Πρότυπα

Πρότυπα

Έψαχνε να βρει το σπίτι της μα ήταν χαμένο μέσα στο δάσος. Επέστρεφε από το σχολείο και είχε στην πλάτη έναν τεράστιο σάκο γεμάτο με βιβλία...

Κυριακή, 31 Μαρτίου 2013

DANTE GABRIEL ROSSETTI (3)

                                Η χώρα των ονείρων


Εκεί που τα ανήλια ποτάμια εκβάλλουν
Τους κυματισμούς τους μέσα στους ωκεανούς
Εκείνη κοιμάται μέσα σε μαγεμένο ύπνο.
Μην την ξυπνάτε.
Οδηγημένη από μοναχό αστέρι
Ήρθε από πολύ μακριά
Να αναζητήσει στον τόπο των σκιών
Την τερπνή της ειμαρμένη.

Άφησε το ροδόπλεκτο πρωινό
Άφησε τα χωράφια με τ' αραποσίτια,
Για το σύθαμπο το παγωμένο κι έρημο
Και τις νεροπηγές.
Μέσα απ' τον ύπνο, σαν από πέπλο,
Βλέπει τον ουρανό ξεθωριασμένο,
Και ακούει το αηδόνι
Που λυπημένα τραγουδά.

Ανάπαυση, ανάπαυση, απόλυτη ανάπαυση
Ριγμένη πάνω στο μέτωπο και στην καρδιά
Το πρόσωπό της είναι στραμμένο προς τη δύση,
Την πορφυρή χώρα.
Δεν μπορεί να δει τον σπόρο
Να ωριμάζει πάνω στο λόφο και να θρηνήσει.
Δεν μπορεί να νιώσει τη βροχή
Πάνω στο χέρι της.

Ανάπαυση, ανάπαυση για πάντα
Πάνω σε βρυώδη όχθη.
Ανάπαυση, ανάπαυση στα κατάβαθα της καρδιάς
Ώσπου ο χρόνος να σταματήσει.
Ύπνος που κανένας πόνος δε θ' αφυπνίσει.
Σκοτάδι που κανένα πρωινό δε θα συντρίψει.
Ώσπου η χαρά να κυριεύσει
Την απόλυτή της γαλήνη.



                                     

                                       Αιφνίδιο φως


Ήμουν εδώ πριν,
Αλλά πότε ή πώς δε μπορώ να πω.
Γνωρίζω το χορτάρι πέρα από την πόρτα,
Τη γλυκιά διαπεραστική μυρωδιά,
Το θρηνητικό ήχο, τα φώτα γύρω απ' την όχθη.

Ήσουν δικιά μου πριν,
Πόσο καιρό πριν δεν ξέρω.
Αλλά μόλις σε αυτό το πέταγμα του χελιδονιού
Το λαιμό σου γύρισες,
Κάποιος μυστικός κόσμος κατέρρευσε, τα ήξερα όλα από παλιά.

Ήταν έτσι πριν;
Το πέρασμα στον στρόβιλο του χρόνου
Με τις ζωές μας, την αγάπη μας, δε θα επαναφέρει
Ενάντια στο θάνατο,
Και μέρα και νύχτα δε θα αποφέρει ηδονή ξανά;


                        Τα Όρια της Θάλασσας


Συλλογίσου την ξεψυχισμένη μελωδία της θάλασσας.
Ο ίδιος ο χρόνος είναι, που κάνει ευδιάκριτο
Το βουητό του φλοιού της γης.
Απόκρυφη συνέχεια μεγαλειώδης
Είναι το όριο της θάλασσας. Το βλέμμα μας
Δεν φτάνει πιο μακριά. Από την ώρα που υπήρξε χρόνος,
Αυτός ο ήχος αποκάλυψε την εκτροπή του χρόνου.

Όχι τη σιωπή, αυτή είναι του θανάτου, κρατά
Την οδύνη του αρχαίου σφρίγους,
Διαρκής πάντα υπόκωφη σύγκρουση.
Σαν την καρδιά του κόσμου από θάνατο και οργή,
Ο αλγεινός της σφυγμός είναι μέσα στο χρόνο.
Τελικά, ολόκληρος ο ουρανός ίσταται
Φαιόχρους και άγνωστος, στην ατραπό του.


Μετάφραση: Ζωή Ν. Νικολοπούλου

Τρίτη, 26 Μαρτίου 2013

ELIZABETH BARRETT BROWNING (4)

                        Σονέτα απ' τα πορτογαλικά

                                       IV

Προορίζεσαι για την αίθουσα κάποιου αρχοντικού,
εσύ, η πιο αβρή φωνή της έξοχης ποίησης! Εκεί,
οι χορευτές λυγίζοντας τα πόδια, προσμένουν
κι άλλο απ' τα χείλη σου που εγκυμονούν.
Και συ ξεκλειδώνεις αυτού του σπιτιού την κλειδαριά. Είναι πολύ
φτωχή για το χέρι σου; μπορείς να το φανταστείς και να το
επιτρέψεις η μουσική σου να παραπέσει εδώ αγνοημένη
χρυσή πλησμονή στην πόρτα μου;
κοίτα ψηλά και δες το σπασμένο παράθυρο,
νυχτερίδες και μικρές κουκουβάγιες χτίζουν στη σκεπή!
Το τριζόνι μου τιτιβίζει κόντρα στο μαντολίνο σου.
Σώπα. Μην καλείς την ηχώ για περισσότερη επιβεβαίωση
της ερημιάς! Υπάρχει μια φωνή εδώ που κλαίει
...καθώς εσύ πρέπει να τραγουδήσεις... μόνος, μακριά.


                                VIII

Πώς μπορώ ν' ανταποδώσω, γαλαντόμε
και μεγαλοπρεπή δωρητή, που έφερες το χρυσό
και την πορφύρα της καρδιάς σου,
και τ' άφησες έξω απ' τα τείχη, άσπιλα, ανείπωτα,
με απροσδόκητη γενναιοδωρία.
Να τα δεχτώ ή να τ' αρνηθώ; είμαι αδιάφορη,
αχάριστη, που σε αυτά τα πολλαπλά
ακριβά δώρα, τίποτα δεν ανταποδίδω;
Δεν είναι έτσι. Δεν είμαι αδιάφορη, αλλά πολύ φτωχή.
Ρώτα το Θεό, αυτός ξέρει, γιατί τα συχνά δάκρυα ξέβαψαν
τα χρώματα από τη ζωή μου κι άφησαν ένα τόσο νεκρό
και χλωμό απομεινάρι, που δε θ' άξιζε
για προσκεφάλι σου.
Πήγαινε πιο μακριά! Άσε το να ταπεινωθεί.


                               XV

Μη με κατηγορείς, σε ικετεύω, που έχω
τόσο ήρεμη και λυπημένη έκφραση μπροστά σου,
γιατί εμείς οι δυο είμαστε διαφορετικοί και δεν λάμπει
το μέτωπο και τα μαλλιά μας με το φως της ίδιας ηλιαχτίδας.
Με φρόντισες, χωρίς αμφιβολία,
σαν μέλισσα κλεισμένη σε κρυστάλλινο βάζο.
Από τότε που η θλίψη με φυλάκισε στη θεϊκή αγάπη,
να ανοίξω τα φτερά και να πετάξω στον έξω κόσμο
θα ήταν η  πιο αβάσταχτη αποτυχία. Όσο κι αν πασχίσω
θα αποτύχω. Αλλά κοιτώ εσένα, κοιτώ εσένα,
βλέποντας, εκτός απ' την αγάπη, το τέλος της
ακούγοντας λήθη πέρα απ' τη μνήμη.
Σαν κάποιος που κάθεται κι ατενίζει από ψηλά
πάνω απ' τα ποτάμια ως την έσχατη θάλασσα.





                                         ΧΧΙΙ

Όταν οι δυο ψυχές μας ορθώνονται ευθυτενείς και ακλόνητες,
αντικριστές, σιωπηλές, έρχονται κοντά και πιο κοντά,
μέχρι οι άκρες των απλωμένων φτερών τους να διαλυθούν
στη φωτιά. Τι οδυνηρό κακό μπορεί η γη να προκαλέσει
ώστε πια να μην είμαστε εδώ ικανοποιημένοι;
Σκέψου. Αν ανέβουμε ψηλότερα,
οι άγγελοι θα μας παιδεύουν και θα επιδιώκουν
να στάξουν κάποια χρυσή σταγόνα από τέλειο τραγούδι
μέσα στη βαθιά, την ακριβή μας σιωπή. Άσε να  μείνουμε
καλύτερα στη γη, αγαπημένε, που οι αταίριαστοι
απρεπείς τρόποι των ανθρώπων διώχνουν
κι απομονώνουν τις αγνές ψυχές κι αφήνουν
χώρο να σταθούν, να αγαπηθούν για μία μέρα
στο σκοτάδι και ο θάνατος να τους περικυκλώνει.


Μετάφραση: Ζωή Ν. Νικολοπούλου

Δευτέρα, 25 Μαρτίου 2013

MARCEL PROUST (4)

Εξαντλημένος που τόσο υπέφερα, πιο καταπονημένος ακόμα που αγάπησα
Η ζωή αφού με τα πέρατά της με γοήτεψε
Σφίγγει ολόγυρά μου τον μονότονό της κύκλο
Και το όνειρό μου, νιώθοντας τον ορίζοντά του κλειστό
Μελαγχολικά αναδιπλώνεται και απορεί
Ποιος ξέρει ακούγοντας το φθινόπωρο τόσο συγκινητικό
Εάν πνίγει ένα λυγμό ή εάν συγκρατεί ένα τραγούδι
Τόσο σοβαρό όσο η ώρα και σαν εκείνη διφορούμενο
Η καρδιά μου δίχως να το γνωρίζει διερχόταν μια καμπή.

                                   
                    ΗΜΙΤΕΛΗΣ ΑΚΡΟΣΤΙΧΙΔΑ

Έχοντας μάθει απ' τη δυστυχία που προκαλέσατε
Να μην...
Ψάξτε για μια άλλη καρδιά εξίσου πιστή και τρυφερή
Η δική μου θα νιώσει χαρμονή όταν θα την έχετε βρει
Ακόμα ως χθες στις φλόγες τυλιγμένη είναι αλίμονο στάχτη
Επιθυμεί όμως τουλάχιστον για εσάς αυτή τη μεγάλη ονειρεμένη ευτυχία
Και που, όπως ένας μοχθηρός, αποκλειστικά εσείς συντρίψατε
Η δυστυχία μας θα φτιάξει την ευτυχία κάποιου άλλου
Πασχίστε έχοντας μάθει


                               ΨΕΥΔΗ

Εάν το μπλε του οπάλλιου είναι τρυφερό
Είναι μήπως το ν' αγαπάς ... συγκεχυμένα...;
Το σεληνόφως μοιάζει να προσμένει
Μια καρδιά που θα μπορεί να το καταλαβαίνει
Η Στοργή του γαλάζιου ουρανού χαμογελά στην καρδιά που αγαπά

Η στοργή του γαλάζιου ουρανού χαμογελά στην καρδιά που αγαπά
Ωσάν συγχώρεση για την παραφροσύνη της
Μέσα στον ουρανό είναι ακόμα η ύλη που ψεύδεται;
Είναι ήδη ο Θεός που αρχινάει;

Εάν των ματιών σας το γαλανό είναι θλιμμένο
Σα νοσταλγία γλυκιά που επιμένει
Είναι το ν' αγαπάς κείνο που δεν υπάρχει
όχι στον κόσμο αυτό -το ν' αγαπάς είναι πικρό!

