνεται
  η ηλικία τους,
Πόσο οι άνθρωποι αποκρίνονται σε αυτούς, και όμως δεν τους γνωρίζουν,
Πώς υπάρχει κάτι αμείλικτο πάντοτε στη μοίρα τους,
Πώς όλες οι εποχές λαθεμένα διαλέγουν τα θέματα της κολακείας και της
   ανταμοιβής τους,
Και πώς το ίδιο ανήλεο τίμημα ακόμα πρέπει να πληρώνεται για το ίδιο μεγάλο
   απόκτημα.


                                   Εγώ ατάραχος

Εγώ ατάραχος, στέκομαι ήρεμος μέσα στη Φύση,
Αφέντης όλων ή αφέντισσα όλων, ψύχραιμος εν μέσω παράλογων πραγμάτων,
Εμποτισμένος όπως αυτά, αδρανής, επιδεκτικός, σιωπηλός όπως αυτά,
Βρίσκω την ασχολία μου, τη φτώχεια, την κακοφημία, τις αδυναμίες, τα
   εγκλήματα, λιγότερο σημαντικά απ' όσο πίστευα,
Εγώ κατά τη θάλασσα του μεξικού, ή το Μανχάταν ή το Τενεσή, ή μακριά στο
   βορρά ή στην ενδοχώρα,
Του ποταμιού, ή του δάσους, ή οποιασδήποτε αγροτικής ζωής σε αυτές τις
   Πολιτείες ή της ακτής, ή των λιμνών του Καναδά,
Εγώ όπου περνάω τη ζωή μου, ω να είμαι ισορροπημένος σε κάθε ενδεχόμενο,
Να αντιμετωπίζω τη νύχτα, τις καταιγίδες, την πείνα, τον περίγελο, τα
   ατυχήματα, την περιφρόνηση, όπως κάνουν τα δέντρα και τα ζώα.

(από τα Αφιερώματα)

Egon Schiele, Four trees

                         Ξεκινώντας από το Πομανώκ
 
                                               11

Καθώς στην Αλαμπάμα έκανα τον πρωινό περίπατό μου,
Είδα το θηλυκό κοτσύφι να κάθεται στη φωλιά του στους θάμνους να επωάζει
   τα αβγά του.

Είδα και το αρσενικό,
Στάθηκα κοντά του να το ακούσω, φούσκωνε το λαιμό του και τραγουδούσε
   χαρωπά.

Και όπως στεκόμουν σκέφτηκα πως αυτό που για χάρη του τραγουδούσε δεν
  βρισκόταν εκεί μόνο. ούτε για το ταίρι του, ούτε για το ίδιο μόνο, ούτε για όλα
   εκείνα που απαντούσαν με αντίλαλους,
Μα φευγαλέα, μυστική, απόκοσμη,
Ευθύνη διαβιβάζεται και χάρισμα απόκρυφο για εκείνους που γεννήθηκαν.


                        Το τραγούδι του εαυτού μου

                                          18

Με μουσική δυνατή καταφθάνω, με τις κορνέτες και τα τύμπανά μου
Δεν παίζω εμβατήρια για αναγνωρισμένους νικητές μόνο, παίζω εμβατήρια
   για ηττημένους και σκοτωμένους.

Έχεις ακούσει πως είναι καλό να κερδίζεις τη μάχη;
Λέω ακόμα πως είναι καλό να πέφτεις στη μάχη, οι αγώνες χάνονται με το
   ίδιο πνεύμα που κερδίζονται.

Τυμπανίζω και χτυπώ για τους νεκρούς,
Φυσώ στα επιστόμια πιο δυνατά και πιο εύθυμα για εκείνους.

Ζήτω σε εκείνους που απέτυχαν!
Και σε εκείνους που τα πολεμικά πλοία τους βυθίστηκαν στη θάλασσα
Και σε εκείνους τους ίδιους που βυθίστηκαν στη θάλασσα

Και σε όλους τους στρατηγούς που έχασαν μάχες και σε όλους τους νικημένους
    ήρωες!
Και τους αναρίθμητους άγνωστους ήρωες που ισούνται με τους σπουδαιότερους
    γνωστούς ήρωες!


