Πρότυπα

Πρότυπα

Έψαχνε να βρει το σπίτι της μα ήταν χαμένο μέσα στο δάσος. Επέστρεφε από το σχολείο και είχε στην πλάτη έναν τεράστιο σάκο γεμάτο με βιβλία...

Τετάρτη, 18 Δεκεμβρίου 2013

ΧΑΡΙΣ ΚΟΝΤΟΥ (5)


                           Κυματοφιλία

Ήμουν ένας σαστισμένος γλάρος και τίποτε άλλο.
Οδηγήθηκα στο κρατητήριο των αισθήσεων.
Το κύμα που ερωτεύτηκα μου κούφαινε τ' αυτιά. Έχει
μια πρωτόγονη εφηβική ματαιοδοξία. Με γέμιζε θάλασσα
κι αισθήσεις. Είναι τόσο όμορφος όταν θυμώνει. Οι
αφροί πεταρίζουν στα βλέφαρα. Καίγονται τα μάτια
μου από τυφλό, αγνό. πελαγίσιο έρωτα. Και τι δε θα
'δινα ν' ανεμοδέρνομαι στα υγρά του δάχτυλα. Να τον
βλέπω να ξεβράζει το λυγμό πάνω στο στήθος μου. Να
σέρνεται με δυο πόδια μαραμένα πάνω στα βότσαλα.
Κι αυτές οι αγράμματες, στρογγυλές μάζες να τον
κοιτάζουν με τα βαθουλωτά τους μάτια, να κρέμονται
απ' τα σκασμένα χείλη, αχόρταγα να τους ποτίσει λίγη
γνώση από αφρό κι αλάτι. Να τον ακούω να τους
ψιθυρίζει μελωδικά τις σκέψεις του, να μουσκεύει
την αδράνεια. Τα πιο έξυπνα να τα τραβάει στη δίνη του.
Τα πιο κουτά να χάνονται μες στην ατέλεια της στεριάς.
Να μου γράφει ποίηση με ομοιοκαταληξία. Να κράζουν
οι ψαλιδοχέρηδες γλάροι από ζήλια. Να χορεύω κι ο
ρυθμός του να πάλλεται. Να ξεχνάω το γένος μου. Να
ζω για τη στεριά που θα τον φέρει στα πόδια μου.
Με χτύπησαν πολύ στο κρατητήριο. Η κυματοφιλία
τιμωρείται στις μέρες μας. Όπως και η ιδεοφυγή.
Σκούπισα το ματωμένο μου ράμφος. Ετοιμαζόμουν
για την οριστική, ανεξάντλητη πτώση. Όταν σμίγει το
νερό με το ύψος. Το ποινικό μου μητρώο είναι από
καθαρό γυαλόχαρτο.
Κρεμάστηκε η νιότη μου απ' το ταβάνι του κελιού.
Ήταν τόσο ανώφελος ο έρωτας μ' ένα κύμα.


                               Πτήση

Κατά την ώρα της φαντασίωσης, άνθρωπος σκίζει τα
ρούχα του όταν το σκοτάδι είναι πιο μαύρο από τον
ιερέα του σύμπαντος, τον τρελό μάγο με μορφή βατράχου
και πόδια ύαινας. Μυστικοπαθής μητέρα αγοράζει
στο παιδί της μικρότερο νούμερο παπουτσάκια, το ντύνει
με τις όμορφες κραυγές της, το στέλνει να κρεμάσει
τα ρούχα του στη ντουλάπα και ύστερα το τοποθετεί
στο ζεστό του φέρετρο στο κρεβάτι με τις λύρες και τη
νυφική έκσταση.Φουσκωμένη άθλια η ανάγκη του
ανθρώπου να ιππεύει μόνο ιππόκαμπους στον ουρανό,
αφήνοντας για λίγο την υψηλή ανάγκη του για αιμοληψία.
Στεγνή η ανθρωπότητα διψά, πίνει νερό από τα ζώα,
φυτρώνει όταν δεν προλαβαίνει να κοιμίσει το παιδί
της, υπομένει ξηρασία και βρώμικη άτεκνη γη,
ανηλεής, μένει άπραγη και πίνει κρασί από ουροδοχεία.
Είναι σαν να μετακομίζει τα μάτια της από τον ένα
τοίχο στον άλλο και χωρίς να ξαποσταίνει, να κολλάει
στη λάσπη τα μπράτσα της κι από κει να σφίγγει στα
δόντια της λεπτές ιπτάμενες πεταλούδες. Είναι η
τελευταία της μάχη με το ύψος.


wolfgang-paalen-the-light-towers


                                Άνευ

Οι στάχτες στο πάτωμα έπαιρναν μορφές μικρών
παιδιών. Ήθελαν να μάθουν την αλήθεια που κλέφτηκε
μια νύχτα με μια ενήλικη φωτιά στο πλοίο για τον απώτατο
παράδεισο. Αφηγούνταν ιστορίες με μητρικούς δράκους
και ανθρωπόμορφες καρδιές. Με το μαλακό τους χέρι
κάπνιζαν κρυφά και ματαιόδοξα και οι πιο βαθιές γαλάζιες
φλέβες στόλιζαν τα γκρίζα ολοστρόγγυλα δαχτυλίδια
με σάρκα και κανάλια από αίμα. Πίεζαν το μυαλό
τους κι εκείνο έσπαγε σε χίλια δυο κομμάτια νευρικών
συνθέσεων. Και σκόρπια τα μέλη τους μύριζαν καπνό.


                       Κίτρινα φίδια

Τα παιδιά το καλοκαίρι γεννιούνται φίδια
Δεν ξέρουν πώς φυτρώνουν τα πόδια
Δεν ξέρουν να ακουμπούν με τα χέρια
Δεν έχουν πλοκάμια, ούτε είναι χταπόδια
Έρπουν αναζητώντας το γάλα που βγαίνει από βλαστούς και
       πέτρες
Η ανάταση γι' αυτά είναι ένα πεδίο μαγνητισμού
Ζουν αυτάρκη στο μεσημεριάτικο ήλιο
Πονούν όταν έχει κρύο κι όταν πρέπει να τρέξουν
Κι έτσι ανήμπορα από φύση
Τρυπούν τις γλώσσες με φαρμάκι
Καμακώνουν το γυναικείο σώμα
Φτύνουν τα στάχυα, "νύχια του ήλιου" τα λένε,
   που ξερά και όρθια απλώνουν σεντόνια σκιερά
   στα κόκκινα μάτια τους
Μαθαίνουν να μιλούν
μα κοροϊδεύουν μόνο τα άκρα που δεν έχουν
είναι συκοφαντία
αλλά πόσο θέλω να χτίσω έναν ψηλό κόσμο γύρω τους
να τ' αφήνω κάθε μέρα ανάπηρα



                        Εξέγερση

Ανδρειώθηκαν τα μάτια μαζί με τις πόλεις
Τα βλέφαρα δεν φτάνουν στα τείχη



(Οι κερασιές το χειμώνα είναι μια κόκκινη επανάσταση)

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΑΛΤΟΣ (5)

1.
κατάλαβε το, είπε, είμαι σαν εκείνες τις πεταλούδες στα κάδρα που τις παρατηρούσα όταν περίμενα μικρός στην επίσκεψη το γιατρό, όταν είχα βαρεθεί τα παλιά περιοδικά που ήταν στο τραπεζάκι του σαλονιού με τις ημίγυμνες που κρατούσα τη μορφή τους για το βράδυ και το τι έπρεπε να κάνει ένα σωστός άντρας που δεν θα έκανα ποτέ. Είχα κουραστεί και να κοιτάω έξω από το παράθυρο τις μυστηριώδεις μορφές που πηγαινοέρχονταν απέναντι σε κάποια κίτρινα παράθυρα, σαν από άλλο κόσμο έμοιαζαν, βυθισμένες σε μια τρομερή ρουτίνα που με ανατρίχιαζε, όχι, δεν θέλω να πάω κι εγώ σε αυτό το μέρος, όχι, ποτέ... τι έλεγα; ναι, για τις πεταλούδες, τοποθετημένες προσεκτικά μέσα στη γυάλα, πανέμορφες, με όλα τα φανταχτερά χρώματα τους άθικτα και την περίτεχνη δομή του σώματος τους, σα να περίμεναν υπομονετικά εσένα να ανοίξεις το τζαμάκι για να πετάξουν ελεύθερες ανάμεσα στις πολυκατοικίες και να προσφέρουν απλόχερα την ομορφιά τους στα θλιμμένα παιδιά που ονειρεύονται ακουμπισμένα στο μπαλκόνι μια ζωή ευτυχισμένη. Αλλά ήξερες κατά βάθος πως αν τις πιάσεις θα γίνουν θρύψαλα πάνω στα χέρια σου, έτσι μοιάζω κι εγώ, άσε με μόνο στη γυάλα, υπάρχει ελπίδα όμως για εμένα, μέσα στη γυάλα θα αναγεννηθώ, αν με βγάλεις θα γίνω στάχτη και μουτζούρα πάνω στα χέρια των ανθρώπων, άφησε με...



2. 

Ο ΙΣΑΑΚ ΜΠΑΜΠΕΛ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗΣ

Βράδιαζε και τα κτίρια βαφόντουσαν κόκκινα και ο ήλιος έβγαλε μουστάκι βλοσυρό και τα φύλλα σαν του όχλου την βουή και τα γυναικεία μάτια να ξερνάνε μίσος και τα πουλιά ν' απαριθμούν ψυχρά κατηγορίες "Δεν έγραψες τίποτα για εμάς και τόσες ημέρες λαμπρές σβήνουν για πάντα, σαμποτάρεις την αιωνιότητα και προδίδεις την εφήμερη φύση μας". Ομόφωνη η καταδίκη κι εγώ έγκλειστος σε γκούλαγκ της μητρόπολης έξω προβολείς ηλιακοί σκανάρουν λόγχες κεραιών αστράφτουν ασπρόρουχα περιπολούν το βράδυ άγρυπνος από φώτα κίτρινα ανακριτικά. Ένα λευκό χαρτί μου πέταξαν ξέρασε τα όλα είπαν εγώ μετέωρος στέκω μπροστά του άραγε την ελευθερία θα μου χαρίσει ή τον θάνατο;




3.