Τα μάτια σας τα απλανή, τα μάτια σας τα άπληστα
Τα μάτια σας τα βαθιά, αλίμονο ειναι αδειανά
Βαθείς και αδειανοί είναι οι Ουρανοί

Και η τρυφερότητα του απαλού γαλάζιου
Είναι ένα ψέμα μες στο οπάλλι
Και μες στον ουρανό και μες στα μάτια σας.


                       ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ROBERT

Κορδωμένος σαν μπαστούνι, σαν πέτρα ξερός
    Πού 'ναι η γοητεία του;
Δεν θα 'χουμε ποτέ, κάτω απ' το βλέφαρό του
   Μήτε ένα δάκρυ.

Ω τσακμακόπετρα, γκρίζε ίσιε δρόμε,
   Πού 'ναι τα θέλγητρά του;
Ω δρόμε ή χαλίκι -τι έχετε που συνεπαίρνει,
   Πράγματα δίχως δάκρυα;

Ωστόσο είναι από χώρες
Ομοιόμορφες, άνυδρες και γκρίζες
Που ορισμένοι βρίσκουν όμορφες.

Νομίζουν ότι ο οργισμένος τους ουρανός
Αποκαλύπτει ένα Θεό, μια ψυχή
Που δεν προδίδει καμιά φλόγα.
Είναι ένας Θεός καλά κρυμμένος.

Ο κ. Χ είχε πει στη γλώσσα του την αθάνατη:
"Ο ουρανός αυτός περισσότερο κρύβει το Θεό παρά τον φανερώνει".
Κρύβετε ένα Θεό, Robert, ακούτε;
   Και δεν είμαι εγώ αυτός που το είπε,
   Μα ένας μέθυσος δίχως πνεύμα.

Κρύβετε ένα Θεό, ω χαλικόδρομε
Ολόισιε, κάτω από έναν ομοιόμορφο ουρανό και οργισμένο.
Εγώ βαδίζω μαζί, μες στην καρδιά μου, με τη γλυκιά ελπίδα
   Πως ένας Θεός μέσα σ' αυτόν τον ουρανό είναι κρυμμένος.



Μετάφραση: Ελένη Κόλλια

Κυριακή, 24 Μαρτίου 2013

GUILLAUM APOLLINAIRE (6)

                         Η ΚΥΡΙΑ

Τοκ -τοκ Την πόρτα του έχει κλείσει
Μαράθηκαν του κήπου τα κρίνα
Ποιος είναι λοιπόν αυτός ο νεκρός που παίρνουν

Μόλις αλαφροχτύπησες την πόρτα του
Και τροτ -τροτ
Τροτάρει η μικρή ποντικίνα


                           1909

Η κυρία είχε ένα φόρεμα
Σε τούρκικο μενεξεδί
Κι ο χιτώνας της χρυσοκεντημένος
Ήταν φτιαγμένος από δυο όψεις
Πιασμένες στον ώμο

Με τα μάτια να χορεύουν σαν άγγελοι
Γελούσε γελούσε
Είχε ένα πρόσωπο με τα χρώματα της Γαλλίας
Τα μάτια γαλάζια τα δόντια λευκά
Και τα χείλια πολύ κόκκινα
Είχε ένα πρόσωπο με τα χρώματα της Γαλλίας

Ήταν έξωμη κυκλικά
Και χτενισμένη α λα Ρεκαμιέ
Μ' όμορφα γυμνά χέρια

Δε θ' ακούσουμε ποτέ να χτυπούν μεσάνυχτα

Η κυρία με το τούρκικο μενεξεδί φόρεμα
Και τον χρυσοκεντημένο χιτώνα
Κυκλικά έξωμη
Περπατούσε τις μπούκλες της
Το χρυσό της διάδημα
Κι έσερνε τα χρυσά της αγκραφωτά παπούτσια
Ήταν τόσο όμορφη
Που δε θα τολμούσες να την αγαπήσεις

Αγαπούσα τις σκληρές γυναίκες στις πελώριες συνοικίες
Όπου γεννιόνταν κάθε μέρα κάποιες νέες υπάρξεις
Το σίδερο ήταν το αίμα τους η φλόγα το μυαλό τους
Αγαπούσα αγαπούσα τον επιδέξιο κόσμο των μηχανών
Το λούσο και η ομορφιά δεν είναι παρά ο αφρός τους
Αυτή η γυναίκα ήταν τόσο όμορφη
Που μου έφερνε φόβο


                                ΖΩΝΗ    (αποσπάσματα)

Στο τέλος βαρέθηκες αυτόν τον αρχαίο κόσμο

Τώρα περπατάς μοναχός στο Παρίσι μες στο πλήθος
Κοπάδια λεωφορείων που μουγκρίζουν κοντά σου κυλούν
Η αγωνία του έρωτα σου σφίγγει το λαρύγγι
Σα να 'ταν ποτέ πια να μην αγαπηθείς
Αν ζούσες τον παλιό καιρό θα 'μπαινες σ' ένα μοναστήρι
Ντρέπεστε όταν σας πιάνουν να λέτε μια προσευχή
Αυτοσαρκάζεσαι κι όπως η φωτιά της Κόλασης το γέλιο σου σπιθίζει
Οι σπίθες του γέλιου σου χρυσώνουν της ζωής σου το βάθος
Είναι ένας πίνακας κρεμασμένος σ' ένα σκοτεινό μουσείο
Και κάποιες φορές πηγαίνεις να τον κοιτάξεις από κοντά

Σήμερα βαδίζεις στο Παρίσι οι γυναίκες είναι ματωμένες
Ήταν και δε θα 'θελα να το θυμάμαι ήταν στης ομορφιάς την παρακμή

Τριγυρισμένη από φλόγες ζωηρές η Παναγιά με κοίταξε στη Σαρτρ
Το αίμα της Σάκρε -Κερ με πλημμύρισε στη Μονμάρτη

Αρρωσταίνω ν' ακούω τα ευτυχισμένα λόγια
Η αγάπη που υποφέρω είναι μια αρρώστια της ντροπής
Κι η εικόνα που σε κατέχει σε κάνει να επιζείς στην αϋπνία
                                       και στην αγωνία
Είναι πάντα κοντά σου αυτή η εικόνα που περνά

Ήσουν θλιμμένος μέχρι θανάτου τη μέρα που κοιτάχτηκες

Βρίσκεσαι στο Παρίσι στον ανακριτή
Όπως έναν εγκληματία σε βάζουν σε κράτηση

Έχεις κάνει οδυνηρά και χαρούμενα ταξίδια
Προτού ν' αντιληφθείς το ψέμα και την ηλικία
Υπόφερες απ' την αγάπη στα είκοσι και στα τριάντα χρόνια
Έζησα σαν ένας τρελός κι έχασα το χρόνο μου
Δεν τολμάς πια να κοιτάξεις τα χέρια σου κι όλες τις στιγμές
     που θα 'θελα να κλάψω
Πάνω σου πάνω σ' αυτή που αγαπώ πάνω σε κάθε τι που
       σ' έχει τρομάξει
Κοιτάζεις με μάτια γεμάτα δάκρυα αυτούς τους φτωχούς
      μετανάστες
Μια οικογένεια μεταφέρει ένα κόκκινο παπλωματάκι όπως
     μεταφέρετε την καρδιά σας
Αυτό το παπλωματάκι και τα όνειρά μας είναι το ίδιο
       ανυπόστατα.

(Alcools)

                                    ΒΡΕΧΕΙ

Βρέχει φωνές γυναικών σα να ήταν νεκρές ακόμα
     και στην ανάμνηση
Είσαστε εσείς ακόμα που βρέχετε θαυμαστές συναντήσεις
      του βίου μου ω σταγονίτσες
Κι αυτά τ' αφηνιασμένα σύννεφα χλιμιντρίζουν ένα σύμπαν
      από πόλεις αυτήκοες
Άκου αν βρέχει καθώς η μεταμέλεια κι η περιφρόνηση
        θρηνούν μιαν αρχαία μουσική
Άκου πώς πέφτουν οι δεσμοί που σε κρατούν ψηλά και κάτω


                    ΩΚΕΑΝΟΣ ΤΗΣ ΓΗΣ

                                 Στον G. de Chirico

Έχτισα ένα σπίτι στη μέση του Ωκεανού
Παράθυρά του οι ποταμοί που χύνονται απ' τα μάτια μου
Πολύποδες σαλεύουνε παντού στα τείχη του
Ακούστε πώς χτυπάει η τριπλή καρδιά τους και το ράμφος
    τους κρούει τα τζάμια
                      Υγρό σπίτι
                      Φλογερό σπίτι
                      Γρήγορη εποχή
                      Τραγουδιστή εποχή
          Τα αεροπλάνα γεννούν αυγά
          Προσοχή θα ρίξουνε άγκυρα
Προσοχή στο μελάνι που πετούν
Θα 'ταν καλά να 'ρθείτε απ' τον ουρανό
Το αγιόκλημα τ' ουρανού σκαρφαλώνει
Οι πολύποδες της γης σπαράζουν
Κι ύστερα γίναμε τόσοι και τόσοι νεκροθάφτες
                 του εαυτού μας
Χλομοί πολύποδες των άσπρων κυμάτων ω πολύποδες
                 με τα χλομά ράμφη
Γύρω από το σπίτι υπάρχει αυτός ο ωκεανός που γνωρίζεις
Που δεν ξεκουράζεται ποτέ


                         Η ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ

Και τα πρόσωπά τους ήταν χλομά
Και οι λυγμοί τους σπασμένοι

Έτσι όπως το χιόνι με τ' αγνά πέταλα
Ή τα χέρια σου στα φιλιά μου
Πέφταν τα φύλλα του φθινοπώρου

                                                                   Μετάφραση: Σπύρος Τζουβέλης

PIERRE JEAN JOUVE (6)

Ευγενικιά περήφανη μελαγχολία
Ύψος χαμόγελο και λευτεριά
Επιτέλους σας βρίσκω στην όχθη της καρδιάς μου
Ένα βράδυ όπου η θάλασσα εισχωρεί
Βαθιά στις χώρες των βουνών
Ένα βράδυ όπου νιώθεται κανείς πιο νέος από τη νιότη του
Βράδυ όπου πόνεσε πολύ μα όπου πια τίποτε
Πια τίποτε δεν είναι μάταιο, τίποτε για τη στάχτη.