                                       30

Όλες οι αλήθειες περιμένουν μέσα σε όλα τα πράγματα,
Ούτε επισπεύδουν την απελευθέρωσή τους ούτε αντιστέκονται,
Δεν χρειάζονται τις μαιευτικές λαβίδες του χειρουργού
Το ασήμαντο είναι τόσο μεγάλο για μένα όσο το οτιδήποτε,
(Τι είναι λιγότερο ή περισσότερο από το άγγιγμα;)

Λογική και νουθεσίες ποτέ δεν πείθουν
Η δροσιά της νύχτας τρυπώνει πιο βαθιά μέσα στην ψυχή μου.

(Μόνο ό,τι αποκαλύπτεται σε κάθε άντρα και γυναίκα είναι έτσι,
Μόνο ό,τι κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί είναι έτσι.)

Μια στιγμή και μια ρανίδα από μένα ηρεμούν το νου μου
Πιστεύω πως οι μουσκεμένοι σβόλοι θα γίνουν εραστές και λύχνοι,

Και σύνοψη των συνόψεων είναι η σάρκα άντρα ή γυναίκας,
Και κορφή και ανθός είναι αυτό που νιώθει ο ένας για τον άλλο,
Και πρέπει απεριόριστα να εκτείνονται με αυτό το δίδαγμα ώσπου να γίνει
   γενεσιουργός των πάντων,
Και ώσπου όλα να μας γοητεύουν και εμείς αυτά.


μετάφραση: Ζωή Ν. Νικολοπούλου

Πέμπτη, 4 Απριλίου 2013

JACK KEROUAK (8)

                     5ο χορικό

σαν έχουν λησμονήσει τον πυρσό
  την ξεπλυμένη γεύση στη
  βροχή που πλάτειασαν υπόνομοι
  και όλοι είναι χαμένοι
οι ακροβάτες των πολυκατοικιών
   που ένιωσαν τη γοργή καμπάνα
όλοι τους βουτηχτές
και οι οδηγοί όλοι τους περιστέρια

ω ω ω
          μικρά κορίτσια φτιάχνουν
          ίσκιους στο πεζοδρόμιο
          πιο μικρούς
από τον ίσκιο του θανάτου
             σ' αυτή την πόλη -


               76ο χορικό

ΕΝΑΣ ΤΥΠΟΣ ΡΩΤΑΕΙ
Δεν είναι καλύτερα να μην τους ξυπνήσουμε
Ώστε να μη μάθουν
Πως ονειρεύονται;

Είναι καλύτερα να τους ξυπνήσουμε
      γιατί
      ονειρεύονται.

Καλύτερα δεν είναι να μην τους ξυπνήσουμε
       αφού δε γνωρίζουν
       πως ονειρεύονται;

Ποιος, όχι, ποιος είπε πως
        εγώ ονειρευόμουν;

Εσύ το 'πες, ποιος είπε, πως εγώ λέω
Ότι ονειρεύεσαι;

Το ψέμα είναι ένα καλοστημένο ονειρικό
      Φάντασμα

"Συνέχισε, βρίσκεσαι σ' ένα μακρύ όνειρο,
Αυτό έχω να σου πω". (Μπιλ)


                 216ο χορικό

Γεμίζοντας τον αέρα μ' ενα αυθαίρετο όνειρο
Το να μην υπάρχει επιθυμία,
αυτή είναι η αυθεντική αίσθηση
της ειρήνης μες στην Πραγματική Φύση -
Δεν χρειάζεται να ρωτήσεις
πώς τελειώνει το όνειρο,

αφού τελειώνει - 
    Ένα βρέφος στη γέννα:
       πείτε της περήφανης δημιουργικής
         γυναίκας τι παραπάνω απ' αυτό
             θέλει για να ικανοποιήσει
               το γόνιμο εγώ της,
               και πόσα ακόμα μωρά
               που κλαίνε μες στη νύχτα
               με άγριο στρίγκλισμα,
               γνωρίζοντας πως η σάρκα τους
               είναι στο κούτσουρο
               του πεινασμένου χασάπη.
             -πόσα ακόμα γουρούνια
               κρεμασμένα ανάποδα
               να ματώνουν αργά στο θάνατο
               από ανόητους ταπεινούς
               θρησκευόμενους
               χωρίς μύτες και μάτια.