ΑΓΑΝΑΚΤΙΣΜΕΝΟΙ ΨΗΦΟΦΟΡΟΙ
είπαν μα κοιτάχτε το σπίτι μας, γεμάτο ρωγμές, μούχλα στα υπόγεια όπου αράχνες τεμπελιάζουν, αρουραίοι γεμίσαν τις αποθήκες και τρώνε τον κόπο μας,οι στέγες τρυπημένες και στάζουν στα μέτωπα μας ,οι μπαλκονόπορτες ξεχαρβαλωμένες και εισβάλουν οι κατσαρίδες των οδών, οι πόρτες μας σκουριάζουν παραβιασμένες από ταυτότητες κρατικές, τερμίτες τρώνε τις σκάλες που μας οδηγούν στους εφήμερους παραδείσους μας, παντού σαπίλα και παρακμή μα επιτέλους, γκρεμίστε αυτό το σπίτι,φέρτε πυροτεχνουργούς, συντρίψτε το από τα θεμέλια εμείς εδώ απλά θα καθόμαστε ήσυχοι στο σαλόνι μας.


4.
Σαν τα πουλιά μοιάζουμε
που ενώ τους άνοιξαν το πορτάκι
κάνουνε κύκλους μέσα στο σαλόνι
το λευκό ταβάνι είναι για μας πλέον 
ο ουρανός.


5.

OΠΤΙΚΕΣ

Aυτός
ναυαγός στην νησίδα της λεωφόρου
 κρατιόταν σφιχτά απ' το τεράστιο σιδερένιο κουτί του ΟΤΕ
τριγύρω του γκρίζες θάλασσες γεμάτες γυαλιστερές λαμαρίνες και φώτα εκτυφλωτικά
τα σιδερένια τέρατα τον κύκλωναν συνεχώς, όλο και περισσότερο, άκουγε τις τρομαχτικές στριγκλιές τους, αυτός κρατιόταν όλο και πιο σφιχτά, όλο και πιο σφιχτά
 ο άλλος
στην κεντρική πλατεία
είχε ξαπλώσει σε ένα χαρτόνι στην άκρη του πεζοδρομίου
οι μηχανές των αυτοκινήτων ακουγόντουσαν σαν κύματα που ακουμπούσαν απαλά την ακτή, τα κορναρίσματα κοάσματα βατράχων απ' το ποτάμι, οι σειρήνες ουρλιαχτά λύκων το ξημέρωμα βαθιά μέσα στα δάση
εσύ σταθερός
στην αδιαφορία σου
 με τα ακουστικά να καλύπτουν τις κραυγές
και oi εικόνες να περνάνε σαν σε viewmaster
πιστός στο πνεύμα της εποχής.   


(ανέκδοτα ποιήματα )                                                         

ΓΙΩΡΓΟΣ ΕΡΝΕΣΤΟ ΜΟΥΡΕΛΑΤΟΣ (5)


Πρόσωπα στον τοίχο
Μερικές φορές είμαστε όλοι
κορνιζωμένα πρόσωπα στον τοίχο
σάπια φρούτα της ωρίμανσης
έτοιμα να πέσουν απ’το δέντρο
σ’ ένα χωράφι που νοσταλγικά καρτερεί
το χάδι του περπατήματος ενός σκουληκιού
ενός φίλου μου
Τί μπορείς να αγναντέψεις από το μπαλκόνι του κόσμου;
Ποιος θα σου δώσει μια αγκαλιά λουλούδια
τώρα που τα ισχνά ζώα της σταύρωσης
απόμειναν ξερά
να σε κοιτούν με κατανόηση;
Δε σε βουλιάζει το στρώμα που σε φιλοξενεί;
Δε σε πίνει;
Έτσι πεισμώνω
να ρίξω άγκυρα σε ένα κόσμο που δε με θέλει
σ’ ένα κόσμο που ολόγυρα φλέγεται
όταν εγώ τον κοιτάω στα μάτια
κι εκείνος δε μπορεί
μα παρ’ όλα αυτά επιμένει
Απολογία: (τελευταία ομολογία μου για απόψε):
Συγγνώμη που βλέπετε τη φωτιά μέσα μου να καίει
από κάπου πρέπει να κρατηθώ κι εγώ


Οι περαστικοί
Κρύος καιρός, ομίχλη και καταχνιά.
Εγώ δίπλα στο παράθυρο,
όπως φανταζόμουν πως θα ήμουν και να γράφω.
Μέσα στη ζέστη του σπιτιού κανείς δε αισθάνεται θερμά.
Ούτε εγώ ούτε εσύ
ούτε κανείς από τους περαστικούς που περνάνε έξω από το παράθυρο,
αμέριμνοι για τα σπασμένα όνειρα που τα πνίγει η στέρηση.
Χαμένοι στα δικά τους.
Παρακαλάω να πάρουν ένα κομμάτι του βάρους μαζί τους,
καθώς χάνονται από τη θέα των ματιών μου, μακρυά,
σαν εργάτες σε αλυσίδα εργοστασίου.
Εσύ χλωμή κι άρρωστη από τη στέρηση,
εγώ ακόμα ήσυχος μη σπάσει το όνειρο και χαθεί.
Μα όσο πιο ήσυχος παραμένω τόσο πιο πολύ ραγίζει.
Όσο μιλάω να το μπαλώσω τόσο πιο πολύ ραγίζει.
Όσο αγαπώ, ραγίζει.
Όσο αδιαφορώ… Δεν αδιαφορώ.
Όσο κατανοώ, τόσο πιο πολύ ραγίζει.
Όσο υπάρχουν περαστικοί έξω από το παράθυρο,
θα μπορώ να στρέφω τα μάτια μου κάπου,
όταν δε θα μπορώ να σε κοιτάζω από πόνο
ή από ανημπόρια.
Μην τα παίρνεις σοβαρά αυτά που λέω.
Δεν είναι αυτό ένα ερωτικό γράμμα ούτε μια εξομολόγηση.
Είναι απλά η υστερνή πνοή μου εξήγησης πριν κάποιος περαστικός
με κουβαλήσει στην πλάτη του,
σα βάρος που του αγκιστρώθηκε,
πριν χαθεί η εικόνα μου στη γωνία του παραθύρου.
Στο βάθος ακούγεται κάποια Έσθερ.
Μέσα μου δεν ακούγεται τίποτα.
Ακούω μόνο ένα χτύπο καρδιάς,
πάνω σε κάποια πλάτη.

Edward Hopper, Night Windows

Ο έμπορος της ευτυχίας
Είναι αυτό το μικρό μαχαίρι που ζυγίζει κιόλας.
Δεμένος στην καρέκλα από κάποιου είδους εσωτερική συμφωνία
με την αυτοκαταστροφή, το γράπωμα στη ζωή ή την ανοησία μου,
περιμένω, όχι καρτερικά, την επίμαχη στιγμή.
Που θα πρέπει να κόψω μια λίβρα από τη σάρκα μου
σε αντάλλαγμα της ευτυχίας που συμφώνησα να λάβω.
Ιδού κόσμε, το γοερό μου δίλημμα.
Αφότου το ίδιο έγινες με το δέρμα μου
και το μέσα μου τώρα όλα διπλά συμβαίνουν
σαν σε αντικρινό καθρέφτη:
Αν κάνω πως κόβω από εσένα
ματώνω εγώ,
που δε μπορώ να σε κρατήσω ολόκληρη
όπως μου υποσχέθηκα.
Η συμφωνία χαλάει με το αίμα.
Αν κόψω από εμένα,
αργά πεθαίνω,
αφού κτηνωδώς το σώμα και το πνεύμα μου βιάζω
και το αφήνω να αιμορραγεί στην αψυχία που με πλησιάζει.
Αν απλά καθίσω με το μαχαίρι άπραγο
τοκίζεται το χρέος εις το τετράγωνο,
μέσα από τους καθρέφτες.
Έχασα την πόρτα της εξόδου στις αντανακλάσεις
κι εμένα.
Όμως υπάρχω ακόμα εδώ δεμένος.
“Σας παρακαλώ κυρίες και κύριοι του δικαστηρίου,
αφού ο κατηγορούμενος χρονοτριβεί
τιμωρείστε εσείς αυτό το κουρέλι
όπως του αξίζει.”
Σιωπή στην αίθουσα. Κανείς δε με υπερασπίστηκε. Ούτε καν εγώ.
“Δεν ήταν ποτέ άξιος να ευτυχίσει, κύριε Πρόεδρε.
Δεν του άξιζε μια Πόρσια να μασκαρευτεί για αυτόν.”
Έπεσε το κεφάλι μου καταφατικά βαρύ.
Μέσα από τον καθρέφτη ένα χαμόγελο ξεπρόβαλε.
Δε μπόρεσα ποτέ να καταλάβω αν ήμουν εγώ
που χάρηκα για τη σίγουρη καταδίκη μου
ή εσύ που ντυνόσουν δικηγόρος για να μου δώσεις κουράγιο
και να με υπερασπιστείς.
Ακόμα και με την υπόνοια, σου χρωστάω ένα ζευγάρι γάντια κι ένα δαχτυλίδι.
Μπορώ να πληρώσω αμέσως. Χωρίς δόσεις.
Αλλιώς μπορείς να πάρεις αυτή τη μία λίβρα του χρέους,
αν την κόψεις εσύ όμως.
Όσο για μένα, πάντα κάτι θα χάνω. Είμαι απλά ένας κακός έμπορος με όνειρα
και παίρνω -ή δίνω- αυτό που μου αξίζει.

Το χωριό του Πιθανόν
Σε ένα από τα κοντινά μου ταξίδια,
βρέθηκα στο ξεχασμένο χωρίο του Πιθανόν.
Ένα χωριό χτισμένο πάνω στις πέτρες,
με πετρόχτιστα σπίτια,
που βλέπουν τα πάντα από ψηλά.
Οι κάτοικοί του το εγκατέλειψαν πολλά χρόνια πριν,
όταν διαπίστωσαν πως ζούσαν σε μια αντίφαση.
Όποια πέτρα του Πιθανόν κι αν σήκωναν
πάντα από κάτω κρυβόταν μια Βεβαιότητα.
Δεν άντεχαν να ζουν σε μια αντίφαση.
Η λογική κι η αξιοπρέπειά τους
δεν τους το επέτρεπαν.