                               *

Μην επιθυμώντας μάτια, νύχτα τέτοια πιο βαθιά
    κι από σκοτάδι ακόμη,
Χέρια, τέτοιους άσκοπους υπηρέτες του κόσμου
                                         και καρδιά, τέτοιο αίμα
Στόμα, τέτοια αιμάτινη τομή ομορφιάς
Λόγια που πια δεν έχουνε μαγεία καμιά
Τίποτα το αιώνιο

Το δέντρο φεύγει, χάνεται φυλλοροώντας.

                               *

Ψοφάει το διψασμένο ελάφι στη βοή των βράχων
Σ' όλη τη χώρα των ανομημάτων μου. Δεν έχω
Τίποτα για να το ψυχώσω ή για να τ' αγαπήσω
Μα είναι ο λατρευτός μου σύντροφος. Κιόλας να η κραυγή του
Μ' αποτραβάει απ' τη μαραζιασμένη αυτή ζωή.

                              *

Στη μέρα τα μεγάλα λείψανα της νικητήριας μέρας
Κι η συρμή των νεκρών που καθαρά τη βλέπεις
Αλλά στις νύχτες η πένθιμη αντικατηγόρια.
Επειδή σε λίγο θα 'μαστε χορός θλιβερός
Βαθιά σε τάφους ξεπλυμένους από βροχές και αθάλη
Ψιθυρίσματα και μενεξέδες. Θα σωπάσει εκείνος που
Λέει: τα μεγάλα λείψανα της νικητήριας μέρας.

                       
                        DE DEO

Ας αξιωθώ το αίμα που μου ανήκει. Θα στο αποδώσω.
Ας φτάσει ο στεναγμός μου ο ύστατος
Μες απ' τις ομορφιές αυτές
Όλο βουνά και ορίζοντες και σάρκα
Που τα χείλη μόνο γνωρίζουν
Ας φτάσει ως τη δική σου μία και αιώνια ζωτικότητα.
Ένα ρυάκι αίμα
Κυλώντας πάνω στη θαμπωτική
Πέτρα του ωραίου κόσμου
Του δικού μου, ας μ' εξαγοράσει που έκλαψα.


                        NADA

Αν το θαύμα της ημέρας είναι ν' αγαπάς τη μέρα
Με τη σάρκα με το αμάρτημα τον έρωτα
Της νυχτός το θαύμα είναι τίποτε να μην αγαπάς
Κανέναν έρωτα καμιά γλύκα της μέρας.

Είναι του έρωτα το θαύμα τίποτε να μην αγαπάς
Απ' των άστρων τ' ανοίγματα να μη μαθαίνεις τίποτε
Να μην ξέρεις να μη ζεις και να μη φαίνεσαι
Να 'σαι η φλόγα και σε τίποτε να μην υπάρχεις.










Μετάφραση: Οδυσσέας Ελύτης (Δεύτερη γραφή)

Παρασκευή, 22 Μαρτίου 2013

PAUL ELYARD

Χάιδεψε τον ορίζοντα της νύχτας, γύρεψε τη μελανή
καρδιά που η χαραυγή τη θρέφει με τη σάρκα της. Θα
'βαζε μες στα μάτια σου αθώες σκέψεις, φλόγες, φτερά
και πρασινάδες που ποτέ δεν εφεύρε ο ήλιος.

Δεν είναι η νύχτα που σου λείπει μα η δύναμή της.

                                      *

Σε όπλα επίφοβα κρέμεται η ζωή
Κι είναι αυτή που εξοντώνει όποιον τη νιώθει
Δειχ' το αίμα σου, Μητέρα των καθρεφτισμών
Ομοιότητα, δειχ' το αίμα σου
Που να στερέψουν οι βρύσες των αθώων ημερών
Από ντροπή σαν σούρουπα.

                                     *

Ένα πρόσωπο στο γέρμα της ημέρας
Ένα λίκνο μες στα πεθαμένα φύλλα της ημέρας
Μια δέσμη ολόγυμνης βροχής
Κάθε λογής ήλιος κρυμμένος
Κάθε πηγή πηγής στο βάθος του νερού
Κάθε καθρέφτης τ' αλλουνού συντρίμμι
Ένα πρόσωπο στις πλάστιγγες της σιωπής
Ένα χαλίκι ανάμεσα στ' άλλα χαλίκια
Για τις σφεντόνες των αναλαμπών της μέρας
Ένα πρόσωπο σαν όλα τα λησμονημένα πρόσωπα


Μετάφραση : Οδυσσέας Ελύτης (από τη Δεύτερη Γραφή)

                              
                                        N

                                       III

Στους δρόμους των μικρών ερώτων
Οι τοίχοι καταντάνε μαύρη νύχτα

Αγαπώ
Και είναι οι κουρτίνες μου λευκές.

                                     VII

Πρέπει να τηνε δεις στον ήλιο τον σκληρό, τον ζαλωμένο βράχια απρόσιτα
Πρέπει να τηνε δεις μέσα στη νύχτα
Πρέπει να τηνε δεις σαν είναι μόνη.


                            Βέρα γαλήνης

Διάβηκα τις πόρτες της παγωνιάς
Τις πόρτες της πίκρας μου
Για να έρθω να δώσω φιλί στα χείλη σου

Πόλη που η κάμαρά μας συνόψισε
Όπου η παράλογη φουσκονεριά του κακού
Αφήνει αφρό γαληνεμού

Βέρα γαλήνης έχω μοναχά εσένα
Εσύ μου ξαναμαθαίνεις τι είναι
Να είναι άνθρωπος κανείς έτσι που να μη θέλω πια

Να μάθω αν έχω ομοίους.

(Μια μακρά ερωτική περισυλλογή)


                                 Στον Μαρκ Σαγκάλ

Όνος ή αγελάδα κοκόρι ή άλογο
Ίσαμε το δέρας ενός βιολιού
Άνδρας μελωδός ένα μόνο πουλί
Χορευτής ευκίνητος μαζί με τη γυναίκα του

Ζευγάρι βουτηγμένο μες στο φθινόπωρό του

Το μάλαμα του χορταριού το μολύβι του ουρανού
Ξεχωρισμένα από τις γαλάζιες φλόγες
Της υγείας της δροσιάς
Το αίμα ιριδίζει η καρδιά βουίζει

Ένα ζευγάρι η πρώτη ανταύγεια

Και μέσα σ' ένα κατώι χιονιού
Η πυκνή κληματαριά σχεδιάζει
Ένα πρόσωπο με φεγγαρίσια χείλη
Που δεν κοιμήθηκε ποτέ τη νύχτα.


                                       Απ' το βάθος της αβύσσου
         
                                                        ΙΙΙ

Δεν ήσαν τρελοί οι μελαγχολικοί
Ήσαν κατακτημένοι αφομοιωμένοι αποκλεισμένοι
Απ' τη μουντή μάζα
Των πρακτικών τεράτων

Είχαν τη δική τους ηλικία λογικής οι μελαγχολικοί
Την ηλικία της ζωής
Δεν ήταν εκεί στην απαρχή
Στη δημιουργία
Δεν πίστευαν σ' αυτή
Και δεν μπόρεσαν με μιας
Να συνδυάσουν τη ζωή και το χρόνο

Ο χρόνος τους έμοιαζε ατέλειωτος
Η ζωή τους έμοιαζε μικρή
Και χράμια λεκιασμένα απ' το χειμώνα
Πάνω σε καρδιές ασώματες πάνω σε καρδιές ανώνυμες
Σκάρωναν ένα χαλί παγωμένης απέχθειας
Ακόμα και μες στο κατακαλόκαιρο.

                                      VI

Μιλώ απ' το βάθος της αβύσσου
Μιλώ απ' το βάθος του βαράθρου μου
Είναι βράδυ και δραπετεύουν οι σκιές
Το βράδυ με έκανε φρόνιμο και στοργικό
Ανοίγει παντού τις καταθλιπτικές του πόρτες
Δεν σκιάζομαι μπαίνω παντού
Βλέπω όλο και καλύτερα το ανθρώπινο σχήμα
Δίχως πρόσωπο ακόμα και ωστόσο
Σε μια άκρια σκοτεινή που ο τοίχος έχει σωριαστεί
Μάτια είναι εκεί εξίσου φωτεινά με τα δικά μου
Μεγάλωσα άραγε έχω άραγε λίγη ισχύ.

                                    VI

Είμαστε οι δυο μας το πρώτο σύννεφο
Μες στην παράλογη διάρκεια της αποτρόπαιης ευτυχίας
Είμαστε η δροσιά που μέλλεται
Η πρώτη νύχτα αναπαμού
Που θα ξεδιπλωθεί πάνω σε πρόσωπο και πάνω σε μάτια καινούργια
                                                                                             κι αγνά
Στη μπόρεση δε θα 'ναι κανενός να τ' αγνοήσει.

(Η σκληρή επιθυμία της διάρκειας)

μετάφραση : Ελένη Κόλλια  (Τελευταία Ποιήματα του έρωτα)


Πέμπτη, 21 Μαρτίου 2013

COMTE DE LAUTREAMONT

                                                            ΜΑΛΝΤΟΡΟΡ
                                                            (αποσπάσματα)

                                                        Από το πρώτο άσμα 

                                                                    ΙΙΙ   

Γερό -Ωκεανέ με τα κρυστάλλινά σου κύματα, μοιάζεις, κρατώντας τις αναλογίες,
μ' εκείνες τις γαλαζωπές ραβδώσεις όπου θωρεί κανείς να 'χουν οι ναυτικοί στην
πληγιασμένη τους τη ράχη. Μια τεράστια απεραντοσύνη είσαι απλωμένη πάνω στο 
κορμί της γης. Στο πρώτο σου τ' αντίκρισμα, ένας σιγανός λυπητερός αέρας, που θα
τον έλεγε άλλος ψιθυρητό της σάρκας σου της απολαυστικής, περνάει αφήνοντας 
αχνάρια άσβηστα μες στη συγκλονισμένη ως τα κατάβαθα ψυχή και ξυπνάει στη θύμηση
κεινών που σ' αγαπάνε, τα τραχιά ξεκινήματα τ' ανθρώπου, τότες που πρωτόνιωσε τον 
πόνο, τον πόνο που πια δεν τον αποχωρίστηκε ποτέ! Σε χαιρετώ, Γερο -Ωκεανέ!

Γερο -Ωκεανέ, η σφαιρική και αρμονική μορφή σου που δίνει κάτι το χαρούμενο στη 
σοβαρή όψη της γεωμετρίας, μου θυμίζει με το παραπάνω τα ματάκια του ανθρώπου
τα σμικρά και στρογγυλούτσικα σαν τ' αγριόχοιρου και καθαρογραμμένα σ' όλο τους το
γύρο σαν των πουλιών της νύχτας. Ο άνθρωπος ωστόσο πίστεψε σ' όλους τους καιρούς
πως είναι ωραίος. Εγώ λέω μάλλον ότι πίστεψε στην ομορφιά του από εγωισμό και
φιλαυτία ενώ πραγματικά δεν είναι διόλου ωραίος και το ξέρει. Αλλιώς πώς γίνεται
να κοιτάει τον όμοιό του με τόση καταφρόνια; Σε χαιρετώ, Γερο -Ωκεανέ!

