Πρότυπα

Πρότυπα

Έψαχνε να βρει το σπίτι της μα ήταν χαμένο μέσα στο δάσος. Επέστρεφε από το σχολείο και είχε στην πλάτη έναν τεράστιο σάκο γεμάτο με βιβλία...

Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2012

ΓΙΟΛΑΝΤΑ ΠΕΓΚΛΗ: 2 ΠΟΙΗΜΑΤΑ

                              Κοινωνικά

Το συμβούλιο είχε επιτυχία. Αποφασίσαμε
πως οι μέρες θα πρέπει να είναι ανώνυμες
το εορτολόγιο υπόθεση αυστηρά προσωπική
οι ώρες να μετρούν από κτίσεως Ρώμης
ή από ελεύσεως ενός θεού.
Έτσι αδειάσαμε τα συρτάρια μας
απ' την επανάληψη αιτημάτων και διαψεύσεων
και σταματήσαμε τις ρομαντικές αιμορραγίες της μνήμης
με μια εισβολή συγκλονιστικών συστημάτων
που προστάτευαν τους αγίους απ' τα σκουλήκια τους
και τους ήρωες απ' την αλήθεια.

Κι εξακολουθήσαμε να χαράζουμε στο κελί μας
μηνύματα για τη ζωή
που δεν θα διαβάσουν
παρά οι μελλοθάνατοι που θα πάρουν τη θέση μας.

(από τη συλλογή Λάζαροι εν αποσυνθέσει)


                  Η μαγεμένη κάμαρα

Πρόσεξε βιογράφε μην κάνεις και κλάψει
το παιδί που πριν φιλήσει το μαξιλάρι μου
έλιωσε με το φεγγάρι
η πλαϊνή κάμαρα ποτέ δεν ακούμπησε
στον ίδιο τοίχο με την κάμαρά μου
ποτέ χέρι στο χέρι μου δεν ακούμπησε.
Αν θες με δυο λόγια τη ζωή μου, μάθε
πως άρχισα να τραγουδώ ενώ τα πόδια μου
είχαν ριζώσει μέσα στα νερά.
Πως τραγουδούσα όσο τα νερά ανέβαιναν.
Τραγουδούσα όταν ανέβηκαν τα νερά.
Αργότερα βέβαια το κελί μου ανακαινίστηκε
ο μόνος αυτόπτης μάρτυρας εξιλεώθηκε
ζωγραφίζοντας έναν ήλιο στην οροφή
ένα μονοτάξιο δημοτικό σχολείο
άρχισε να λειτουργεί στο χώρο του
έμεινε ακίνητη η αδικαίωτη σάρκα
κανένας δεν έδωσε σημασία
σε κάποιους στεναγμούς και αποδόθηκε
στην ιδιοσυστασία του εδάφους το ότι
μάτωναν πού και πού οι παλιοί τοίχοι.
Μια μέρα, ένας μικρός μαθητής
πέταξε ψηλά τη σάκα του
σκόρπισαν στην ταξη οι γομολάστιχες, τα μολύβια.
- "Ακούστε, ακούστε πώς τρέχει το ποταμάκι
κάτω από το τσιμέντο!" φώναξε.

(από τη συλλογή Ακούστε)