Απόσταση
Κουράστηκα πια!
Όλοι ζητούν κι όλο πιο λίγος απομένω…

(Αγκάθι)

Τρίτη, 17 Δεκεμβρίου 2013

ΓΙΩΡΓΟΣ ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ (5)


ΤΑ ΝΕΡΑ ΤΗΣ ΛΙΜΝΗΣ

                         
Διακαώς επιθυμώ την επίλυσιν των προβλημάτων της ανθρωπότητος.
Εάν ήμουν πρόεδρος, ή πρωθυπουργός, όλα θα ήσαν διαφορετικά,
                                                                                    υπέροχα, μαγευτικά.
Εάν ήμουν μέγας στρατηλάτης, επιστήμων, ποιητής, ή, τέλος πάντων,
                                                                                            γενικώς Μέγας,
αναμφισβητήτως θα δημιουργούσα, θα μεγαλουργούσα,
                                                                                      θα έγραφον ιστορίαν.
Πάντοτε, όμως, τα όνειρά μου διαψεύδονται οικτρώς,
ωσάν μία μοχθηρά σκιά, προερχόμενη απ' το χάος,
                                                                      να με βυθίζει εις το έρεβος.
Υποψιάζομαι, προπαντός, τον σκοτεινόν ρόλον των αναμνήσεων.
Λέξεις αυθάδεις, αλλόφρονες, μηδενιστικαί, τον νουν μου κυριεύουν
                                                                                             και με σκοτίζουν.

"Τα νερά της λίμνης αντιφεγγίζουν.
Τα νερά της λίμνης λαμπυρίζουν τη νύχτα.
Τα νερά της λίμνης καθρεφτίζουν αναμνήσεις χαμένης αγάπης.
Τα νερά της λίμνης κλείνουν για πάντα πάνω από τα κεφάλια μας".



ΣΕ ΣΚΕΦΤΟΜΟΥΝ ΣΥΧΝΑ

Σε σκεφτόμουν συχνά,
ακούγοντας τα πουλιά που κελαηδούσαν χαιρετώντας την άνοιξη

Σε σκεφτόμουν συχνά,
καθώς το ηλιοβασίλεμα έβαφε το ποτάμι που αργοκυλούσε κατακόκκινο

Σε σκεφτόμουν συχνά,
όταν η μεθυστική μυρωδιά των λουλουδιών μου έκοβε την ανάσα

Σε σκεφτόμουν συχνά,
περπατώντας στο δάσος με τα αγέρωχα ψηλά δέντρα

όμως άκου τα πουλιά    (τα πουλιά που σκοτώθηκαν)
μα κοίτα το ποτάμι         ( το ποτάμι που στέρεψε)
μύρισε τα λουλούδια     (τα λουλούδια που μαράθηκαν)
πού είναι τα δέντρα        (τα δέντρα που κάηκαν)

κι έτσι, τώρα πια δεν σε σκέφτομαι...


Ο ΞΕΝΟΣ (Θυμήσου Τα Κρίνα)

Μια παλιά γέφυρα
το ποτήρι ραγίζει
ψάχνοντας μια διέξοδο

αλλά κοίτα τα κρίνα, κοίτα τα κρίνα

το φεγγάρι μας βλέπει
-χλωμό, ψυχρό φεγγάρι-
να κόβουμε τις φλέβες μας


Η ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ

       Πλήρωσες όλα σου τα λεφτά για να φύγεις
Στριμωγμένος στο αμπάρι, εικοσιπέντε νομάτοι, σαν τα ζώα
   χωρίς ένα κομμάτι ψωμί, μια γουλιά νερό

       Τυχερός μέσα στην ατυχία σου
Δεν πρόλαβες να γνωρίσεις την ξενιτειά
   Βυθίστηκες έξι μίλια από τη Σάμο


ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ ΤΗΣ ΣΚΑΛΑΣ

Στάθηκε στην άκρη της σκάλας
     κοίταξε πίσω
      δίστασε
       επέστρεψε
   έκλεισε την πόρτα
  κλείδωσε καλά την πόρτα

      και πάλι

Στάθηκε στην άκρη της σκάλας
   κοίταξε πίσω
     δίστασε
   επέστρεψε
έκλεισε την πόρτα
κλείδωσε καλά την πόρτα

  ένα βήμα, δυο βήματα

    και πάλι

ένα βήμα, δυο βήματα

Ίσως κάποτε τολμήσω, κάποτε τολμήσω

Στάθηκε στην άκρη της σκάλας
    κοίταξε πίσω
       δίστασε
     επέστρεψε
  έκλεισε την πόρτα
κλείδωσε καλά την πόρτα


(Γυάλινες βάρκες)

ΜΑΡΙΑ ΤΣΙΡΑΚΟΥ (5)


                               ΕΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ

Ενοικιάζεται
                        ένα μέτρο και εβδομήντα δύο εκατοστά
Σώμα.
                        Απόπειρες συνουσίας, πολλές.
                        Απόπειρες έρωτα, μετρημένες.
                        Απόπειρες αυτοκτονίας, μία.

                        Σε περίοδο κρίσης ενοικιάζεται,
                        έφτασε πια τη μέση ηλικία
                        με μόνη κατάχρηση αυτή
                        των αισθήσεων, κυρίως της όρασης.

                        Ενοικιάζεται. Δεν πωλείται,
                        αφού η κάτοχός του επιστρέφει, κάθε που
                        ο άνθρωπος νυχτώνει δίχως φως.

Πληροφορίες εντός.



                       ΣΕ ΜΙΑ ΒΟΥΤΙΑ ΤΟ ΝΟΗΜΑ

Κρεμιέμαι πάνω από τη γέφυρα
μήπως και η δυσπεψία της ζωής μου
ανακούφιση βρει στο τέντωμα των κροτάφων.
Η ταχύτητα της υποθετικής πτώσης
ακρωτηριάζει τα γεγονότα.
Δε συνέβη η ήττα.
Δε συνέβη ο πόνος της.
...
Κέντρο ελέγχου:
"Ανθρώπινο τέλος στη θάλασσα"
...

Το φόβο για το θάνατο
άκουσα, τον είπαν ζωή
ενώ βουτούσα.


                     ΤΟ ΓΥΡΙΣΜΑ, ΕΝΑ ΘΑΥΜΑ

Ήταν ντυμένος την ακρίβεια της επανάληψης.
Χρόνια πηγαινοερχόταν
σαν ανάμνηση
-πάντα παρόν-
σαν αντιγραφή επικόλληση
-του τρέχοντος μηνός-
τα ιδρωμένα σεντόνια
στα άνυδρα σώματα
τα άνυδρα σώματα
στα ιδρωμένα σεντόνια
σαν, δεν ξέρω πια να αγαπώ.

Ξεβόλεψε της ύλης τη συνέχεια
αυτό το τέλος εποχής.
Και η παραδοχή του, πια και αυτή.

Το μόνο που θυμίζει ότι έζησε
-δε λέω βίωσε-

Κιτρινισμένο γιασεμί
στο γύρισμα του ημερολογίου.


                      ΝΥΧΤΩΝΕΙ

Αυτό το νύχτωμα, θα διαδεχτεί, απλώς, τη μέρα
δε θα αλλάξει κάτι, γιατί το φως της λιγοστό ήταν,
γιατί η άνοιξη ξεχάστηκε όταν θυμήθηκε
πως είναι Μεγάλη Εβδομάδα.

Μη σταθείς στις φωνές
αυτό το νύχτωμα
κλείσε τα μάτια
και άκου τον ήχο
από τα βήματά Του,
αργοσαλεύει όποιος σταυρό κουβαλά
κι ευθύνη εγκόσμιας σωτηρίας φέρει.

Αυτό το νύχτωμα θα κοιτάς αλλιώς τη θάλασσα
ίδια εσύ,
με τα καρφιά Του να ματώνουνε τις σκέψεις
αφού η άνοιξη, μαζί κι η αμαρτία, ξεχάστηκαν στα αν.


                 ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Στο λιμάνι,
με τ' ασάλευτα πλοία
ένας κόσμος δύσκολος
και η ευτυχία μια λέξη
μπαλονάκι στον αφρό
στο λιμάνι
ρύποι ζωής που επιπλέουν

στο λιμάνι,
που τον ορίζοντα συνθέτουν οι γερανοί
μια σθεναρή αγκύλωση μνήμης
για το χρόνο που κάθισε στα σκαλάκια
και ένα σαξόφωνο που κάνει φάλτσο
στην κυκλοφορία του ετοιμόρροπου σήμερα
τέλη Οκτώβρη.


(ΕπιΣτροφή από την απόΣταση)

Δευτέρα, 16 Δεκεμβρίου 2013

ΧΑΡΑ ΝΑΟΥΜ (5)


               ALBEDO

                                    στη μνήμη του Γιάννη Μ.


Τα ψάρια -χρυσόψαρα-
αιωρούνται πάνω απ' τους νυχτερινούς περαστικούς
η πόλη γυάλα σέρνεται ερπετό
κι οι φάσεις του φεγγαριού
μας περιζώνουν αλυσιδωτά

Ποιος ξέφυγε τη χάση ποιος τη φέξη

Ένας -ένας σιγά -σιγά κρεμιόμαστε
από ένα κλαδί βερίκοκα
Όποιος δαγκώθηκε δαγκώθηκε
Και ξαφνικά το albedo του μοναχικού παιδιού
μετριέται υψηλό
28 ετών οροσειρά από χιόνι
-καθρεφτίζεται ο δημιουργός-
Απόκαμε κι έσβησαν πρώτα τα μαλλιά στα δέντρα
Μοναδικός αμνός -ο γάλακτος-
γλίστρησε από την κορυφή
χύθηκε στις παλάμες μας
βέλαξε μια στιγμή
άνδρας σε στάση ύπτια
με τα λασπωμένα πλευρά

Χαρακίρι
είπαν
σε δημόσιο χώρο


            ΟΙΗΣΗ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ ΧΩΡΟΥ

Η γλάστρα που δροσίζεται
η νεογέννητη μπιγκόνια
είναι μια μοναξιά
με άδειες κόγχες
Ανεπίδεκτη ματιών



          ΘΑΜΜΩΝΕΣ ΤΟΥ ΑΛΜΠΟΥΜ

Κρατιούνται ερμητικά κλειστοί μες στις σελίδες
μην τύχει και ξεπεταχτεί
κάποιο αγέννητο κορίτσι
ή ένα άγαλμα -ποδήλατο
και ξεχυθεί απ' τα ποτήρια μια γιαγιά
ή γεννηθώ ξανά εδώ στο ημίφως
από το φουσκωμένο πόδι της καρέκλας


                ΚΕΦΑΛΙ ΣΤΟ ΝΕΡΟ

Εκείνη προχωρούσε αμίλητη
Κι όλο κάτι της έπεφτε
Ένα δάχτυλο μια μύτη
Ένα μωρό απ' την τρύπια τσέπη της ζακέτας
Αυτός μονόφθαλμος κατά τη συμφωνία
κοίταζε μόνο προς τα εμπρός
Όταν ανέβηκαν στη γη
την κοίταξε μετά από τόσες χιλιετίες
Το πρόσωπό της φαγωμένο από την υγρασία
και δυο λωρίδες φεγγαριού τα μάγουλα
Της είπε σιγανά Δεν είσαι εσύ
Αλλόφρων βούτηξε στο βάραθρο