Ποιος θα νιώσει γιατί, δυο ερωτευμένοι που την παραμονή ακόμα λατρεύονταν,
παρεξηγημένοι για μια λέξη μονάχα, παίρνουν των ομματιών τους και τραβάνε
άλλος σ' ανατολή κι άλλος σε δύση, κεντρισμένοι από το μίσος, την εκδίκηση,
τον έρωτα και την τύψη -και δεν ξανασμίγουν ποτέ, καθένας τυλιγμένος στην
περήφανη μοναξιά του; Είναι ένα θαύμα που το βλέπεις ν' ανανεώνεται κάθε μέρα
και που δεν είναι για τούτο λιγότερο αξιοθαύμαστο. Ποιος θα νιώσει γιατί απολαμβάνουμε
όχι μόνο γενικά τις συμφορές των ομοίων μας αλλ' ακόμη και τις συμφορές των
φίλων μας των πιο αγαπητών, ενώ την ίδια στιγμή παριστάνουμε τον θλιμμένο; Αχ, έχει
να κάνει δρόμο πολύν ακόμα η ψυχολογία μας για να μπορέσουμε να πούμε ότι σημείωσε
κάποια πρόοδο. Σε χαιρετώ, Γερο -Ωκεανέ!

... κείνο το αιώνιο μουγκρητό που οι άνθρωποι το τρέμουν ακόμα κι όταν μ' ασφάλεια
σ' ατενίζουνε από την ακρογιαλιά, τότε ναι, το βλέπω κι εγώ, πως δε μου ανήκει το
υπέρτατο δικαίωμα να ονομαστώ ισότιμός σου. Γι' αυτό και μπροστά στην υπεροχή σου,
 θα ήμουν πρόθυμος να σου προσφέρω την αγάπη μου όλη (και κανείς δε μπορεί να
φαντασθεί τι περισσήν αγάπη κλείνουν οι λαχτάρες μου για Ομορφιά) εάν εσύ δε μ'
έκανες -και με τι πόνο- να συλλογίζομαι τους συνανθρώπους μου που αποτελούν στο
πλάγι σου την πιο ειρωνική, την πιο κωμική αντίθεση που μπορεί ποτέ κανείς  να 
απαντήσει σε ολάκερη τη δημιουργία. Όχι, δε μπορώ να σ' αγαπώ, σε σιχαίνομαι!


                                         Από το τέταρτο άσμα
                                                         Ι

... Συχνά θα μου τύχει να εκφράσω με πολύ επίσημος ύφος τα πιο αστεία και κωμικά
πράγματα... δε βρίσκω πως αυτός είναι λόγος αρκετός για να χαράξει έστω και για λίγο
το χείλι σας. Θα μου πείτε: μα είναι δυνατόν να εμποδίσω τον εαυτό μου να γελάσει;
Όχι βέβαια, σύμφωνοι, όμως κάθε φορά που παρουσιάζεται μια τέτοια περίπτωση, ας
είναι το γέλιο σας κάπως μελαγχολικό. Δηλαδή να γελάτε αλλά την ίδια στιγμή να κλαίτε
κιόλας. Κι αν σας είναι αδύνατον να κλάψετε με τα μάτια, δοκιμάστε να κλάψετε με το
στόμα. Κι αν μήτε αυτό δε γίνεται, δοκιμάστε να ουρήσετε. Πάντως, ένα οποιοδήποτε 
υγρό, σας προειδοποιώ, είναι απαραίτητο σε μια τέτοια περίπτωση, έτσι ώστε ν' απαλύνει
κάπως τη στέγνια που αφήνει το γέλιο καθώς σπάει και τραβάει προς τα πίσω τις γραμμές
των χειλιών πάνω στο πρόσωπο. όσο για μένα, δεν πρόκειται ποτέ να επιτρέψω να με 
κάνουνε άνω -κάτω αυτά τα ψευτοκακαρίσματα και τα βλακομουκανήματα του ενός και
του αλλουνού που όλο και βρίσκουνε αφορμή κάτι να πουν όταν βρεθούν μπροστά σ' έναν
χαρακτήρα κάπως διαφορετικό από τον δικό τους, μόνο και μόνο επειδή αυτός αποτελεί
μιαν απ' τις άπειρες παραλλαγές που θέλησε ο Θεός, χωρίς ποτέ του ν' απομακρυνθεί
από έναν πρωταρχικό τύπο, να πλάσει, ώστε να στήσει κάπου τις οστεώδεις τους
κορμοστασιές.

...Το γέλιο, η αμαρτία, η περηφάνια, η τρέλα, όλα θα παρελάσουνε με τη σειρά τους από
την άκρα ευαισθησία ως τον έρωτα της δικαιοσύνης που με χαρακτηρίζουν και θ' αποτελέσουν
ένα υπόδειγμα μπροστά στα μάτια της έκπληκτης ανθρωπότητας. Καθένας θα αναγνωρίσει
τον εαυτό του τέτοιον που είναι πραγματικά κι όχι τέτοιον που θα ήθελε ή θα έπρεπε να είναι.
Κι ίσως -ίσως αυτό το απλό ιδανικό που η φαντασία μου έχει συλλάβει, να ξεπεράσει  μια
μέρα όλα όσα ίσαμε σήμερα η Ποίηση βρήκε να πει από τα πιο μεγαλειώδη ως τα πιο σεπτά
και ιερά. Επειδή, αν αφήνω εξεπίτηδες τις διαστροφές μου να κάνουν πότε -πότε την εμφάνισή
τους στις σελίδες αυτές, το κάνω ακριβώς για να φανούν ακόμα πιο δελεαστικές και οι αρετές
που 'χω σκοπό να δοξολογήσω και που το φωτοστέφανό τους θα το στήσω ψηλά, ώστε μέσα
στο μέλλον τα πιο μεγάλα πνεύματα να τρέφουνε προς το πρόσωπό μου τη βαθύτερη και πλέον
ειλικρινή ευγνωμοσύνη. Με άλλα λόγια, την υποκρισία, θα την κάνω πέρα μια για πάντα.

    Στα τραγούδια που σκοπεύω να πω θα υπάρχει ολοφάνερα η επιβλητική εκείνη δύναμη
που χρειάζεται για να πηγαίνω πέρα από κάθε έτοιμη γνώμη.



Μετάφραση: Οδυσσέας Ελύτης

Τετάρτη, 20 Μαρτίου 2013

FERNANDO PESSOA (6)

Οι θεοί είναι ευτυχείς.
Ζουν την ήρεμη ζωή των ριζών.
Η μοίρα τις επιθυμίες τους δεν τις καταπιέζει
Ή, τις καταπιέζει, αλλά τις εξαγοράζει
Με την αθάνατη ζωή.
Οι θεοί δεν θλίβονται
Εξαιτίας ίσκιων ή άλλων όντων.
Και κάτι επιπλέον: δεν υπάρχουν.

Πήραμε την πόλη μετά από ένα σφοδρό βομβαρδισμό

Η ξανθιά ύπαρξη
Καταμεσής του δρόμου κείτεται
Με τ' άντερα χυμένα.
Κι από ένα σκοινί περνά
ένα άγνωστο τρένο.

Το κεφάλι, ένα μπουκέτο
Από αίμα και τίποτα.
Ένα ψαράκι
Απ' αυτά που κολυμπούν στις στέρνες
Γυαλίζει στην άκρη του δρόμου.

Στο οδόστρωμα κείτεται η σκιά
Μακριά ένα φως φωτίζει ακόμα
Τον ερχομό του μέλλοντος ...
Κι αυτό της ξανθιάς ύπαρξης;

                           *

Κοιμάμαι. Αν ονειρεύομαι, στο ξύπνημα
Τι ονειρεύτηκα δεν ξέρω.
Κοιμάμαι. Αν κοιμάμαι χωρίς να ονειρεύομαι, ξύπνιος,
Σ' ένα χώρο ανοιχτό που δε γνωρίζω
Γιατί ξύπνησα;
Για ποιο λόγο δεν ξέρω.

Καλύτερα ούτε να μην ονειρεύεσαι ούτε να ονειρεύεσαι.
Καλύτερα να μην ξυπνάς ποτέ.

(Η μάσκα πίσω από τις μάσκες : ποιήματα του ορθώνυμου Φερνάντο Πεσσόα)


                    Ο κόμης Ενρίκε

Κάθε αρχή ακούσια είναι
Και πράκτοράς της ο Θεός.
Διαφορετικός και ασυνείδητος.
Ο ήρωας βοηθάει τον εαυτό του.

Στο σπαθί που κρατάς στο χέρι
το βλέμμα σου πέφτει.
"Μ' αυτό το σπαθί τι θα κάνω;"
Το κραδαίνεις, και ό,τι είναι να γίνει, γίνεται.

(Μήνυμα)

                                    XLII

Η άμαξα πέρασε από το δρόμο κι έφυγε.
Κι ο δρόμος δεν έγινε ούτε πιο άσχημος ούτε πιο όμορφος.
Έτσι και με των ανθρώπων τη δράση, σε όλο τον κόσμο.
Δεν αφαιρούμε και δεν προσθέτουμε τίποτα.
Περνάμε και ξεχνιόμαστε.

Κι ο ήλιος έρχεται κάθε μέρα στην ώρα του.

       
                Από τα ασύνδετα ποιήματα

Ίσως αυτή να είναι
Η τελευταία μέρα της ζωής μου.
Το χέρι το δεξί μου σήκωσα τον ήλιο χαιρετώντας.
Μα δεν τον χαιρετούσα για αντίο.
Ήμουν χαρούμενος
Που να τον δω ακόμα μια φορά μπορούσα.
-Αυτό ήταν όλο.


(Ποιήματα του ετερώνυμου Αλμπέρτο Καέιρο)

Μετάφραση: Γιάννης Σουλιώτης

Arthur Rimbaud (5)

                                             ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ

Αυτάε εδώ τα γραφτά είναι ενός νέου, ολότελα νέου ανθρώπου, που η ζωή του ξετυλίχτηκε όπου να 'ναι. Χωρίς μητέρα, χωρίς πατρίδα, αδιάφορος για όλες τις γνώσεις, αποφεύγοντας κάθε ηθική δύναμη, όπως πολλοί άλλοι αξιολύπητοι νέοι άνθρωποι. Αλλά, αυτός, ήταν τόσο στεναχωρημένος και τόσο ταραγμένος, που δεν έκανε άλλο παρά να οδηγηθεί στο θάνατο σα σε μιαν αγνότητα τρομερή και μοιραία. Μην έχοντας αγαπήσει γυναίκες, -αν και έβραζε το αίμα του! -είχε θρέψει την ψυχή του και την καρδιά του, όλη του τη δύναμη, με πλάνες παράξενες και θλιβερές. Τα όνειρα που ακολουθούν, -οι έρωτές του! -του ήρθαν στα κρεβάτια του ή στους δρόμους, κι από τη συνέχειά τους και το τέλος τους, βγαίνουν ίσως γλυκές θρησκευτικές θεωρίες. Ας θυμηθούμε τον αδιάκοπο ύπνο των μυθικών Μωαμεθανών, -γενναίων ωστόσο και που 'χουν κάνει περιτομή. Αλλά επειδή αυτός ο παράδοξος πόνος κατέχει μιαν ανησυχαστική εξουσία, πρέπει ειλικρινά να επιθυμούμε αυτή η παραστρατημένη ψυχή ανάμεσα σε μας όλους και που θέλει το θάνατο, αυτό φαίνεται, να συναντήσει αυτήν εδώ τη στιγμή σοβαρές παρηγοριές και να 'ναι αντάξια.