Ελευθερώστε τις ανθρώπινες μάζες
αυτού του κόσμου απ' τη δουλεία στη ζωή
και στον θάνατο, καταργώντας τον θάνατο
κι εξολοθρεύοντας τη γέννηση -

                 Ω, εγώ ο Σαμψών - 
Ο σεβάσμιος Κέρουακ, ο φίλος των αγελάδων
ΒΑΣΙΖΟΜΑΙ ΣΤΗΝ ΑΤΕΛΕΙΩΤΗ ΑΚΙΝΗΤΗ ΣΚΕΨΗ.


                      Μπλουζ του κονιάκ

Μόλις που πρέπει να πληρώσεις
τα τέλη σου στον παράδεισο - 
Ο παράδεισος θα ΄ναι αδιάφορος
γι' αυτόν τον αδιάφορο σκύλο.

(Μα και πάλι, η τίμια αδιαφορία
ήταν καλύτερη απ' την ανημποριά)

....................................αλήθεια,
όταν ακούω σάπια λόγια
για δικαιοσύνη και δημοκρατία
και ξέρω πως οι υποκριτές
λένε ψέμματα μες απ' τα 
ψεύτικά τους δόντια

Δεν είμαι αδιάφορος προς τον θεό,
είμαι αδιάφορος για μένα
σ' αυτή τη γη

Δε μπορώ να σκεφτώ τίποτα
πιο γελοίο από μένα πάνω
στη γη  - 
Στ' αλήθεια!


                    Κεραυνός

Ο κεραυνός κάνει έναν ήχο
   εκρηκτικό σαν παράθυρα
που έκλεισαν υστερικά ήσυχα - 
Γι' αυτό ο πατέρας έπεσε
από του χρόνου τα σκαλιά
παρά τον αγιασμό
και όλα τα δικά σου ανάμικτα ποτά
στην Αιωνιότητα.


                    Μύγες

                    1.

Και δεν υπήρχε ποτέ μια εποχή που οι μύγες
να μην έψαχναν τον ήλιο μεσ' απ' τα
απαγορευτικά τζάμια του παράθυρου;

                    2.

Το μόνο που ζητάω από τούτη την Περσεφόνη
είναι ποιήματα που οδηγούν το γάλα της αγάπης
μέσα απ' την ανεμώνη - 

Μικρό ποίημα

Όταν το δέντρο βγάλει φρούτα
την άνοιξη
δύσκολο

να πεις
τι δημιουργήθηκε
ποιος καρπώνεται.


               Το αεροπλάνο είναι

Το αεροπλάνο είναι
κάτι αφηρημένο γιατί
δεν εξυπηρετεί απολύτως κανέναν
σκοπό για το σώμα ή
την ψυχή -απλώς πετάει-
            Όλα τα υπόλοιπα αφη-
ρημένα -Κομμουνισμός,
Ελευθερία κ.τ.λ. -είναι έννοιες
Αφηρημένες μέσα στην
Αφηρημένη Δομή του Συστήματος -
Τα Συστήματα δεν
μπορούν να λειτουργήσουν δίχως
μια βάση θεωρητική.
                    Η θεωρητική της
Φύσης ακόμη είναι και θα είναι
πάντοτε "άγνωστη"
γιατί δεν είναι 
θεωρητική, μόνο είναι -


                  Στον Έντουαρντ Ντάλμπεργκ

Μην χρησιμοποιείς τηλέφωνο.
Οι άνθρωποι δεν είναι ποτέ έτοιμοι να απαντήσουν.
Χρησιμοποίησε ποίηση.


Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς

ALLEN GINSBERG

                                              ΟΥΡΛΙΑΧΤΟ

                                     Για τον Καρλ Σόλομον

                                           Ι.  (αποσπάσματα)

Είδα τα καλύτερα μυαλά της γενιάς μου διαλυμένα από την τρέλα,
   υστερικά γυμνά και λιμασμένα,
να σέρνονται μέσα στους νέγρικους δρόμους την αυγή γυρεύοντας
   μιαν αναγκαία δόση,
χίπστερς με αγγελικά κεφάλια να φλέγονται για την αρχαία ουράνια ένωση
   με την αστρική γεννήτρια μέσα στη μηχανή της νύχτας,
που φτωχοί κουρελιασμένοι με βαθουλωμένα μάτια και φτιαγμένοι στάθηκαν
   καπνίζοντας μέσα στο υπερφυσικό σκοτάδι τιποτένιων διαμερισμάτων αιωρούμενοι
   πάνω από τις κορυφές των πόλεων βυθισμένοι στη τζαζ,
που πρόταξαν τους εγκεφάλους τους γυμνούς στον Ουρανό
   κάτω απ' τον εναέριο σιδηρόδρομο και είδαν
   αγγέλους μωαμεθανούς να τρεκλίζουν φωτισμένοι σε ταράτσες πολυκατοικιών,
που πέρασαν απ' τα πανεπιστήμια με ήρεμα ακτινοβόλα μάτια με παραισθήσεις
   του Αρκάνσας και τραγωδία με το φως του Μπλαίηκ ανάμεσα στους μελετητές
            του πολέμου,
που διώχτηκαν από τις ακαδημίες λόγω τρέλας και έκδοσης
   στίχων ανήθικων στου κρανίου τα παράθυρα,
που διπλώθηκαν απ' το φόβο ξεντυμένοι σε αξύριστα δωμάτια, καίγοντας
   τα λεφτά τους στα καλάθια των αχρήστων και ακούγοντας τον Τρόμο
   μεσ' απ' τον τοίχο ................