Και το πλεούμενο κεφάλι
ακόμη αποζητά
τη λάθος
Ευρυδίκη

Leonor Fini_Le-Bout-du-Monde



               ΠΟΥΚΑΜΙΣΟ

Έχω τη γνώση των δαχτύλων
που περπατούν
που γονατίζουν στο τραπέζι
Έχω τη γνώση του ανεξήγητου γκρεμού

Ξέρω τι πάει να πει
χέρι γυμνό
και χέρι κουμπωμένο ως το λαιμό


(Άγρυπνες αντιλόπες)

ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΙΛΛΗΣ (5)


                               ΝΑΥΑΓΟΣ

Σήμερα ξύπνησα με την αίσθηση πως έχω ναυαγήσει
σ' ένα ξερονήσι, σαν τη φάλαινα που κάποτε
σε έναν άλλο αιώνα είχα δει να εξοκείλει στην παραλία
σαν λατομείο μαρμάρου,
ανάμεσα στη γη και τον ουρανό. Ο κόσμος φτάνει στο
     τέλος του
ακριβώς στο σημείο που η αρχή του στήνεται ξανά
με τα ίδια αρχέγονα υλικά.
Η φάλαινα, μνημείο που στήθηκε επί των ερειπίων της
       Ευρώπης, όπως έλεγες.
Δεν μπορούσα τότε να το συναισθανθώ.
Σήμερα καταλαβαίνω γιατί είχες πει
πως οι αποχρώσεις του θανάτου είναι εξαίσιες: καμιά
      φορά είχαμε
την εντύπωση πως βλέπαμε τριαντάφυλλο που μισανοίγει.
Τα πράγματα έχουν εγκλωβιστεί στην ύλη τους.
Αύριο πάνω σ' αυτή την ακρογιαλιά ο ήλιος θα ερχόταν
να αποτελειώσει την καταστροφή
και θα βλέπαμε τον Γιόρικ να ζυγιάζει στα χέρια του το
    κρανίο
του Οράτιου. Ο χρόνος κατακερματίζεται σε στιγμές.
Το όνειρο βαθαίνει στο σύμπαν και σβήνει.



                                ΣΚΙΤΣΟ

Εδώ, στο ακροτελεύτιο σύνορο, όπου τα σύννεφα
κρέμονται στον ουρανό σαν φτερά πουλιών.
Εδώ, όπου η μικρότητα  προδίδεται από τη σκιά σου,
καθώς σταματά στην άκρη του γκρεμού.
Κι ας μην είσαι απομίμηση κανενός θεού.



                           ΠΑΝΤΟΜΙΜΑ

Υπολόγισα τις πιθανότητες και ως Άμλετ παρουσιάστηκα
στη σκηνή για να καυχηθώ
πως ακόμα σε πείθω με την υποκριτική μου.
Οι ασβεστωμένες ελιές γύρω από το υπαίθριο θέατρο
προστατεύουν τους ίσκιους μας,
αφήνουν να εννοηθεί πως είμαστε ακόμα ενταγμένοι,
δεν έχουμε επικηρυχθεί.
Τα λόγια μας επιβεβαιώνονται στην άδεια εξέδρα.
Αγαπημένη Οφηλία, αφήνομαι στο προβλέψιμο
για να νομίσεις πως τα πάντα έχουν αποκαλυφθεί,
πως αυτό που φυλακίζω μέσα μου είναι μια χαμένη στιγμή
κι όχι ένα ακόμα κλοπιμαίο της εμπειρίας.
Δοκιμάζω τις αντοχές μου με το να πιστεύω στο μάταιο,
μόνο και μόνο για να το κάνω στέρεο
μέσα στις πράξεις και στο κενό που κουβαλούν
θέλοντας να το καλύψω, όταν με τοποθετώ εσκεμμένα
στο κέντρο και με σμιλεύω για να σου μοιάσω.



                             ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ

Τοποθέτησέ με σε παρακαλώ στο σημείο εκείνο
όπου θα μπορέσω να αντικρίσω
το μεγαλείο του απέραντου.
Άφησέ με
να διασχίσω ανέμελος το ακατανόητο πλαίσιο
με την ελπίδα να διατρυπηθεί
ο πειθαρχημένος μου νους.
Βοήθησέ με
να εκτιμήσω το βάρος των στιγμών.
Η ενηλικίωση δεν εμπερικλείει κύκλους
μόνο επίπεδες ερήμους, που είσαι
αναγκασμένος να διανύσεις.
Η αγαπημένη μου ασχολία να εντοιχίζω
σε κάθε μου ελάττωμα έναν καθρέφτη μπορεί να φανεί
υπερβολική. Όμως μην ξεχνάς, έχω ανάγκη
από τις διαστάσεις ενός αληθινού προσώπου.


Rene Magritte - The Schoolmaster

                  ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΜΕΝΕΙ

Θυμάσαι τότε που θέλησες να κρατήσεις
μια νιφάδα; Ένα απρόοπτο
θαύμα ήταν, ένα ξάφνιασμα, μια κλεφτή
ματιά στο έργο ακριβοθώρητου δημιουργού,
επιβεβαιώνοντας τη θέση μας σ' έναν κόσμο
που παραλλάσσεται διαρκώς.
Κάτω από το χαμηλό φωτισμό
των αντιπαραθέσεων, απλά ταξινομημένοι
ανάμεσα στην ειλικρίνεια και την αποδοχή
των αισθημάτων μας.
Αυτό που μένει δεν είναι η στιγμή,
που μέσα της όλα νομιμοποιούνται,
αλλά η δύναμη να επιβάλλεσαι στη ροή,
όταν μονιμότητα είναι αυτό που αναστηλώνεται
στο χάος για να θαυμάσεις.


(Μικρή διαθήκη)

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ ΛΥΜΠΕΡΗ (4)


                         3

η Έλλη υπό το κράτος των αισθήσεων
στέφει την όραση οδηγία: ιδού εγώ    πίδακας
παρουσίας                         όμως στα
αποφάγια της λάμψης ξιφομαχεί το μά-
τι ιππότης χρόνια στην ιπποσύνη
(ό,τι δεν έφτασε το μάτι ονομάστηκε
αβλεψία)

βλέπω: περιβρέχω τη θέα με ξηρά


ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΟΝ
Η Έλλη κάθεται στο τραπέζι
(υπομένει τη βαρύτητα)
στις παύσεις του δείπνου της εξορύσσει
μια χώρα   να η σκηνή των φαινομένων
που αλλιώς σημαίνεις: στις παύσεις του
ύπνου μου το πνεύμα τρώει στα ενδότερα

είμαι: η θέα με άφησε να φύγω



                        10

από τα πόδια του τραπεζιού αρχίζει το
τραπέζι. αν ήθελε να φύγει
με ποιο πόδι θα πήγαινε στο δάσος;
το τραπέζι έχει βόδι με λιβάδι   μηρυ-
κάζει χορταράκι                   είσαι
δεμένο και λυτό -σου λέει- (εννοεί
πράγμα που κινείται έχει απατηθεί)


η Έλλη ελαύνει: τώρα θα πω για τα σεντόνια τα
νέφη που με ξάπλωσε ο καλός μου κι έσταξε
το τυχερό του γάλα¨ ρούφηξα και μου φύτρωσε
μια πιπεριά κι ανέβηκα να κόψω ένα πιπέρι

το δάσος ήρθε στο χαλί  σου λέω στο
τραπέζι

(μέσα στην πιπεριά είχε ένα σπιτάκι
άχνη σχεδόν του χιονιού σκέπαζε τον
ουρανό μου   η σκάλα του γινόταν άλλα
πότε ανεμόμυλος πότε πασχαλινή λαμπάδα
πιο πάνω εξείχε η μάνα μου μ' ένα
τσεκούρι    να μένω παιδί σε κουτί το
πιπέρι να μου καίει τη γλώσσα)




                               12

ΤΑΓΚΟ
Η ντουλάπα μουγκρίζει συχνά στις κρεμάστρες όταν
η μαμά γυρίζει απ' τον ταφτά της¨ στο χορό
ο μπαμπάς μου της έλεγε    τα μπράτσα σου α-
γάπη μου     τι επιδεξιότητα στην εξουσία
τα μπράτσα οι λεπταίσθητοι βόστρυχοι του
μηδενός που σε τύλιξε ο νεκρός σου πατέρας.
θα της πω: η περούκα σου βγάζει φωτιά
μαμά¨                  με τη στάχτη ταϊζω
τώρα όμως το άπειρο με κατέβασε στο λιγάκι και
σχεδόν μου φαντάζεις μια κότα      από κότα η
κίνηση της κεφαλής το αυγό σου μιας κότας
που πέφτει στα πόδια     το αυγό σου -εγώ-
μία πράξη αυγό     ένα φράκο που μ' έπνιξε
στο ταγκό


                               24

η φαινομενικότητα φέρνει αυτή την ιστορία:


ΤΟ ΚΟΜΜΕΝΟ ΠΟΔΙ
Μια γυναίκα ζούσε σ' ένα πόδι¨ μόνη
έφευγε στο φάντασμα του ποδιού της
εκεί όπου η φύση κραύγαζε τον άρτιο αριθμό.
μέσα της όμως ζούσε και με τα δυο πόδια
ποδηγετούσε¨                      αυτός
που παντρεύτηκε τη γυναίκα είχε δύο
πόδια¨ περιπολούσε
με πολλά δάχτυλα γύρω απ' το ίδιο    ειδήμων
σχεδόν του βαδίσματος¨                μέσα του
άκουγε το ένα πόδι να λείπει      έτριζε
το δεκανίκι



(ποδηλατώ και στέκομαι το ίδιο)


από τα πόδια φεύγει ο καιρός
γυρίζει με τα χέρια


(Το ρήμα πεινάω)

Κυριακή, 15 Δεκεμβρίου 2013

ΜΙΧΑΗΛ ΜΗΤΡΑΣ : Διακριτικές μεταβολές


από την ενότητα :  ΑΣΤΑΘΕΣ ΠΕΔΙΟ 

              
         Θαλασσογραφία


Η θάλασσα είναι πάντα μακριά
πάντα μακριά η θάλασσα είναι
μακριά η θάλασσα είναι πάντα
είναι η θάλασσα πάντα μακριά
η θάλασσα είναι πάντα μακριά
είναι πάντα μακριά η θάλασσα
πάντα είναι η θάλασσα μακριά
μακριά είναι πάντα η θάλασσα
η θάλασσα μακριά είναι πάντα
μακριά πάντα είναι η θάλασσα
είναι η θάλασσα πάντα μακριά