(Οι ερημιές του έρωτα)


                                                          ΖΩΕΣ ΙΙ

Είμαι ένας εφευρέτης τελείως διαφορετικής αξίας απ' όλους αυτούς που προηγήθηκαν. Ακόμα ένας μουσικός που βρήκα κάτι σαν το κλειδί της αγάπης. Τώρα, άρχοντας μιας τραχιάς εξοχής με φειδωλό ουρανό, προσπαθώ να συγκινηθώ με την ανάμνηση της ζητιανιάς της παιδικής ηλικίας, με τη μαθητεία ή το τρέξιμο με τα ξυλοπάπουτσα, με τις φιλονικίες, με πέντε ή έξι χηρείες και μερικούς γάμους που το γερό μου κεφάλι με εμπόδισε να ανεβάσω στο επίπεδο των συντρόφων μου. Δε νοσταλγώ το παλιό μου μερίδιο στη θεϊκή ευθυμία: το λιτό ύφος αυτής της τραχιάς εξοχής τρέφει πολύ δραστικά τον τρομερό μου σκεπτικισμό. Μα όπως αυτός ο σκεπτικισμός δε μπορεί πια να εφαρμοστεί, και άλλωστε είμαι δοσμένος σε μια καινούργια ταραχή, -περιμένω να γίνω ένας πολύ κακός τρελός.


                                                    ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ
                                                                ΙΙΙ

Στο δάσος είναι ένα πουλί, το τραγούδι του σας σταματά και σας κάνει να κοκκινίζετε.
Είναι ένα ρολόι που δε χτυπά.
Είναι μια χαράδρα με μια φωλιά από λευκά ζώα.
Είναι μια μητρόπολη που κατεβαίνει και μια λίμνη που ανεβαίνει.
Είναι ένα μικρό αμάξι παρατημένο μέσα στη λόχμη, ή που κατεβαίνει το μονοπάτι τρέχοντας, στολισμένο με κορδέλες.
Είναι ένας θίασος μικρών ηθοποιών με κοστούμια, που φαίνονται στο δρόμο ανάμεσα απ' το δάσος.
Είναι τέλος, όταν πεινάς και διψάς, κάποιος που σε διώχνει.

                                                                    IV

Είμαι ο άγιος, που προσεύχεται στο ύψωμα, όπως τα ειρηνικά ζώα βόσκουν μέχρι τη θάλασσα της Παλαιστίνης.
Είμαι ο σοφός στη σκοτεινή πολυθρόνα. Τα κλαδιά και η βροχή πέφτουν στο παράθυρο της βιβλιοθήκης.
Είμαι ο διαβάτης του μεγάλου δρόμου μεσ' απ' τα μικροσκοπικά δάση. Ο θόρυβος των φραγμάτων του νερού σκεπάζει τα βήματά μου. Βλέπω για πολλή ώρα το μελαγχολικό πλύσιμο του χρυσού της δύσης.
Θα μπορούσα να 'μαι το παρατημένο παιδί πάνω στην προβλήτα που βγαίνει προς το πέλαγος, ο μικρός υπηρέτης που ακολουθεί τη δεντροστοιχία που το μέτωπό της αγγίζει τον ουρανό.
Τα μονοπάτια είναι τραχιά. Τα βουναλάκια σκεπάζονται από σπάρτα. Ο αέρας είναι ακίνητος. Πόσο τα πουλιά και οι πηγές είναι μακριά. Δε μπορεί παρά να 'ναι το τέλος του κόσμου, προχωρώντας.

(Φωτισμοί)



                                                                    ΑΝΤΙΟ

Από τώρα φθινόπωρο. Αλλά γιατί να νοσταλγούμε έναν αιώνιο ήλιο, αν είμαστε στρατευμένοι στην αποκάλυψη της θεϊκής φωτεινότητας, -μακριά από τους ανθρώπους που πεθαίνουν στην ώρα τους.
   Το φθινόπωρο. Η βάρκα μας υψωμένη μέσα στις ακίνητες ομίχλες γυρίζει στο λιμάνι της αθλιότητας, η πελώρια πολιτεία με το λεκιασμένο από φωτιά και λάσπη ουρανό. Α, τα σάπια κουρέλια, το ψωμί μουσκεμένο από βροχή, το μεθύσι, οι χίλιες αγάπες που με σταύρωσαν. Δε θα τελειώσει λοιπόν ποτέ αυτός ο βρυκόλακας που βασιλεύει σε εκατομμύρια ψυχές και νεκρά κορμιά που θα κριθούν! Ξαναβλέπω τον εαυτό μου με δέρμα φαγωμένο από τη λάσπη και την πανούκλα, με τα μαλλιά γεμάτα σκουλήκια και ακόμα πιο μεγάλα σκουλήκια στην καρδιά, ξαπλωμένος ανάμεσα σε αγνώστους χωρίς ηλικία, χωρίς αίσθημα... θα μπορούσα να πεθάνω εκεί.... Η φριχτή ανάμνηση! Απεχθάνομαι την αθλιότητα.
   Και φοβάμαι τον χειμώνα γιατί είναι η εποχή των ανέσεων!

Καμιά φορά βλέπω στον ουρανό αμμουδιές χωρίς τέλος σκεπασμένες από άσπρα χαρούμενα έθνη. Ένα μεγάλο χρυσό ιστιοφόρο, από πάνω μου, κινεί τις πολύχρωμες ναυτικές σημαίες του κάτω από τις αύρες του πρωινού. Δημιούργησα όλες τις γιορτές, όλους τους θριάμβους, όλα τα δράματα. Δοκίμασα να εφεύρω καινούργια λουλούδια, καινούργια άστρα, καινούργιες σάρκες, καινούργιες γλώσσες. Νόμισα ότι κατέχω υπερφυσικές δυνάμεις. Ε, καλά! πρέπει να θάψω τη φαντασία μου και τις αναμνήσεις μου. Μου πήρανε μια ωραία δόξα καλλιτέχνη και παραμυθά.
   Εγώ! Εγώ που ονομάστηκα μάγος ή άγγελος, απαλλαγμένος από κάθε ηθική, ξαναγύρισα στη γη, ψάχνοντας για ένα καθήκον και ν' αγκαλιάζω την τραχιά πραγματικότητα. Χωριάτη!
   Γελάστηκα; η ευσπλαχνία θα 'ταν αδελφή του θανάτου για μένα;
Επιτέλους θα ζητήσω συγγνώμη γιατί έχω τραφεί με ψέμα. Και εμπρός.
Αλλά ούτε ένα φιλικό χέρι! και από πού ν' αντλήσω βοήθεια;
.....................................................................................................................................

τι μιλούσα για φιλικό χέρι; Ένα μεγάλο πλεονέκτημα είναι ότι μπορώ να γελάσω με τις παλιές ψεύτικες αγάπες και να ντροπιάσω αυτά τα ψεύτικα ζευγάρια, -είδα την κόλαση των γυναικών εκεί κάτω. Κι ας μου επιτρέψουν να κατέχω την αλήθεια μέσα σε μια ψυχή κι ένα σώμα.

(Μια εποχή στην κόλαση)

Μετάφραση: Εύα Μυλωνά

Τρίτη, 19 Μαρτίου 2013

ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΓΓΕΛΑΚΑΣ (7)

ΔΥΟ ΚΟΥΒΕΝΤΕΣ ΠΡΙΝ ΤΟ ΦΑΓΗΤΟ

-Ποιο είναι το πρόβλημα Τζο;
-Δεν υπάρχει ζωή δεν υπάρχει έμπνευση...
-Καλά. Συνέχισε με τα ίδια χάπια κι εγώ θα το
                                 τακτοποιήσω το θέμα

ΚΑΙ ΔΥΟ ΚΟΥΒΕΝΤΕΣ ΜΕΤΑ

-Πώς πας Τζο;
-Σήμερα είδα στο θάλαμο μια μικρή μύγα
   να κάθεται ήσυχα κολλημένη πάνω στο τζάμι
   και μου 'ρθε να βάλω τα κλάμματα
-Δεν έπρεπε Τζο, δεν έπρεπε, ήταν απλώς μια μικρή
    μύγα
που καθόταν ήσυχα κολλημένη πάνω στο τζάμι

                                 *

Υπάρχει η αγάπη
Υπήρχε από πάντα
Σκάβει από μέσα τον πλανήτη
Σιγά σιγά ρουφάει τα σωθικά του
Κι όλο μας ονειρεύεται
Την ώρα που βουλιάζουμε στο τίποτα
Μια για πάντα
Κι ύστερα η σιωπή
Ώσπου να ξεπεταχτούν
Καινούργιες ράτσες
Για να μιλούν
Πώς κάποια πλάσματα
Προϊστορικά
Ζήσαν και βασίλεψαν
Στην πλάτη του θάνατου
Γεμάτη σπυριά
Γεμάτη αγάπη
Κι ούτε οι θεοί τους ξέραν
Τι εννοούσαν
Μ' αυτή τη λέξη



                     


                        *

τραυλίζω
και μπερδεύω τα λόγια μου
θέλω να πω εσύ
και λέω
ε-ε-ε-εγώ
θέλω να πω εσείς
και λέω
ε-ε-ε-εγώ
θέλω να πω
όλα μου πάνε στραβά
και λέω
ο-ο-όλα μου
πα-πα-πάνε
κα-κα-κα-καλά

(Σάλια, μισόλογα και τρύπιοι στίχοι, 1988)


                     ΜΠΑΛΩΜΕΝΕΣ ΑΠΟΧΕΣ

Θα 'ρθουν καιροί
Που ακόμη και τα βαλσαμωμένα πουλιά
Θα ανοίξουν
Τις φτερούγες τους
Και θα αποχωρήσουν περήφανα
απ' τις βιτρίνες μας.