που έκλαψαν για τον ρομαντισμό των δρόμων με τα καρότσια τους γεμάτα
   κρεμμύδια και μουσική για πέταμα,
που κάθισαν σε χαρτόκουτα ανασαίνοντας στο σκοτάδι κάτω από τη γέφυρα,
   και σηκώθηκαν στα δωμάτια τους για να φτιάξουν κλαβεσίνα,
που έβηξαν στο έκτο πάτωμα του Χάρλεμ στεφανωμένοι με φλόγα
   κάτω από τον φυματικό ουρανό ζωσμένοι από καφάσια πορτοκαλιών
   της θεολογίας,
που ορνιθοσκάλισαν όλη νύχτα ξεφαντώνοντας με σπουδαίες
    επωδούς που στο κίτρινο πρωινό έμοιαζαν στίχοι ασυνάρτητοι,
που μαγείρεψαν σαπισμένα ζώα πνευμόνι καρδιά πόδι ουρά σπάλα και τορτίγες
   ονειρευόμενοι το αγνό λαχανικό βασίλειο,
που χώθηκαν κάτω από φορτηγά κρεάτων ψάχνοντας για ένα αυγό,
που πέταξαν τα ρολόγια τους απ' την ταράτσα για να ρίξουν ψήφο υπέρ της
   Αιωνιότητας, έξω απ' τον Χρόνο, και ξυπνητήρια έπεφταν
   κάθε μέρα στα κεφάλια τους για την επόμενη δεκαετία,
που έκοψαν τις φλέβες τους τρεις φορές στη σειρά ανεπιτυχώς,
   τα παράτησαν και αναγκάστηκαν να ανοίξουν παλαιοπωλεία
   όπου ένιωθαν πως γερνούσαν
   κι έκλαιγαν,
που κάηκαν ζωντανοί με τα αθώα φανελένια τους κοστούμια
   στη Λεωφόρο Μάντισον μέσα σε εκρήξεις μολυβένιας ποίησης
   και τον φουλαριστό κρότο των μελαγχολικών ορδών της
   μόδας και τις νιτρογλυκερινικές κραυγές των ξωτικών
   της διαφήμισης και τον υπερίτη των απαίσιων διανοούμενων
   εκδοτών, ή τους πάτησαν τα μεθυσμένα ταξί
   της Απόλυτης Πραγματικότητας,
που πήδηξαν από τη γέφυρα του Μπρούκλυν συνέβη πράγματι
   και τράβηξαν μακριά άγνωστοι και ξεχασμένοι μέσα στην
   στοιχειωμένη παραζάλη των παρόδων της σούπας και των πυροσβεστικών
   οχημάτων της Τσάινατάουν δίχως μια κερασμένη μπύρα,
που τραγούδησαν απ' τα παράθυρά τους απελπισμένοι, έπεσαν απ' το παράθυρο
   του μετρό, πήδηξαν στον βρομερό Πασάικ, σαλτάρισαν πάνω σε
   νέγρους, έκλαψαν σ' όλο το δρόμο, χόρεψαν ξυπόλητοι
   πάνω σε σπασμένα κρασοπότηρα, τσάκισαν δίσκους
   γραμμοφώνου νοσταλγικής γερμανικής τζαζ του ΄30, τελείωσαν
   το ουίσκι και ξέρασαν στενάζοντας στον ματωμένο
   καμπινέ, στ' αυτιά τους τα βογκητά και το ξέσπασμα των κολοσσιαίων
   ήχων του ατμού,
που σβάρνισαν τις εθνικές οδούς των περασμένων χρόνων ταξιδεύοντας ο ένας
   στον Γολγοθά του άλλους με γρήγορα αυτοκίνητα στη μοναχική αγρύπνια
   της φυλακής ή στη μετενσάρκωση της τζαζ του Μπίρμινχαμ,
που οδήγησαν από τη μια άκρη της χώρας στην άλλη σε εβδομήντα δύο ώρες
   για να μάθουν αν εγώ, εσύ ή ο άλλος είχαμε κάνα όραμα για να βρούμε
   την Αιωνιότητα,
που ταξίδεψαν στο Ντένβερ, που πέθαναν στο Ντένβερ, που γύρισαν
   στο Ντένβερ και μάταια πρόσμεναν, ατένισαν το Ντένβερ
   και μελαγχόλησαν κι έμειναν μόνοι στο Ντένβερ και τελικά έφυγαν μακριά
   για να βρουν τον Χρόνο, και τώρα το Ντένβερ είναι έρημο
   από ήρωες,
που έπεσαν στα γόνατα μέσα σε απέλπιδες εκκλησίες προσευχόμενοι ο ένας
   για τη σωτηρία του άλλου και το φως και τα στήθη, μέχρι που η ψυχή
   φώτισε τα μαλλιά της για μια στιγμή,
που παλάβωσαν στη φυλακή προσμένοντας απίθανους
   εγκληματίες με χρυσά κεφάλια και τη γοητεία της πραγματικότητας
   στις καρδιές τους που τραγούδησαν όμορφα μπλουζ στο Αλκατράζ,
που αποσύρθηκαν στο Μεξικό για να εξελίξουν μια συνήθεια, ή στο Ρόκυ Μάουντεν
   για τον τρυφερό Βούδδα ή στην Ταγγέρη για τ' αγόρια ή
   στη Σάουθερν Πασίφικ για τη μάυρη ατμομηχανή ή στο Χάρβαρντ
   για τον Νάρκισσο στο Γούντλον για τις γιρλάντες των ανθέων ή τον τάφο,
που απαίτησαν δίκες λογικές κατηγορώντας το ραδιόφωνο για υπνωτισμό και
   απόμειναν με την τρέλα τους και τα χέρια τους και
   δίβουλους ενόρκους,
που πέταξαν πατατοσαλάτα στους ομιλητές για τον Ντανταϊσμό στο κολλέγιο
   της Νέας Υόρκης και αργότερα εμφανίστηκαν στα γρανιτένια σκαλοπάτια
   του τρελοκομείου με τα κεφάλια ξυρισμένα και παλαβές
   κουβέντες της αυτοκτονίας απαιτώντας άμεση λοβοτομή,
και που αντ' αυτής έλαβαν το τσιμεντένιο κενό της ινσουλίνης Μετραζόλ
   ηλεκτροσόκ υδροθεραπεία ψυχοθεραπεία
   εργασιοθεραπεία πινγκ πονγκ και αμνησία,
που σε σοβαρή διαμαρτυρία αναποδογύρισαν συμβολικά μονάχα ένα τραπέζι
   του πινγκ πονγκ, ησυχάζοντας στην κατατονία,
επιστρέφοντας μετά από χρόνια τελείως φαλακροί πέρα απ' την περούκα των αιμάτων,
   και των δακτύλων και των δακρύων, στην προφανή καταδίκη των ψυχοπαθών
   στους θαλάμους των ψυχιατρικών συγκροτημάτων της Ανατολής,
στους δύσοσμους διαδρόμους του Πίλγκριμ Στέητ του Ρόκλαντ και του Γκρέυστοουν,
   λογομαχώντας με τους αντίλαλους της ψυχής, μεσάνυχτα με ταρακούνημα
   στον μοναχικό πάγκο των πετρόκτιστων βασιλείων της αγάπης,
   το όνειρο της ζωής ένας εφιάλτης, κορμιά που πέτρωσαν
   βαριά σαν το φεγγάρι,
με τη μητέρα τελικά ******, και το τελευταίο φανταστικό βιβλίο πεταγμένο
   απ' το παράθυρο, και την τελευταία πόρτα κλεισμένη
   στις τέσσερις τα ξημερώματα και το τελευταίο τηλέφωνο πεταγμένο στον τοίχο
   σαν απάντηση και το τελευταίο επιπλωμένο δωμάτιο αδειασμένο ως
   το τελευταίο κομμάτι πνευματικής επίπλωσης, ένα κίτρινο χάρτινο ρόδο
   πλεγμένο σε μια συρμάτινη κρεμάστρα στη ντουλάπα, κι αυτό ακόμα
   φανταστικό, τίποτ' άλλο πέρα από μία ελάχιστη αισιόδοξη γεύση
   παραίσθησης-