           Περιγραφή χώρου


δωμάτιο δωμάτιο δωμάτιο δωμάτιο
δωμάτιο δωμάτιο δωμάτιο δωμάτιο
δωμάτιο δωμάτιο δωμάτιο δωμάτιο
δωμάτιο δωμάτιο δωμάτιο δωμάτιο
δωμάτιο δωμάτιο δωμάτιο δωμάτιο
δωμάτιο δωμάτιο ΑΔΕΙΟ δωμάτιο
δωμάτιο δωμάτιο δωμάτιο δωμάτιο
δωμάτιο δωμάτιο δωμάτιο δωμάτιο
δωμάτιο δωμάτιο δωμάτιο δωμάτιο



        Βιογραφικό σημείωμα

                  1944 1945
1946 1947 1948 1949
1950 1951 1952 1953
1954 1955 1956 1957
1958 1959 1960 1961
1962 1963 1964 1965
1966 1967 1968 1969
1970 1971 1972 1973
1974 1975 1976 1977
1978 1979 1980 1981
1982 1983 1984 1985
1986 1987 1988 1989
1990 1991 1992 1993
1994 1995 1996 1997
1998 1999 2000 2001
2002 2003 2004


        Αστικό τοπίο 1


το πλήθος πλήθος πλήθος
πλήθος το πλήθος πλήθος
πλήθος πλήθος πλήθος πλήθος
πλήθος το πλήθος πλήθος
πλήθος πλήθος το πλήθος
πλήθος πλήθος το πλήθος
πλήθος πλήθος πλήθος πλήθος
το πλήθος πλήθος πλήθος
το πλήθος πλήθος
πλήθος πλήθος πλήθος
πλήθος πλήθος πλήθος

το πλήθος μοναχικό


            "Γεύμα στη χλόη"


χλόη χλόη χλόη ΙΩΔΙΟ 131 χλόη
χλόη χλόη ΜΙΛΛΙΡΕΜ χλόη χλόη
χλόη ΑΚΤΙΝΕΣ Χ χλόη χλόη χλόη
χλόη χλόη χλόη ΒΑΡΙΟ 140 χλόη
χλόη χλόη ΜΠΕΚΕΡΕΛ χλόη χλόη
χλόη ΣΤΡΟΝΤΙΟ χλόη χλόη χλόη
χλόη χλόη ΠΛΟΥΤΩΝΙΟ χλόη χλόη
χλόη ΚΑΙΣΙΟ 137 χλόη χλόη χλόη
χλόη ΝΟΥΚΛΙΔΙΑ χλόη χλόη χλόη
χλόη χλόη ΟΥΡΑΝΙΟ χλόη χλόη
χλόη ΚΡΥΠΤΟΝ χλόη χλόη χλόη


           Αστικό τοπίο 3


τα   αυτοκίνητα  στη  λεωφόρο
οι    πεζοί  που     αργοπορούν
καθώς τα φώτα εναλλάσσονται
τα    αυτοκίνητα    αργοπορούν
οι πεζοί καθώς εναλλάσσονται
τα     φώτα     στη      λεωφόρο
τα αυτοκίνητα εναλλάσσονται
οι  πεζοί  καθώς  αργοπορούν
και  τα  φώτα  εναλλάσσονται
τα  αυτοκίνητα  στη  λεωφόρο
οι  πεζοί  καθώς  αργοπορούν
τα φώτα στη λεωφόρο καθώς
        ΕΝΑΛΛΑΣΟΝΤΑΙ
  αυτοκίνητα πεζοί φώτα


από την ενότητα : ΠΑΛΛΙΝΩΔΙΕΣ ΤΗΣ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ


                                   *

Βέβαια η διαίσθηση μπορεί να προειδοποιήσει κάποιον για ένα μελλοντικό συμβάν, όμως το ζήτημα παραμένει: η τήρηση της ακρίβειας των δρομολογίων εξαρτάται ή όχι από την ένταση των βλεμμάτων που ανταλλάσσουν οι συνεπιβάτες μιας αμαξοστοιχίας;


                                  *

Αν και στην πραγματικότητα ήταν μια προσχεδιασμένη πράξη, εκείνη άφησε να εννοηθεί πως ο αυθορμητισμός εξακολουθούσε να τη χαρακτηρίζει, ιδίως στην ερωτική της ζωή.


                                    *

Πώς ένας διάσημος έγινε ξαφνικά άσημος, τη στιγμή που συνειδητοποίησε ότι δεν μπορούσε να ερμηνεύσει τα αγωνιώδη νεύματα ενός κωφάλαλου θαυμαστή του.

                                 
                                     *

Η φωτιά μες στον καθρέφτη έσβησε αμέσως τη στιγμή που κάποιος είχε την προνοητικότητα να ψιθυρίσει τη λέξη: " θ ά λ α σ σ α".


                                      *

Η φράση "και βέβαια σε θυμάμαι", ως λογοπαίγνιο και ως άσκηση αυτοπροσδιορισμού του αισθήματος ενοχής, για τη δυσκολία που πολλοί παρουσιάζουν στην κατανόηση του φαινομένου " έναστρος ουρανός".


                                      *

Στα φαινόμενα γλωσσικής μεταφοράς που παρατηρούνται στον διάλογο δύο κουρασμένων υπαλλήλων γραφείου, προς το τέλος του ωραρίου τους, μπορεί κανείς εύκολα να επισημάνει την απουσία ρηματικών τύπων της ενεργητικής φωνής, ενώ στα διαστήματα σιωπής που μεσολαβούν, από το μυαλό τους περνούν σκέψεις όπως: " Άραγε θα μου τηλεφωνήσει απόψε; " και " Θα προλάβω το ντοκιμαντέρ για τις λίμνες της Φινλανδίας ; ".


                                        *

Όταν επέστρεψε μετά από μακρά απουσία, διαπίστωσε ότι οι άνθρωποι είχαν καταφύγει σε δυναμικούς τρόπους εξουδετέρωσης του αισθήματος της ανίας.
   Λ.χ. είχαν απαλλαγεί απ' τις τηλεφωνικές τους συσκευές, απέφευγαν να χρησιμοποιούν αυτοκίνητο και - ίσως το πιο σημαντικό - χωρίς προσυνεννόηση είχαν αφαιρέσει από τα λεξικά τη λέξη "αιωνιότητα".



από την ενότητα: ΔΙΑΚΡΙΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ

/ποιήματα προσπέλασης σε βάσεις δεδομένων/


Υπόθεση εργασίας


αν τα πράγματα ήταν διαφορετικά
ήταν αν  τα διαφορετικά πράγματα
τα πράγματα ήταν διαφορετικά αν
διαφορετικά αν πράγματα ήταν τα
πράγματα ήταν αν τα διαφορετικά
αν διαφορετικά ήταν τα πράγματα
ήταν πράγματα τα διαφορετικά αν
αν διαφορετικά ήταν πράγματα τα
πράγματα τα ήταν αν διαφορετικά
             ΔΙΟΡΘΩΣΗ
τα πράγματα δεν ήταν διαφορετικά


Το κόκκινο ποίημα


Οδηγία χρήσης:
για να γραφεί
αυτό το ποίημα
είναι αναγκαία
η συνεργασία
του αναγνώστη
ο οποίος
καλείται
να κλείσει
τα μάτια του
για ένα λεπτό
σκεπτόμενος
έντονα
το κόκκινο
χρώμα.


(Διακριτικές μεταβολές, 2004)

Σάββατο, 16 Νοεμβρίου 2013

ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ (8)


ΠΑΝΩ ΑΠ' ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΕΡΗΜΟ, ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΟΥΡΑΝΟ, δεν έχει ούτ' έν' αστέρι. Κάποιος, ωστόσο,
δεν μπορεί να το πιστέψει, θαρρεί πως φταίει η μυωπία του, κι ορθώνει σκάλα για να δει από πιο κοντά. Βέβαια, ουτ' αστέρια ανακαλύπτει ουτ' ουρανό και φεύγει γι' άλλη έρημο, ν' αναζητήσει εκεί την τύχη του. Μένει η σκάλα, όρθια, στη μέση της ερήμου, μια σκάλα ολόρθη που δεν ακουμπάει πουθενά.

                                                               *

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΠΑΝΤΑ ΕΡΗΜΟ, ένας άλλος άνθρωπος, που δίψασε πολύ, νερό να βρει αποφασίζει κι ένα πηγάδι αρχίζει να σκάβει σαν τρελός. ένα βαθύ βαθύ πηγάδι, τόσο βαθύ που φτάνει στης γης την άλλην άκρη κι ο άνθρωπος γκρεμίζεται στον κάτω ουρανό. Πίσω του, μένει η τρύπα που άνοιξε. χαίνουσα, διαμπερής πληγή στης γης τα σπλάχνα. Αν σκύψεις πάνω της, θ' ακούσεις αχνή, ουράνια μουσική. Πρόσεξε όμως μη σαγηνευτείς και την αναζητήσεις. είναι του κάτω ουρανού.

                                                                *

ΗΜΕΡΟ ΤΟΠΙΟ ΟΠΟΥ ΔΕ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΤΙΠΟΤΕ, γλυκό, σα λάδι στην πληγή, τοπίο όπου μονάχα μια αράχνη τρώει μια μύγα, μια σαύρα τρώει μιαν αράχνη, ένα γεράκι τρώει μια σαύρα...
    Ήρεμο τοπίο, βάλσαμο στην ψυχή του περιπατητή που μέσα του πλανιέται, πασχίζοντας να μην πατήσει τα μυρμήγκια που σέρνουν στη φωλιά τους ψόφια μαμούδια και σκουλήκια.
    Ειρηνικό τοπίο, με τόσο μικροσκοπικές σφαγές, τόσο ανεπαίσθητη αγωνία που ο περιπατητής ξεχνάει ακόμα και τον ίδιο του το θάνατο, αυτό τον τρομερό γυπαετό που, σ' έναν άλλον ουρανό, σ' έν' άλλο, άγριο τοπίο, πετά, φερμάροντας αδιάκοπα τη γη, και τον προσμένει.

                                                                *

ΑΥΤΟΣ Ο ΦΑΝΟΣΤΑΤΗΣ στη γωνία, μες στη βροχή, μες στην απόλυτη των δρόμων ερημία, το μόνο πράγμα που φωτίζει είναι η βροχή που, μες στο φωτεινό του κύκλο, ασημένιο παραπέτασμα φαντάζει. Φαντάζομαι ότι αυτό το νιώθει κι η βροχή και θα μας πνίξει απόψε πάλι, από απλή φιλαρέσκεια.