Κι εμείς
Οι δήθεν ζωντανοί και παντοδύναμοι
Θα τα κυνηγάμε ασθμαίνοντας
Και θ' ανεμίζουν στον αέρα
Ανήμπορες
Οι μπαλωμένες μας απόχες

           
                     ΓΙΑ ΤΟΥΤΟ ΤΟ ΚΑΚΟΜΟΙΡΟ ΚΟΡΜΙ

Θυμήσου
Και αν ακόμη υπάρχει αθανασία
Στο πνεύμα σου θα προσφερθεί
Ετούτο το κακόμοιρο κορμί
Να στηριχτεί
Ούτε μια τόση δα ψευδαίσθηση δεν έχει
Μόνο κρεβάτια καταβόθρες
Βάναυσα αγκαλιάσματα
Δαγκωματιές ρηχές
Λιποταξίες
Να προσδοκάς τη σκόνη
Αυτό δεν είναι άλλοθι

                 
                              ΛΑΘΟΣ ΚΙΝΗΣΗ

Καθισμένος ένα ολόκληρο απόγευμα
Στην παλιά μπαλωμένη μου πολυθρόνα
Μην περιμένοντας κανέναν να μου χτυπήσει την πόρτα
                   και κανέναν να με χαϊδέψει
                   και κανέναν να με μαστιγώσει
                   και κανέναν να με δεχτεί
                   και κανέναν να με απορρίψει
Ένιωσα να με πλησιάζει κάτι
                        που θα μπορούσε να 'ταν η ευτυχία
Τότε σηκώθηκα να σημειώσω αυτές τις λέξεις
Και όλα πήγανε στράφι


                         ΑΔΕΣΠΟΤΑ ΣΚΥΛΙΑ

Η πίκρα στο στόμα το πρωί
Δεν έχει να κάνει με τσιγάρα
Και χθεσινοβραδινά μεθύσια
Χρόνος προδομένος είναι
Που αργά και σταθερά
Σου σφίγγει το λαρύγγι
                                     
                                   Τ' αδέσποτα σκυλιά κείτονται ψόφια
                                   Πάνω στο λεπτό παγωμένο δέρμα της λίμνης
                                   Ονειρεύονται τη θάλασσα
                                   Κι ευτυχώς ευτυχώς ευτυχώς
                                   Κανείς πια δε μπορεί
                                   Να τα ξυπνήσει


(Πώς τολμάς και νοσταλγείς τσόγλανε; 1999)





Δευτέρα, 18 Μαρτίου 2013

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ -ΡΟΥΚ (6)

Η μονοσήμαντη φύση

Η φύση
με ρομαντική μονοτονία σχεδιάζει
την άνοιξη της ζωής μας
αντιγράφοντας τα δικά της
εφηβικά όνειρα.

Λουλούδια, λουλούδια
με λίγες διαφορές στο χρώμα
    τη στιγμή άνθησης
που με την κίνησή τους σημαίνουν
την ευγενική καταγωγή κάποιου κήπου
ή την αγριάδα της φύσης.
Αέρηδες ταξιδεύουν, ανεμίζουν
στήθη ξανοίγονται στον ήλιο
κι αμέσως στεγνώνουν τα χνάρια απ' τα φιλιά.

Άνοιξη τόσο κοντά στην αρχή
πράσινο, μέλισσες, νεανική πάντα
   του σύμπαντος η φωνή
αλλ' όμως τι μονοτονία, τι πλήξη
όλο αυτό το ακατάσχετο φως της ζωής
που να κόβεται ποτέ σου δε θα δεις
κι όσο επαναλαμβάνεται, τόσο
   το ευγνωμονείς.

Ενώ η δύση έχει τόση ποικιλία
κάθε ψυχή αλλιώς τη φαντάζεται
κι αλλιώς αυτή θα 'ρθει
σε άλλη ώρα, αλλιώτικα ντυμένη
κάτι μυστηριακό να εκπέμπει ίσως.
Σε ξεγελούν τα πορφυρά σύννεφα
κι όταν αυτά υποκύψουν στον μαύρο
                                            εαυτό τους,
νομίζεις πως εσύ όλα τα φαντάστηκες
πως εσύ ποιητικά συνέλαβες
  μιαν άλλη ουτοπία.

Στην ουσία, το τέλος είναι αυτό
που δε γνωρίζει τη μονοτονία της ύπαρξης.
Δε γνωρίζει την επανάληψη του εγώ.


Η ευλογία της έλλειψης

Ευγνωμονώ τις ελλείψεις μου
ό,τι μου λείπει με προστατεύει
από κείνο που θα χάσω
όλες οι ικανότητές μου
που ξεράθηκαν στο αφρόντιστο χωράφι της ζωής
με προφυλάσσουν από κινήσεις στο κενό
άχρηστες, ανούσιες.
Ό,τι μου λείπει με διδάσκει
ό,τι μου ‘χει απομείνει
μ’ αποπροσανατολίζει
γιατί μου προβάλλει εικόνες απ’ το παρελθόν
σαν να ‘ταν υποσχέσεις για το μέλλον.
Δεν μπορώ, δεν τολμώ
ούτ’ έναν άγγελο περαστικό
να φανταστώ γιατί εγώ
σ’ άλλον πλανήτη, χωρίς αγγέλους
κατεβαίνω.
Η αγάπη, από λαχτάρα που ήταν
έγινε φίλη καλή
μαζί γευόμαστε τη μελαγχολία του Χρόνου.
Στέρησέ με –παρακαλώ το Άγνωστο–
στέρησέ με κι άλλο
για να επιζήσω.


Θέλω να γράψω ένα ποίημα


Θέλω να γράψω ένα ποίημα
για την πραγματικότητα
αυτή που δεν έζησε ποτέ κανείς
αφού ο καθένας
στη δική του βρέθηκε φυλακισμένος
αιώνες τεντώνοντας τα χέρια προς τα έξω.
Την πραγματικότητα
που ίσως γνωρίζουν οι πεθαμένοι
εκεί στις βαθιές χαράδρες
της ανυπαρξίας
όπου κανένα σαρκικό παραμύθι
δεν πείθει
κι άχρωμα μούρα
πέφτουν σ' αναίσθητα σώματα.
Την πραγματικότητα
που αν σ' άγγιζε ποτέ
θ' αναγνώριζες αμέσως σαν τη μόνη αλήθεια
έξω απ' της δικής σου επιβίωσης
τις φαντασιώσεις.
Θα 'ταν ζεστή άραγε, θα 'χε του πελάγου τη μυρωδιά
ή αμετάκλητη χωρίς να δωρίζει
ούτε μια ώρα προθεσμία;
Θα 'θελα να γράψω ένα ποίημα
για μια πραγματικότητα
που δεν θα με είχε περιλάβει
αλλά τρομάζουν οι στίχοι...
Ούτε το σκέφτονται
ούτε προσπαθούν.



Ο οίστρος του θανάτου (από την Άδεια Φύση)

Ε

Θα είναι κάποιος άγνωστος
μηχανισμός τέλους
ή θα θυμηθούμε την αρχή
οδεύοντας προς την έξοδο;
Μήπως όμως το νερό, το χώμα
το σπέρμα, πράγματα απαραίτητα
μα που με την υπερβολή τους
μπορούν να σε πνίξουν,
έτσι κι η ζωή σα γίνεται πολλή
πεθαίνεις;

Γέλασε ο νέος κι ήταν σαν όλες τις υποσχέσεις Του
σε μια στιγμή αδυναμίας
να τήρησε
ο Θεός.



Ημερολόγιο πολέμου

15η μέρα ή Το μάθημα

Είπαμε σήμερα να μην κάνουμε πάλι μάθημα
σαν να μην... σαν να μην...
όλοι μας άνθρωποι χωρίς "ισχύ"
"εντολή λαού"
ή κάποιο "ιερό καθήκον" να μας καλεί.
Η γλώσσα, λέγαμε,
η γλώσσα είναι αιώνια παιχνιδιάρα!
Τι θα πει mascara
Το επιπλέον πρόσωπο! Τι αστείο!
Μικρές εκπλήξεις οι λέξεις
με το απλό τους νόημα, τη σύνθετη δουλειά τους...
Μας κόπηκαν όμως απότομα τα γέλια.
σκεφτήκαμε πως ως και η γλώσσα
ηχεί παράλογα τούτες τις μέρες...
Νύχτωσε, ανάψαμε φως και φάνηκε
το σκοτεινό μας βλέμμα.
Η πραγματικότητα δίνει τα πιο βαθιά διδάγματα
κι η γνώση αυτή είναι πρώτα σύννεφο βαρύ
που σε πλακώνει,
πριν γίνει σεντόνι ελαφρύ
να σε σκεπάσει.


Ποιήματα παύσης: Προς τον Άγιο

Τόσο πολύ φως
σαν να 'σπασε αμπούλα
και να χύθηκε βάλσαμο
ή κρυφό δηλητήριο.
Τα ραχητικά κυπαρίσσια
κοιτάζουν αφηρημένα την ουρά.
άνθρωποι ανεβαίνουν προς τον Άγιο
γδέρνοντας με τα τακούνια τους
τις πολύπαθες πέτρες.
Η ένρινη φωνή του φωτισμένου ποιμένα
έλεγε για τους πτωχούς τω πνεύματι
που κάτι θα κληρονομήσουν
κι έλαμπε μες στο πρωινό
η ζακέτα με τα στρας
της πιστής νοικοκυράς.
Η ελπίδα ανάστασης
και η εγκατάλειψη στα στενά όρια της ζωής
συνταξίδευαν στο λεωφορείο
ενώ από ψηλά στην αγιασμένη κορφή
τα νησιά έμοιαζαν με χαμόγελα
σε γαλάζιο πρόσωπο.
Πότε λοιπόν θα μάθω
κάτι να κρατάω
απ' τις υποσχέσεις του θείου
και να μην αλαφιάζομαι
όταν το σύννεφο πάει
να με κόψει στα δύο;
Η γύμνια με το χορταράκι δοξάζεται
κι η δόξα δεν είναι άλλο
από μια ανεχτή ζωή.
Όλο μου το κορμί στρέφεται
προς τα πάνω.
να 'ναι τα λουλούδια στο ψηλό
πεζούλι που γυαλίζουν
ή η ένρινη φωνή
που τώρα μιλάει για δίψα
και δικαιοσύνη...
Για άλλη δίψα θα λέει, σκέφτηκα,
κοιτώντας το μπουλούκι
με τα σκούρα ρούχα.
τα τρία δάχτυλα όλο να ακουμπάν στο μέτωπο
τους καθημερινούς καβγάδες
γραμμένους γύρω απ' τα μάτια
και τη συνήθεια καλοραμμένη
να στρώνει στην πλάτη.
Είναι γιατί έχουν όλοι έναν έρωτα
κι έρχονται εδώ,
μου ψιθυρίζουν τα φύλλα,
έναν έρωτα που σταλάζει μέλι
στο κέντρο της σκέψης τους
και τους κάνει να διψάνε,
να διψάνε...




ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ (5)

Ο ΑΓΓΛΟΣ ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΚΑΙ ΠΟΙΗΤΗΣ DANTE GABRIEL ROSSETTI
                        ΓΡΑΦΕΙ ΜΕ ΤΟ ΧΕΡΙ ΤΟΥ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ

Άκου!
σου έλεγα τότε την αλήθεια
την ήξερα τότε την αλήθεια

-Όχι μου έλεγες
τα πουλιά φυτρώνουν
τα γουρούνια πετάνε
τα λουλούδια περπατάνε
οι άνθρωποι, λένε πάντα ψέμματα

σου έδειχνα ένα πουλί
έλεγες -Είναι λουλούδι
σου έδειχνα ένα λουλούδι
όχι, έλεγες -Είναι πουλί

κι οι άνθρωποι λένε πάντα ψέμματα

τώρα εγώ βλέπω το φεγγάρι
αυτό το σπασμένο σπαστικό
παιδί
που ο Ιούλιος Βερν
έλεγε κάποτε:
- Οι άνθρωποι θα το κατοικήσουν
βλέπω
αυτό το μεγάλο χιονισμένο φέρετρο
που ρίχνουν κάθε μέρα με κρότο
πάνω του πρόκες
κι επιμένουνε
να το ονομάζουν

ΓΗ

ίσως να είχες δίκιο τότε

γι' αυτό μπόρεσες κι έζησες
γι' αυτό μπόρεσα κι έζησα

ΑΥΓΗ

                     
                                    ΟΙ ΑΠΟΜΕΙΝΑΝΤΕΣ

Όμως υπάρχουν ακόμα
λίγοι άνθρωποι
που δεν είναι κόλαση
η ζωή τους

υπάρχει το μικρό πουλί ο κιτρινολαίμης
η Fraulen Ramser
και πάντοτε του ήλιου οι απομείναντες
οι ερωτευμένοι με ήλιο ή με φεγγάρι

ψάξε καλά
βρες τους, ποιητή
κατάγραψέ τους προσεχτικά
γιατί όσο παν και λιγοστεύουν

λιγοστεύουν

(Χρωμοτραύματα, 1980)


                             ΑΛΟΓΑ ΠΕΡΗΦΑΝΑ ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ

Άλογα περήφανα
οι επιθυμίες μου
γονάτισαν κάθισαν χάμω

η πόλη όλη βάφτηκε στο σκοτάδι

μόνο τρεις άνθρωποι περπάτησαν

ο ένας πήγε να βρει το Θεό
ο άλλος πήγε να βρει το Διάβολο
κι ο τρίτος πήγε να βρει το Κενό


                                    Ο ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ

Αυτή την Τίγρη
αυτό το τέρας
την ψυχή μου
(έλεγε συχνά ο Χέμινγουέι)
θα τη σκοτώσω.




                                  ΣΤΑ ΝΗΣΙΑ

Στα νησιά που δεν μπόρεσα
                               να πάω
πέταξε και πήγε
ο Άγιος -πεταλούδα.

(Έκτοτε, 1996)

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ (6)

                               Τα δώρα

Σήμερα φόρεσα ένα
ζεστό κόκκινο αίμα
σήμερα οι άνθρωποι μ' αγαπούν
μια γυναίκα μου χαμογέλασε
ένα κορίτσι μου χάρισε ένα κοχύλι
ένα παιδί μου χάρισε ένα σφυρί

Σήμερα γονατίζω στο πεζοδρόμιο
καρφώνω πάνω στις πλάκες
τα γυμνά ποδάρια των περαστικών
είναι όλοι τους δακρυσμένοι
όμως κανείς δεν τρομάζει
όλοι μείναν στις θέσεις που πρόφτασα
είναι όλοι τους δακρυσμένοι
όμως κοιτάζουν τις ουράνιες ρεκλάμες
και μια ζητιάνα που πουλάει τσουρέκια
στον ουρανό

Δυο άνθρωποι ψιθυρίζουν
τι κάνει την καρδιά μας καρφώνει;
ναι την καρδιά μας καρφώνει
ώστε λοιπόν είναι ποιητής

(Παραλογαίς, 1948)


                          Η νοσταλγία γυρίζει

Η γυναίκα γδύθηκε και ξάπλωσε στο
                                          κρεβάτι
ένα φιλί ανοιγόκλεινε πάνω στο πάτωμα
οι άγριες μορφές με τα μαχαίρια αρχίσαν
             να ξεπροβάλλουν στο ταβάνι
στον τοίχο κρεμασμένο ένα πουλί πνίγηκε
                                                   κι έσβησε
ένα κερί έγειρε κι έπεσε απ' το καντηλέρι
έξω ακούγονταν κλάματα και ποδοβολητά

Άνοιξαν τα παράθυρα μπήκε ένα χέρι
έπειτα μπήκε το φεγγάρι
αγκάλιασε τη γυναίκα και κοιμήθηκαν μαζί

Όλο το βράδυ ακουγόταν μια φωνή:

Ο ι  μ έ ρ ε ς  π ε ρ ν ο ύ ν
Τ ο  χ ι ό ν ι  μ έ ν ε ι

(Με το πρόσωπο στον τοίχο, 1952)


                    Το μαρτύριο

Μοσχοβολούσε το φεγγάρι
σκύλοι μ' άσπρα λουλούδια στο κεφάλι
περνούσανε στο δρόμο εκστατικοί
κι ο δρόμος κάτω έφεγγε από κρύσταλλο
και μέσα φαίνονταν
τα σφυριά και τα μαχαίρια

Μέσα στα χέρια μου έσπασα το κρύσταλλο

Και τότε είδα το κόκκινο το σύννεφο
να μεγαλώνει ν' ανάβει την καρδιά μου
και τ' άλλο το γκρίζο σαν καπνός
ν' αδειάζει από μέσα μου
να φεύγει

       
                 Ο τρελός λαγός

Γύριζε στους δρόμους ο τρελός λαγός
γύριζε στους δρόμους
ξέφευγε απ' τα σύρματα ο τρελός λαγός
έπεφτε στις λάσπες

Φέγγαν τα χαράματα ο τρελός λαγός
άνοιγε η νύχτα
στάζαν αίμα οι καρδιές ο τρελός λαγός
έφεγγε ο κόσμος

Βούρκωναν τα μάτια του ο τρελός λαγός
πρήσκονταν η γλώσσα
βόγγαε μαύρο έντομο ο τρελός λαγός
θάνατος στο στόμα

(Τα φάσματα ή η χαρά στον άλλο δρόμο, 1958)


                          Ο ποιητής

Σα θα με βρούνε πάνω στο ξύλο του θανάτου μου
γύρω θα έχει κοκκινίσει πέρα για πέρα ο ουρανός
μια υποψία θάλασσας θα υπάρχει
κι έν' άσπρο πουλί από πάνω, θα απαγγέλλει μέσα
σ' ένα τρομακτικό τώρα σκοτάδι, τα τραγούδια μου.

(Τα στίγματα, 1962)


                     
                     Το κεφάλι του ποιητή

Έκοψα το κεφάλι μου
το 'βαλα σ' ένα πιάτο
και το πήγα στο γιατρό μου

-Δεν έχει τίποτε, μου είπε,
είναι απλώς πυρακτωμένο
ρίξε το μέσα στο ποτάμι και θα ιδούμε

το 'ριξα στο ποτάμι μαζί με τους βατράχους
τότε είναι που χάλασε τον κόσμο
άρχισε κάτι παράξενα τραγούδια
να τρίζει φοβερά και να ουρλιάζει

το πήρα και το φόρεσα πάλι στο λαιμό μου

γύριζα έξαλλος στους δρόμους

με πράσινο εξαγωνομετρικό κεφάλι ποιητή

(Το σκεύος, 1971)

Κυριακή, 17 Μαρτίου 2013

ΓΙΟΛΑΝΤΑ ΠΕΓΚΛΗ : πεζά ποιήματα

Κινήσεις πνιγμού, που σημαίνει εντελώς ανίδεη τώρα
που ξέρω, αλλεπάλληλες αναγγελίες ορίζουν παρακαμπτήριο
το ανάστημά μου, επί μέρες βήχω σαν διάολος, ανασαίνω σα
ν' ανοίγω δρόμο με το φτυάρι, σαν η περισσότερη να μην είμαι
μυημένη στο μυστικό μου παραμένω φυγόκεντρη απ' το -

κάποιος λέει κοντά μου κάτι, μάλλον τραβάει ένα μάνταλο με κρότο
συντριπτικό κι αναχωρεί κρατώντας με παραμάσχαλα, όσο κι αν
κάποιος άλλος (πιθανότατα! πιθανότατα! εγώ) επικαλείται λόγους
ανωτέρας βίας, τριπλασιάζει τετραπλασιάζει το βάρος του, αναπτύσσει
χαρά παρά φύσιν, προβλέπει τις χειρότερες καιρικές συνθήκες, έχει
λησμονήσει το σημειωματάριό του.

Μάταια όλα, πρέπει να ξανακοιτάξω, κοιτάζω το μαύρο σαν φώτα από
μακριά, με άλλα δάχτυλα παίρνω ακροαστικά με άλλα κάνω τον
σταυρό μου, εχθρικά είδος κράμπα συμπεριφέρομαι προς το στομάχι
μου, ό,τι διαστέλλεται (ή κινείται απλώς) με τα λοιπά φαρμάκια το
εμφιαλώνω.

Επιπλέον
στο στρίψιμο της σκάλας σπάω τα μούτρα μου,
αντί να κατευθυνθώ προς την έξοδο
κουλουριάζομαι στον κεντρικό διάδρομο ή
καθώς από τέταρτο σπόνδυλο και πάνω απουσιάζοντας δια παντός,
στο πολύχρωμο μωσαϊκό σκάβω λάκκο.

(Φεβρουάριος, 1978)


Το τραίνο (απόσπασμα)

Εκκεντρική ώστε, μ' ένα ουρλιαχτό που διατρέχει όλες τις τονικές
κλίμακες κι ολισθαίνει στο χάος, ή προσπαθώντας να εννοήσω,
προσπαθώντας να ζήσω, αρπάχτηκα απ' τη σιδερένια λαβή κι άρχισα
τρέχοντας να παρακαλάω:
-Κύριε διοικητά! κύριε διευθυντά! κύριε κλινικάρχα! στρατηγέ μου!
αγάπη μου!
Κι όπως το τραίνο ανέπτυσσε ταχύτητα βιάζοντας τις προσληπτικές
μου ικανότητες με ανελέητους όρους και τα σπίτια αραίωναν κι
άρχισαν να ξεπροβάλλουν τα πρώτα τηλεγραφόξυλα, να ενσωματώνεται
στην αντοχή μου το τετελεσμένο, τα μηλίγγια μου κι ό,τι άλλο επάνω
μου είχε χρεωθεί να μεταφυτέψει το ρίγος στην άκρη του κόσμου,
έσπαγε σε αγροτεμάχια.
Σαϊτα πες, που όπου να 'ναι απογειωνόταν.
Κι ούτε σκέψη να ξεσφίξω το χέρι απ' τη λαβή. Εκείνη κρατούσε
εμένα, όχι εγώ αυτήν. Δεν με κρατούσε, με έσερνε σε προθεσμίες
που εξέπνεαν η μια κατόπιν της άλλης, μου ακύρωνε αυτή την
ολοκληρωτική μου υπόθεση, τη ζωή μου. Άσχετο αν εγώ δεξιά
αριστερά πετούσα τα πλοκάμια μου τα γεμάτα μικρές και μεγάλες
βεντούζες, εκείνο το κουδουνάκι των λεπρών χτυπούσα, σε βαθύ
λαγούμι να κρύβονται οι ρομαντικές μου πεποιθήσεις.
Και καθώς έτρεχα, τ' απανωτά πανωφόρια που φορώ εκ γενετής
κόντρα στην παγωνιά .του κόσμου, άρχισαν να φουσκώνουν σαν
καραβόπανα. Κι αφού αντιστέκονταν, το καθένα κατά τη φτιάξη
του και τη χρονιά του, πετούσαν πίσω μου ένα ενα σπάζοντας με
πάταγο τα κουμπιά τους. Και νόμιζε κανείς πως άνθρωποι πολλοί
έτρεχαν να προφτάσουν αυτό το τραίνο.