Ω Καρλ, όσο εσύ δεν είσαι ασφαλής δεν είμαι ούτε εγώ, και τώρα είσαι
   στ' αλήθεια μέσα στη ζωική σούπα του χρόνου -
και όποιος εν τέλει έτρεξε μέσα στους παγωμένους δρόμους κυριευμένος από
   την ξαφνική αναλαμπή της αλχημείας της χρήσης της γεωμετρικής έλλειψης
   του καταλόγου του μέτρου και του δονητικού πεδίου,
που ονειρεύτηκε και δημιούργησε ενσαρκωμένα χάσματα στον Χώρο και τον Χρόνο
   μέσα από εικόνες συγκρινόμενες, και παγίδεψε τον αρχάγγελο
   της ψυχής ανάμεσα σε δύο οπτικά είδωλα και συνένωσε
   τα βασικά ρήματα και έβαλε το ουσιαστικό και την παύλα της
   συνείδησης μαζί αναπηδώντας με την αίσθηση
   του Pater Omnipotens Aeterna Deus
για να δημιουργήσει ξανά το μέτρο και τη σύνταξη της φτωχής ανθρώπινης πρόζας και
    να σταθεί μπροστά σου άφωνος και ευφυής και
    τρεμάμενος από ντροπή, αποριμμένος μα εξομολογώντας
    την ψυχή για συμπόρευση με τον ρυθμό της σκέψης μες στο
    γυμνό του και ατέλειωτο κεφάλι,
ο τρελός αλήτης και άγγελος μπιτ μέσα στον Χρόνο, άγνωστος,
    θέτοντας όμως εδώ αυτό που ίσως αξίζει να ειπωθεί
    στον χρόνο μετά το θάνατο,
και αναστήθηκε μετενσαρκωμένος με τα φασματικά ρούχα της τζαζ
    μέσα στον χρυσοκέρατο ήχο της μπάντας και έπαιξε τον πόνο του
    γυμνού μυαλού της Αμερικής για την αγάπη μ' ενός σαξοφώνου την κραυγή ηλί ηλί
    λαμά σαβαχθανί που ρίγησε
    τις πόλεις ως το τελευταίο ραδιόφωνο
με την απόλυτη καρδιά του ποιήματος της ζωής σφαγμένη βγαλμένη απ' τα
   κορμιά τους τροφή καλή για χίλια χρόνια.



μετάφραση : Γιάννης Λειβαδάς