                                                                 *

Η ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ, έλεγε ο Λί Πό, είν' έν' ασήμαντο λουλούδι, σχεδόν άχρωμο, αλλά με άρωμα τόσο μοναδικό, τόσο υπέροχο που, ακόμα κι όταν βρίσκεται μονάχο του, σε κήπο απέραντο, χαμένο ανάμεσα σε αναρίθμητα, εκρηκτικά χαράς λουλούδια, είναι αυτό μονάχα που αναζητά ο επισκέπτης, αυτό που τελικά θ' αποκομίσει φεύγοντας, αυτό που θα καρφώσει στα μαλλιά του ή στο πέτο του ή στην καρδιά του.



                                                                  *

ΕΙΝΑΙ ΩΡΑΙΟ ΠΡΑΓΜΑ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ, το πιο ωραίο, ίσως, αντικείμενο, κυρίως όταν μένει ακίνητος και σιωπηλός σε μια γωνιά του δωματίου ή του τοπίου, λησμονημένος και σχεδόν αόρατος. Όσο πιο ακίνητος ο άνθρωπος, όσο πιο σιωπηλός τόσο πιο ωραίος. όσο πιο αόρατος τόσο καλύτερα για το δωμάτιο ή το τοπίο.

                                                                   *

ΒΥΘΙΣΜΕΝΟΣ ΣΕ ΜΙΑ ΒΑΘΙΑ ΠΟΛΥΘΡΟΝΑ -πιο βαθιά κι απ' την ψυχή του- ένας άνθρωπος ατενίζει το ταβάνι και ειν' ευτυχής που μπορεί να κοιτά προς τα πάνω χωρίς τον κίνδυνο ν' αντικρίσει τον ουρανό.

                                                                    *

Η ΘΛΙΨΗ ΑΥΤΗ γεννά ένα ποίημα. Το ποίημα αυτό γεννά μια θλίψη που γεννά ένα ποίημα που γεννά μια θλίψη...
    Έξω απ' αυτό το φαύλο κύκλο, υπάρχει μια χαρά που δε γεννά τίποτα και τίποτα δεν τη γεννά. μια μεγάλη, αυθύπαρκτη, στείρα χαρά.


(Εσωτικά Τοπία, 1999)

ΝΙΚΟΣ ΑΛΕΞΗΣ ΑΣΛΑΝΟΓΛΟΥ (10)


                       ΚΑΝΕΝΑΣ ΔΕΝ ΞΕΡΕΙ

Κοιταχθήκαμε

Καθρέφτες και γυαλιά
αναλαμπές και δάκρυα

Η μέρα ακίνητη

Γαλήνη
στα δέντρα στη θάλασσα

Κανένας δεν ξέρει
γιατί υπάρχουμε


                              ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ

Όταν κοιτάζω τα μάτια σου, μορφή απροσπέλαστη
δεν ξέρω, δεν μπορώ μια θάλασσα δίχως χρωματισμένα φώτα
ματαιωμένες γιορτές, πικρή γεύση του άδειου
και ανώφελου καιρού


                        ΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Αν φύγεις εκεί που η θάλασσα σμίγει με μουσικές
    και με φώτα
να θυμάσαι κάνει κρύο σ' αυτόν τον παράξενο κόσμο
δεν έχω τίποτε άλλο, μόνο δάκρυα
που παίζουν με το μουσκεμένο φως του δρόμου


                      ΑΝΑΜΝΗΣΗ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ


Καμιά φωνή δεν ακουγόταν στο πεζούλι
εκτός απ' το καθρέφτισμα του ουρανού
οι περιπατητές είχαν πια φύγει
μικρές φωτιές ανάψανε στα σπίτια
και η άδεια πλατεία της βροχής
άφηνε φωνογράφους μες στη νύχτα

Κι είχα ένα μικρό τρεμούλιασμα
που έπαιζε μες στα γυάλινα φανάρια


                               ΟΧΙ ΓΙ' ΑΥΤΟΝ

Όχι γι' αυτόν η ασυλλόγιστη κίνηση, το αλογάριαστο
σκόρπισμα. Στο βροχερό μεσημέρι
είδα το κάτασπρο γέλιο του, μέτρησα τη ζύμωση
στην ακριβή του ελπίδα
τώρα γεννιέται σε μένα


                        ΤΟ ΤΡΙΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ

Με κυνηγάει πάντα στον ύπνο μου το τρίτο παράθυρο
ένα μάτι ανελέητο κι εμείς
κόκκινα κι άσπρα πιόνια στη λέσχη των τραπεζικών
είναι το ίδιο φωτάκι που καίει στην πολύβουη Αθήνα
για μια νύχτα μονάχα, την άνοιξη, "φθείρει αυτόν ο Θεός"
αυτός ο αμαρτωλός Θεός που με σαρκάζει στο κάτασπρο
         γέλιο σου
κάτω από μια λάμπα ασετιλίνης τα βράδια στον κήπο
δε μ' αφήνουν ποτέ μοναχό και το τρίτο παράθυρο
ένα κόκκινο μάτι -ανάβει τη φλέβα της νύχτας, πυκνώνει
      τη μοναξιά
θαμπώνει τα όνειρά μου

Andrew Wyeth, Wind from the sea



                             ΤΑΦΗ ΠΟΥΛΙΟΥ

Κοπιαστικά ανεβαίναμε στη δημοσιά, καθώς ήταν καρπός
που ρούφηξε ασυλλόγιστα θαλασσινό νερό και τώρα
ξεφλουδιζόταν και μας άφηνε να ιδούμε
μίσχους γυμνούς και σαπισμένα νεύρα φύλλων

Κοπιαστικά ανεβαίναμε προς τους σταυρούς. Κανένας
δεν απαντούσε κι έκλαιγα από λύσσα
παράφρονη, αδύναμος σαν τα κουρελιασμένα
παιδιά μπρος στις γιορταστικές βιτρίνες που ανάβουνε
πλάθοντας μέσα τους βαθιά ένα θαύμα

Κι όταν νύχτα και γη αγκάλιασαν το πρόσωπό του
     ακούστηκε
τρίξιμο σιγανό πουλιού κι όλα έγιναν σαν τίποτε
να μην είχε αρχίσει μες στο χώμα


                           ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΟΙΗΜΑ

Πριν από μέρες, φτάνοντας στο σπίτι
προχωρημένο απόγευμα, ήλιος σβησμένος
με τα μεγάφωνα ανοιχτά, στο πάτωμα απλωμένα
σε τρόμο ασταμάτητο άναβες, ξοδευόσουν
στην άσφαλτο που πύρωσε τη μέρα, και το βράδυ
τη μεταφέρουν σκοτωμένα φώτα ηλεχτρικά.
                                              Γιατί το αργό χαλάρωμα
μες στο κενό, το επίμονο ψιχάλισμα
στα κλειδωμένα βλέφαρα τραβώντας τις κουρτίνες
γίνεται βάρδια εξαντλητική.
                                            Γιατί αυτή η ερήμωση
δεν είναι ποίημα, μουσική ή μαλακό φθινόπωρο
δε συνηθίζεται σα ρούχο -  είναι τα μάτια ενός παιδιού
πνιγμένου


                              ΚΑΡΠΑΘΙΑ ΟΡΗ

Τι γίνεται όταν με τα χρόνια σε νεκρώνουν όλοι
των άλλων τα λακτίσματα, τάχα μια λάμψη μες στο νου
κι ένας λυγμός στ' άδεια δωμάτια σε αποπαίρνει

Χιόνι λεπτό, φαρμακεροί εναγκαλισμοί
προς τις εξόδους των μεγάλων δρόμων έρπεις
παγώνεις με την άνοιξη, το φως της σε ταλαιπωρεί
κι η πόλη σου είναι ξένη

Με ρίζες, σκέψη και καρδιά παλιά
ανήκοντας σ' όλη τη γη, φτωχός κι αδέσποτος
στα παγωμένα δάση του ουρανού πεθαίνεις


                       CURRICULUM VITAE

Λένε πως έρχεσαι από νύχτα βαθιά
και σκορπίσανε όλοι

Βέβαια αιμόφυρτος με τα φώτα σβηστά
και σε κύκλωσαν όλοι

Έστω ένας χτύπος μα όλα είναι νεκρά
συγκατάνευσαν όλοι

Λένε η ανάσα του θα τσουρουφλίζει την καρδιά
κι έγιναν οι δήμιοι σκόνη


(Ο δύσκολος θάνατος, ποιήματα 1946-1974)

Παρασκευή, 15 Νοεμβρίου 2013

ΤΖΕΝΗ ΜΑΣΤΟΡΑΚΗ (8)


                                    Περίληψη

Παιδί, η μάνα μου
μου φόραγε κατάσαρκα το Πατερημών
και γαλάζια φυλαχτά της Τήνου.
Έπαιρνε ένα μεγάλο κλειδί
και διπλοκλείδωνε τον ύπνο μου.
Το πρωί μέτραγε τα όνειρα
και τα κατάγραφε σ' ένα τετράδιο.
Τώρα μου ξορκίζει
το τραγούδι απ' τα χείλια
όταν κοιμάμαι,
και κάθε βράδυ το κρεβάτι μου
γίνεται ένα κεντημένο κάντρο
που γράφει: "Ελευθερία ή Θάνατος".


                                  Το Μπαλουκλί

Γυναίκες με πέτρινες λεκάνες σφηνωμένες
στα γόνατα, κι άντρες με ξέβαθα καπέλα. Οι
τσέπες τους βαριές απ' τα κουταλοπίρουνα, κι
όλοι ορμάνε κάτω απ' το τραπέζι, γιατί μπαίνουν
οι τυμβωρύχοι με σακούλια και διπλωμένα
μπατζάκια, σαν ποδηλάτες.

Πουλχερίες λούζονται στο ποτάμι, αλλά
πάντως δεν είναι νεράιδες. Το παλικάρι
παραμονεύει στα χόρτα, τους τάζει κρεμαστά
σκουλαρίκια.

Φωτιές. Το πανηγύρι με κούνιες και παράγκες
αίματα. Στους γιούκους έχουνε προικιά, ευλογημένους
τόπους, σαράφικα, λιβάνια, μοσχοκάρυδα,
και σπίτια τρίπατα. Κι όλες οι προπολεμικές
εφημερίδες τους γράφανε με τ' όνομά τους,
τη μέρα που βούτηξε ένας με γυάλινο
μάτι και το φιτίλι στα δόντια.