(Όμορφος Κόσμος, 1984)

Ποτέ δεν μπήκα σπίτι μου δωρεάν

Άναψα το τσιγάρο μου και πέταξα το κουτί με τα σπίρτα στο δρόμο, δεν
ήταν το κουτί με τα σπίρτα ήταν η κατάσταση που μου έφυγε απ' τα
χέρια, συνεργώντας τα μάλλινα καφέ μου γάντια, σε χίλια σκαλιά
φωταγωγημένα οι νευρώσεις μου τρίζοντας. Κι αν είπα γραφικότητα
τέτοια παραζάλη ήταν γιατί, ώσπου να βάλω το κλειδί στην πόρτα,
η γλώσσα της καμπάνας πρήστηκε, ξανάγινε η φάτνη των αλόγων
σταύλος, στο πεζοδρόμιο κατρακύλισε η αιωνιότητα που μου ανήκε,
τα συγκλίνοντα περιστατικά -και τα φάρμακα- παρατάσεις.

Ως πότε κωδωνωστάσιο η με τέτοια μελαγχολία ευθυτενής και
πώς άρα εξαιρετέα η φύρα μου. Λέω ν' αρκεστώ στο δάνειο, στο
λίγο πράμα, θελήματα και βοηθητική, όπου κλειστό παράθυρο να
βρίσκομαι σπίτι μου. Να μην είμαι πάρεξ ένα δαδί που καπνίζει,
φέρνει δάκρυα στα μάτια. Ανίδεη τι θα γίνει τη νύχτα αν δέσω τις
όχθες μου όπως σταυρώνω τα χέρια.

Σ' αυτό το δούναι αν δεν είσαι πλάστιγγα δε μετράς.
Σ' αυτή τη γη αν είσαι δέντρο παλεύεις με την άσφαλτο.
Σ' αυτόν τον αιώνα είσαι δεν είσαι γελωτοποιός πνίγεσαι στα δάκρυα.

(Λέηζερ -Στεφανιαία, 1989)

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΜΥΡΛΗΣ (9)

Συμπτώματα μέθης

Μια έντονη επιθυμία
       να εξιστορήσω τη ζωή μου
                    στον πρώτο περαστικό

Απολογία

0.

Θα μιλήσω
            για τη σιωπή

Είναι
        σελήνη,
                       χιλιάδων λυσσασμένων ημερών

1.

Με μια όμορφη και μοιραία κίνηση, όπως αυτές των ουράνιων σωμάτων,
με μάτια σαν καταιγίδα να λάμψουν, να ψελλίσω το μηδέν στους ανθρώπους
που απάντησα στη ζωή μου, στο πρόσωπο της οργής και της μέθης, λέξεις
πιο φοβερές απ' τη σιωπή, να βλασφημήσω, να ρίξω πέτρες στους ουρανούς
κάθε ψυχής να γίνουν άστρα,
γιατί σέρνω πίσω μου, σαν σκιά, το πτώμα της αγάπης.

2.

Μια νύχτα σηκώθηκα και σταμάτησα τον άντρα που μπαινόβγαινε
στον καθρέφτη. Τον έπιασα απ' το σακάκι, "ποιος είσαι", του είπα,
"και τι γυρεύεις εδώ;". Από τότε τα πρωινά βρίσκω ένα περίστροφο
παρατημένο στο τραπέζι, στο οποίο συστήνομαι κάθε φορά με άλλο
όνομα. Έτσι η κάθε μέρα γίνεται μια διαφορετική μέρα,
όμως τις νύχτες πυροβολώ το φεγγάρι και πέφτω νεκρός.

3.

Τώρα θα πρέπει να εξηγηθώ, γιατί πολλά πράγματα, ακόμα
και η πιο απλή υπόθεση, μπορεί να κρύβει μια βαθιά παρανόηση.
Όπως όταν έπαιρνα τα τσιγάρα μου κι έβαζα το χέρι στην τσέπη
να πληρώσω, έντρομος έβγαζα βότσαλα, φύλλα δέντρων και
θρυμματισμένα κοράλλια από ταξίδια μακρινά που δεν έκανα.
Έτσι γρήγορα μαθεύτηκε πως ήμουν απένταρος και από τότε
άρχισα να ντύνομαι όπως με βλέπεις:
σαν μόλις να έμεινα για πάντα μόνος.





Η πλατεία Κωνσταντίνου Καρυωτάκη

Ένα βράδυ, μην έχοντας πού αλλού να κρυφτεί,
στάθηκε ακίνητος, παριστάνοντας το άγαλμα.
χρόνια μετά έφτιαξαν γύρω του μια πλατεία.



Όμορφο βράδυ

Καμιά φορά, όταν γυρίζεις
το κλειδί στην πόρτα,
ανταμώνεις πόλεις που χιλιάδες χρόνια
αγωνίστηκες να κατακτήσεις
και τις έκαψες ένα βράδυ
όμορφο σαν απόψε.


Παιδικό

Τυφλές, αστείες κινήσεις των χεριών μας
να αγγίξουμε απεγνωσμένα ο ένας τον άλλον.
Τι άλλο γίναμε από τάφους παιδιών
που κάποτε υπήρξαμε.
Και στο γέλιο μας στάλες απ' το αίμα τους
θεέ μου, το επικίνδυνο γέλιο των νεκρών!
στις απέραντες εκτάσεις της σιωπής.


Τα βράδια πριν κοιμηθώ

άκουγα τα βήματά μου βιαστικά στο σαλόνι,
όπου έπρεπε να βγω από μια μυστική πόρτα
για να προφτάσω τον άνθρωπο στη γέφυρα
που χρόνια κάθε βράδυ έπεφτε στο κενό.


Το χρέος

Πλησίαζα λοιπόν αργά τον ξενοδόχο να πληρώσω το χρέος,
κρατημένος δήθεν απ' το χέρι μιας όμορφης κοπέλας,
ενώ μετά βίας έσερνα όλη την έρημο της ζωής μου,
μήπως αν κοιμόμουν μαζί της
επιτέλους σωζόμουν.


F# minor

Ανάμεσα στην κραυγή από τα βάθη της ανθρώπινης ψυχής
και στην απέραντη γαλήνη των άστρων,
υπάρχει μονάχα ο ανοιχτός ουρανός.

Τίποτε άλλο.


Ταπείνωση

Σαν όταν αυτός που είσαι
δεν έχει πια καμιά σημασία,
όπως ακριβώς εκείνος
που δεν έγινες.

(Κονσέρτο για σιωπή, 2013)

ΛΙΖΕΤΑ ΛΑΓΟΥΡΗ (ανέκδοτα ποιήματα)


Παίρνω κάθε τόσο το φάρμακό μου.
Άλλοτε ασυναίσθητα κι άλλοτε
χωρίς να πρέπει.
Μα αυτό που με ανησυχεί
είναι πως η φύση μου
με προτρέπει
να το δίνω και στους άλλους.

              *

Κοίταξα τον καθρέφτη
και είπα
"φοβάμαι".

Δεν είμαι πια δειλή;

               *

Αν κρυφτείς σε οποιοδήποτε μέρος
του σπιτιού
θα σε βρω.

Γιατί δεν το καταλαβαίνεις
και μένεις;

               *

Γνωρίζω αρκετούς 
που 'σκάψαν το λάκκο τους
για να προστατευτούν.
Ναι, τόσο κοντά στα σπίτια σας
που το νωπό χώμα 
λερώνει τα παπούτσια
Κι εσείς αυτό το χώμα 
συνεχίζετε να το 
καθαρίζετε.
Δεν έχετε δικαιολογία.

             *
Θα με βρει η Άνοιξη
Στο πεζοδρόμιο
να κυνηγώ το Φως
κι εκείνο 
να μου κρύβεται
Κοροϊδευτικά.
Θα μεγαλώσω
σαν τα φυτά
στο παράθυρο
που ψάχνουν λίγα 
από τα δώρα του.

           

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ (4)

Η θάλασσα τα πόδια σου χαϊδεύει
τα κύματα σε προσκαλούν.
Δεν φεύγεις,
στέκεσαι, κοιτάς και περιμένεις,
χρόνια και χρόνια στην ίδια ακτή,
μήπως και κάποτε η παλίρροια σε πάρει.
Μα τα μεγάλα τα ταξίδια
δεν περιμένουν την παλίρροια
κι ούτε φοβούνται τις φουρτούνες.

                  *
Πόρτες κλειστές.
Μάταια χτυπάς να σου ανοίξουν.
Έξω χιονιάς και παγωνιά,
μέσα το τζάκι να ζεσταίνει.
Κι ούτε κατάλαβες
πώς και γιατί σε κλείδωσαν απέξω.
Χτυπάς γερά, φωνάζεις, δε σ' ακούνε.
Μην περιμένεις,
πάρε τη βαριά.
Πόρτες που δεν ανοίγουνε τις σπάνε.

(Από τη συλλογή Πρόσωπα γνωστά, 2011)

                             ΤΡΟΧΑΙΟ
Στο δρόμο περνάνε τ’ αυτοκίνητα.
Ατέλειωτο κομβόι,
οι σκέψεις σου στην άσφαλτο τσουλάνε.
Ξαφνικά, ακούς φωνές,
τροχαίο δυστύχημα,
αίμα στην άσφαλτο
και σίδερα σπασμένα.
Οι σειρήνες σου σκίζουνε τα αυτιά.
Οι σκέψεις άναψαν τσιγάρο
μήπως και κρύψουνε τη θλίψη στον καπνό,
για τη ζωή που αδιάφορα κυλά
για να χαθεί το ίδιο αδιάφορα
μπροστά μας.


                     ΠΟΙΗΣΗ
Η θλίψη του ήταν μεγάλη
τα μάτια του γέμισαν δάκρυα
που κύλησαν στα μάγουλά του.
Έπεσαν κάτω. Χάθηκαν
μέσα στη σκόνη.
Εκείνος πήρε ένα χαρτί.
Άφησε τα δάκρυα να στάξουν πάνω του.
Όταν σκούπισε τα μάτια του
στο χαρτί ήταν γραμμένο ένα ποίημα.