Παλιά, τα τρία ψαράκια στη στέρνα τα
λέγανε Πετράκη, Γιαννάκη και Νίκο.


                           Τα παντρολογήματα

Αστράφτουν όλα τότε, σαν τις ελληνικές
ταινίες, τα παντρολογήματα του καλού μου
με το τίμιο κορίτσι, κι εγώ περιμένω απέξω,
πάντα φοβόμουν τα αίματα και τις μουσικές,
ιδίως όταν παίζουνε πολύ δυνατά, κι όλοι
ανοιγοκλείνουνε το στόμα τους χωρίς ν'
ακούγονται. Καταλαβαίνεις, τέτοιες ώρες
καλό είναι να μη μιλάει κανένας φωναχτά,
γιατί μπορεί και να ξυπνήσεις, και να βρεθείς
κατακαλόκαιρο στα σκαλάκια, με άσπρο
παντελόνι κάτω απ' το άγαλμα.

Λέω απόψε να γίνω το κορίτσι λάστιχο που
γκρεμίζεται απ' το βράχο, θα τους πω άλλα
των άλλων για να τους μπερδέψω, όμως εσύ
θα ξέρεις πως είναι γεια χαρά και γιατί το
'κανα, και στο κάτω κάτω, καθένας γυρεύει
τη βολή του, στα μαλακά ή στα βαθιά.


                             Η πόρτα

Τώρα, επάνω στην πεσμένη πόρτα
περνάνε και κρεμάνε τα τραγούδια τους
δεμένα με χρωματιστές κορδέλες,
σαν τάματα σε κάποια
Παναγία τάδε, τη θαυματουργή.
Ο ποιητής κουβαλάει
την πόρτα στην πλάτη
και σωπαίνει.
Θα τόνε δεις καμιά φορά, λοιπόν,
να περπατάει σκυφτός
ή να περνάει με το πλάι τα στενά,
και κείνο το κάγκελο,
στραβωμένο,
αφήνει βαθιά χαρακιά
πάνω στην άσφαλτο.

(Το σόι, 1978)


Αφού το φίλημα στις σκάλες, ο αποχωρισμός, τα
πλοία, το δαιμονικό, η ολέθρια δούλη, κι αφού το
ζάλισμα, λευκός αέρας και πανιών θυμός,

άδικα το χρυσάφι, τόσο, τα μαλλιά που χύνονταν.

Η αναγνώριση, ξανά, γιατί θα 'ρθει, να γίνει αυγή,
δάγκωμα κόβοντας στα δυο τον κόσμο, τα
θαύματα και τα νερά.

Να τρέμουν όσοι αγαπήθηκαν, και πώς, το
αλάφιασμα, η άγρια γύμνια, φτάνει, κι εδώ
καθηλωμένοι, πώς, να γίνει πάλι να χαθούν,
και πώς, σαν ουρλιαχτό,

σαν ουρλιαχτό πέφτει το αίσιο τέλος και-

                                  *


Μικρό μου, μήτε απ' τα πουλιά και μήτε-

ας πάψει πια εκείνο το τραγούδι, κι άλλο μην
πεις, και μη ρωτάς, που κλείδωσαν, απ' τα ψηλά
της παραθύρια γκρέμιζε τα λόγια αλλιώς,

μοίρα χρυσή και δίκαιη των αυτοκτόνων,

το αίμα, τα αίματα, που μια στιγμή, σαν μακρινό
μετέωρο βουτώντας, το αίμα, μια στιγμή αγνάντεψε
τα χαμηλά της φώτα, την κάπνα πόλης που
σωπαίνεται, σώμα βαρύ, κι άλλο μην πεις, μην
τραγουδάς, τα λόγια αλλιώς,

απ' τα πουλιά τους φόνους της πενθεί, απ' τα
πουλιά και μήτε, η πυρκαγιά, η πυρκαγιά ερημική,

μικρό μου-

                                   *


Τόσο μοιραίος, ποτέ δεν ήταν ο υδράργυρος, ο
μελανός χυμός, σφαγή που έμελλε,

κι ο ύπνος.

Ταξίδι ενός που όλο αναχωρεί επιστρέφοντας, που
σκήνωμα τελειωμένο ή μυστικός, την πανωραία
λέξη μνημονεύει, κι ευθύς, αρμόζοντας το χάσμα
και την καταχνιά,

έναστρος άρχων αναδύεται από τη λειτουργία αυτή,
πάνω απ' τους κήπους.

                                    *


Και να σαλπάρουν με βουή, σαν αδειανά, μπάρκα
που ξέμειναν σε κρεμαστούς λιμένες ενδοχώρας,
ταξίδι που τους έγραφε, τ' άστρα καλά,

τα ίσαλα στο αίμα, η λύσσα αρμένισμα, κι ανάστροφα
στο ρεύμα ο ναυαγός, μακριά γαβγίζει τα καράβια,
τ' άστρα,

τα κοιμητήρια που ωραία βουλιάζοντας-

ωραία κοιμητήρια της θαλάσσης, όπου το πιο μικρό
έχε γεια βουλιάζει αντίο για πάντα.


(Μ' ένα στεφάνι φως, 1989)

Andrew Wyeth, Snow flurries

ΜΑΤΣΗ ΧΑΤΖΗΛΑΖΑΡΟΥ (7)


Λιάζομαι μες στη συγκίνηση των ημερών του Νοέμβρη,
που ξαναφέραμε μαζί.
Μαζί το ζούμε και το θέλουμε το πηγαινέλα της φύσης
- τις μυρουδιές του κρύου ανέμου, τα παγωμένα νίκελ
της πόλης, τον κλειστό χώρο μες στην παγωνιά όταν
αχνίζουν τα τζάμια.
Ζωή μου, δίπλα σου βλέπω την αναπνοή και ακούω το
καρδιοχτύπι όλων των πραγμάτων.
Ζωή μου, δίπλα σου είναι η μέρα του ήλιου του μεσονυκτίου.
Μακριά σου είναι η νύχτα του βορινού χειμώνα.

                                        *

Κάποτε ακουμπάμε τον εαυτό μας σαν ένα κουμπί γυμνό
επάνω σ' έναν καθρέφτη, και την αυγή βρίσκουμε ένα χαμομήλι
μες στον ανοιξιάτικο κάμπο.
Κάποτε ακουγόμαστε σαν την πιο θριαμβευτική κραυγή ζώου,
κι όταν ξανασταθούμε ν' ακούσουμε ο ήχος μας είναι
σκληρό γρατσούνισμα φκυαριού πάνω στον άγονο βράχο.


                                          *

Η νύχτα έπεσε στο πέλαγος -για μένα πού είναι η μέρα;
Που 'ναι οι αχτίδες του ήλιου πάνω στα βλέφαρά μου
που 'ναι οι καημοί της σάρκας μου πάνω στην άμμο, που 'ναι
ο γκιώνης, τα τζιτζίκια κι οι πέντε μου φωνές;
Αύριο θα σμίξω τα δυο σου σκέλη, μήπως γεννηθεί ένα μικρό
λυπητερό παιδάκι, θα το λένε Ιούς, Μανιούς, ίσως και
Aqua Marina.
Φέρτε μου να γεννήσω όλα τα μωρά της πλάσης, δώστε να
πεθάνω όλους τους θανάτους.
Μερικές χορδές μουσικής φθάνουνε για να τρέξουμε
γυμνοπόδαροι μες στη χλόη του Βορρά, για να μετρήσουμε
όλες τις σταγόνες του σώματός μας και για να πλέξουμε
με το 'να μας χέρι όλες τις ψάθες των ρεμβασμών μας.

Μαρία Φιλιππακοπούλου, 30x35


                                          *

Αυτή η τελευταία σταγόνα του κρασιού περιέχει την κραυγή
μιας μπουρούς, πάνω σ' ένα κύμα αρμενίζει η σταρένια μου ψάθα.
Α, στάσου! γιατί εκεί δεξιά στον ουρανό είδα το σύννεφο
της καρδιάς μου.
Είναι δικό μου παιδί το δελφίνι, οι αχιβάδες είναι τα
μάτια μου, τα στέρεψεν η θάλασσα.
Εμέτρησα τα γλαστράκια του μπαλκονιού -απ' αυτόν τον
τιποτένιο αριθμό πάντα λείπει ο εαυτός μου.
Μέσα στα βράχια έζησα μαζί με τόσες πεταλίδες -σε κάθε
τρυφερή λακκούβα της σπηλιάς κρεμάω τη γαλανόλευκή μου.
Δεν εκοίταξα ποτέ μου πίσω απ' τις παλιές μου φωτογραφίες
(εκεί που 'μαι τόσο απροστάτευτη) -φοβάμαι μη μου φανερωθεί
το προσωπικό μου δράμα.
Έτσι θα βρω μια μέρα μες στα σεντόνια μου ένα κόκκινο
τριαντάφυλλο -μες στην έντασή του θα παραμονεύει το βάρος
της τρυφερότητάς του.
Κι ας μη με πείθουνε τα χέρια των πολλών, κι οι αναπνοές
των πολλών ας μη θαμπώνουνε κανένα μου καθρέφτη -κάποτε
σωπαίνει ο άνεμος που ροβολάει απ' το βουνό μ' ένα μονάχα
στεναγμό ανθρώπου.

(Από την ενότητα Έρως Μελαχρινός)


                                        ΝΕΚΡΗ ΦΥΣΗ

Η κουρτίνα γαλακτόχρωμη απ' το φανάρι του δρόμου και βλέπω το
τραπέζι με τις τάβλες κατεβασμένες μπρος στο παράθυρο  πότε
σταματήσαμε να λέμε τα αυγά μάτια ή οι μαργαρίτες τις αβίαστες
αρμαθιές απ' τα λόγια μας ως τα πέρατα ήτανε αυτές συμπαιγνίες
ζέστης κατάσαρκης   και τότε χρώματα τροπές ξεκαρδίζονται   τράβα
τράβα το χερούλι πλατύφυλλο βασιλικό και χαρταετούς ξαναθυμάμαι και
βλέμματα υγρές μουσούδες πάνω στα γονατά μας

τώρα ποια αδράνεια ασάλευτη πνίγει το δωμάτιό μου   ολόκληρη μια
νύχτα χτυπήθηκα ΜΟΝΗ πάνω σε αντικείμενα ξοφλημένα   το τρα-
πέζι η κουρτίνα και το φως του φαναριού σεληνιακά αντανακλούν τα
κύματα της θλίψης ο ορίζοντας αισθάνομαι πως τορνεύει μια υπερ-
μεγέθη γαβάθα τα τοιχώματά της είναι λεία από αρνήσεις άλλη από
μένα λέω στο συφοριασμένο εαυτό μου θα 'ναι το σαρκώδες νούφαρο
που για κείνην τορνεύει ο ορίζοντας τα μεγάλα γυαλιστερά φύλλα του
όλο σ' επιφάνεια παραδίνονται στα ασάλευτα νερά δίχως ένα λυγμό
ανάμνησης

(από την ενότητα Τα λόγια έχουν κρόσσια)


                         50000 ΠΕΘΑΜΕΝΟΙ ΚΑΘΕ ΧΡΟΝΟ


Είμαστε αλλόκοτες πόρτες         λαδωμένες
καλά με λόγια εργαλεία ή πράξεις
σαλεύουμε έναν καιρό ανάμεσα γέννας και
θανάτου            μεριάζουμε μπρος στο "σκιάς
όναρ"            έπειτα ξαναγινόμαστε συντρίμμια
μετέωρου στοχασμού                 όμως θυμάσαι
κατάκαρδα τη μορφή της Εριφύλης να διαγράφεται
στην ακροθαλασσιά               σαν έσκυβε
να μαζέψει ένα κοχύλι ή ένα βότσαλο


                            επίλογος

μετά από το έτος 2000
ο Ζακ Υβ Κουστώ
και οι άλλοι επιστήμονες
θα μας κάνουν να αγγίξουμε
τη χλιδή της ανακάλυψης
την έξαλλη ζωή της ύλης
την αξία ενός άστρου για μας
σε εκατομμύρια χρόνια φως
απόσταση            τότε
ένας βίος ποίησης
δε θα βρίσκεται πια για
κανέναν στο υπερπέραν

(από τα 7 γραπτά στα ελληνικά)

ΓΙΟΛΑΝΤΑ ΠΕΓΚΛΗ (7)


                                     Ό,τι περίμενα με πάθος ματαιώνεται
                                     παίρνω την κάτω βόλτα


Εμένα δείχνει αυτό το δάχτυλο το τεντωμένο προς το επιχείρημα. Ο διάδρομος αποκτά όσο ξεροσταλιάζω το βάθος που αφήνουν τα υπονοούμενα. Ούτε είδα ποτέ να βραχνιάζει αυτός που δίνει τις διαταγές. Πρωινό βαρύ σα να ξημέρωσε από τρεις Κυριακές στη σειρά. Έχουν ήδη προηγηθεί οι φήμες που ονομάζονται και βολβοί με οσμή άρα αστραπιαία κατευθύνονται προς τα θερμοκήπια ρουθούνια. Αυτές είναι οι μυρουδιές σ' έναν κόσμο όπου μόνον ο θάνατος κι ο χρόνος απόμειναν να λένε την αλήθεια. Η υπόθεσή μου είναι χαμένη.

Μάταια όθεν περιμένω μήπως περάσει ως μέλλον ο υιός του Ανθρώπου, φωνάξει "φτου ξελευθερία".
Κάθομαι αντιγράφω στο τετράδιο μου εκατό φορές: εν τέλει, τελικά, τελειωτικά.


                                      Γέρνοντας κατά τη μεριά των χρησμών  


Κι ενώ στ' αλάτια μου διατηρεί τα περιουσιακά του διαδίδει πως δεν είναι αρμυρά τα δάκρυά μου
πίσω απ' το πιστοποιητικό γεννήσεώς μου κάνει τους λογαριασμούς του, απαριθμεί έναν έναν τους
χειρότερους που θα μπορούσαν να καλυτερέψουν τον κόσμο.
Κι εγώ πριν απ' το τέλος της ιστορίας σωπαίνω.
Γνωρίζουν τα φτερά της χήνας ότι στο μαξιλάρι που θα γεμίσουν θα χτυπήσει η καρδιά εκείνου που ένα γυμνό πουλί τουρτουρίζει στη χούφτα του.

Ποιες οι ομοιότητες ανάμεσα καρφίτσα τιρκουάζ πατημένη στην άσφαλτο και παρέλαση;

Έτσι μπράβο! Μ' ένα καλό βερνίκι δείχνουν ψηλοτάβανα τα προσχήματα, έρχεται η παγίδα
τετραγωνισμένη.
Μετά την ησυχία έρχεται η νεκρική σιγή.

Τι τα σκαλίζω. Σουρούπωσε, αναβοσβήνει το δαχτυλίδι σου σαν τσιγάρο.
Μου λείπει αυτό το χέρι. Αυτό που θα κρατούσε το χέρι.
Δεν ξέρω αν βουλιάζω ή ψηλώνουν τα χόρτα.


                                     Τεχνητοί σεισμοί μετατοπίζουν τις πλάκες
                                      διακόπτουν τη γεωγραφία μου


Ποιος πληρώνει τώρα τα σπασμένα. Άλλοτε χτυπάει καμπάνα ο κίνδυνος άλλοτε ούτε το κουδούνι.
Με πόση θέρμη να το χειριστείς το ενδεχόμενο για ν' αποδώσει. Τρέχα για καρφιά, καταρρέουμε.
Ξεχειλώνει η μπορντούρα που συνετίζει.

Δεν έχω δίλημμα μεταξύ κιβωτού και καπελιέρας όσο σώζεται ο πίθηκός μου.

Δεν παίρνω όρκο, παίρνω μέρος.

Ενώ κλαυθμηρίζει, σαν σοβάς ξεκολλάει το πρόσωπό του. Γέρνει, η ρίγα απ' το κοστούμι του πέφτει
χάρακας στην παλάμη μου.

Όχι από γενναιότητα, επειδή δεν ήξερα αν το πρώτο ή το τελευταίο σκαλί είναι το αμετάκλητο, έτσι ξέμεινα.



                                           Ζητούσε τη νόμιμη μοίρα
                                           από μια μέρα που τελειώνει


Όταν σβήνουν τα πυροτεχνήματα, το έχεις προσέξει, μυρίζει καμένο.

Πόσο αθάνατο νερό για κάθε κακό χνώτο.

Ο δισταγμός έκρυβε ένα ζάρι με έξι πλευρές. Όπως και να 'πεφτε το ζάρι σε καμιά πλευρά δε βρισκόταν η απόφαση.

Κυριαρχούσε μια κουφαμάρα. (Γιατί αν πω βουβαμάρα τους κάνω χάρη).

Αυτές είναι οι φάσεις που πιστοποιούν ότι το παιχνίδι παίζεται με άλλους τρόπους. (Χωρίς τρόπους). Δεν κόβει ο αρμόδιος κάθε πρωί τα αναγκαία προς το ζειν. Τα κόβει αλλά γίνονται δικά σου αφού ξεκλειδώσεις τις εικοσιτέσσερις πόρτες που η καθε μία προτείνει ύστερα απ' την πρώτη τη δεύτερη σειρά τα δόντια της.

Πλάγιασα δεν πρόφτασα να κοιμηθώ.
Κοιμήθηκα δεν πρόφτασα να ονειρευτώ.
Δεν πρόφτασα να πω, να ζήσω.


Νικόλας Λύρας, Blind



                                      Ταβάνια κρεμασμένα σε κλωστές επίφοβες


Δεν έκατσε να σκεφτεί τι μήκος του έλειπε μήπως κι απλώσει χέρι. Άπλωσε. Και που τους έτσι αναιμικούς τέτοιο βάρος τους συνθλίβει, μπα! γαία πυρί μειχθήτω, ο διορισμένος.
Πεταγμένοι απ' τα κρεβάτια εμείς άγρια μεσάνυχτα, ένα ρούχο στους ώμους κι α, η παραφορά του επείγοντος. Όταν γίνεται εμπόρευμα το πάππου προς πάππου -

Ακούω ότι τελευταία τα ποντίκια κατάπιαν τυρί και παγίδα και έχουν καταλάβει όλη την πίστα, όλη την ορχήστρα, όλη την αγορά, όλη τη γη.



                                             Φυσάει μ' ασάφεια, εποχή να κρύβεσαι


Κι η νυχτερίδα είναι κρεμασμένη ανάποδα αλλά αναπαύεται, είπε.
Τέτοιο επιχείρημα.
Συνδρομητής σε συναναστροφές τσέπης, μ' ένα όνομα μακρύτερό του επιπλέον, τι περιμένεις!

Γι' αυτό δε βάζω τάξη. Για να νιώθω περαστική. Μολονότι πουθενά πια μέσα στα όνειρά μου εκείνες οι πολιτείες. Καμιά φορά μόνο η αίσθηση ότι πετάω προς εκείνες τις πολιτείες. Ότι ενώ θέλω να σε κρατήσω για πάντα κοντά μου, απ' τον ώμο ξηλώνεται το μανίκι σου, μου μένει στο χέρι.

Ακρωτηριασμοί, με δυο λόγια, αυτή είναι η αισθητική της ποτέ ένδοξης εποχής μου. Η νέα τομή στη στατική μου που με αναδεικνύει ξυλιασμένη όπως η μεγάλη φωτιά, όπως η μεγάλη μοναξιά που αφήνει η φωτιά αφού τα κάνει να λάμψουν προτού καούν όλα.


                                                       Μας τα 'παν άλλοι


Σάλες ευρωπαϊκών ξενοδοχείων και εγκέφαλοι που λιμνάζουν στον πάτο του ποτηριού.
Υπάλληλοι διαμελιζόμενοι στους καναπέδες όπως χθες στις μικρές οθόνες και τα μονόστηλα.
Ζωήν πατήσας ο κάθε ηθικός αυτουργός πλην έχοντας την πρόθεση να μεταμεληθεί.
Τι συ-ζητούν ετούτα τα σταμπαρισμένα τρωκτικά;
Δώσαμε!

Κατάστρωμα και ξερό ψωμί μου λές, εντάξει, όταν όμως αυτό δεν σημαίνει εσύ να περιφέρεσαι με τις ιδιότητές σου στα λινά κι εγώ απ' τη ναυτία να συμπεραίνω ότι ταξιδεύω.
Είσαι πρόθυμος να φυλάξεις αυτό που θα σου πω σαν αυγό στη μασχάλη σου;
Με προσέχεις όπως το κερί στον άνεμο ή με θάβεις για μια ώρα ανάγκης καθώς ο σκύλος το κόκκαλό του;
Δεν ξέρω από ποιο παράθυρο μπορώ να δω όσα μου μέλλονται αλλά δεν προτιμώ να τα φαντάζομαι.
Πλην των άλλων χορτάριασε η κλειδαριά ακούω ευκρινώς τη λέξη ματαιότητα.


(Της γλυκειάς πατρίδας, 1996)