ΓΙΟΛΑΝΤΑ ΠΕΓΚΛΗ:ΜΟΝΟΠΡΑΚΤΟ



 Και βέβαια δε θα σας απασχολήσω για πολύ, καλέ μου φίλε. Ναι,
το βλέπετε κι εσείς, ούτε το κάθισμα είναι απαραίτητο.
Φανταστείτε, φανταστείτε όμως
έναν άσπλαχνο δρόμο.
Φανταστείτε έναν περίβολλο που συστέλλεται.
Ή επιτέλους, σκοινιά και ξύλα και πανιά
αλλά όχι καράβια.
Και ποια η γνώμη σας αν δίχως ίχνος γαλάζιου τον ανατρέπαμε
τον καταργούσαμε τελικά τον ουρανό.
Ναι, η ώρα εργασίας. Καταλαβαίνω. Φυσικά.
Οπωσδήποτε μιαν άλλη φορά. Οπωσδήποτε
την άλλη φορά που δε θα μπορώ πάλι να πεθάνω
να ζήσω. Και για το κάθισμα σωστά, σωστά
περαστική άλλωστε είμαι κι εγώ
στα δημόσια γραφεία συμπεριφέρομαι ακριβώς σαν κάπου αλλού
να με περιμένουν, βαθιά στις τσέπες μου κρύβω τα μαντήλια
κρύβω τα χέρια μου, σέβομαι ξέρετε τον ξένο χρόνο
σέβομαι τις επιχειρήσεις
κι εσας σας επισκέπτομαι μόνο
με το θάρρος της παλιάς γνωριμίας.
Επιτρέψτε μου απλώς να παρατηρήσω
πώς το ωραίο αυτό δερμάτινο κάθισμα...
λοιπόν...
το ωραίο αυτό δερμάτινο κάθισμα...
όχι βέβαια πως θα διέθετα τον καιρό...
και όχι ότι θα πίστευα ποτέ βεβαια πως ένας άνθρωπος όρθιος
κι ένας άνθρωπος καθιστός... ω, ποτέ. Ωστόσο -
και προπαντός αν η αγωνία δεν αφήνει λεκέδες από ιδρώτα...
Χα!Χα! Μην θορυβείστε.
Δεν είναι έρωτας. Δεν είναι λιποθυμία.
Κι άλλωστε εσείς, τι -

Πιστέψτε, όλο και πιο συχνά τελευταία
θέλω να πω "καλημέρα"
και φωνάζω "νερο, νερο!"


Arshile Gorky


(από τη συλλογή "Ακούστε")


Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2012

ΛΕΝΑ ΚΑΛΛΕΡΓΗ : ΚΗΠΟΙ ΣΤΗΝ ΑΜΜΟ

  Διαλεκτική στον κήπο

Υπάρχει μια αρχαία πληγή
Περνάει από χώμα σε χώμα.

Μια αβέβαιη μάχη
Ένας θεός έτοιμος
Δεν ξέρεις τι να του ζητήσεις
Γιατί αναρωτιέσαι
τι επιτρέπεται.

Πόθος βαθύς για την ήττα
Μητέρα τόσων τραυμάτων
Έμπειρη προξενήτρα.

Υπάρχει ένα απόγευμα
Αφημένο στην άκρη
Διάστικτο μ' αγκάθια.

Αυτό μου απαντά η σιωπή σας, λουλούδια.

Μια νύχτα

Δεν υπάρχουν κρεβάτια ξέστρωτα σεντόνια πεταμένα ρούχα
Δεν υπάρχουν δείπνα εκδρομές γενέθλια φωτογραφίες δώρα
Δεν υπάρχουν ονόματα τηλέφωνα

Μόνο χέρια σφίγγουν φτερά χτυπούν κατευθείαν στην καρδιά
Αγκαλιάζουν

Μόνο χέρια κλείνουν κρατήσου

Μετά

Μετά θα γίνω άμμος.
Κόκαλα άσπρα κελύφη
Δόντια μαργαριτάρια.
Θα βάψει το αίμα μου κοράλλια
Ψάρια τα σπλάχνα μου θα ταΐσουν.
Και τα μαλλιά θα κολυμπούν με φύκια
Και των μαλλιών μου η λάμψη στα ρηχά θα παίζει.
Κι όλο το δέρμα μου άμμος
Ζέστη, απαλή στα πόδια των παιδιών.
Χάδι δροσιάς τη νύχτα στων εραστών τις πλάτες
Υγρή αγκαλιά των κοχυλιών, αστρόσκονη.
Και πρώτη ύλη παλατιών που ο άνεμος γκρεμίζει.


    Στοιχειό

Τ' αόρατο φοβάμαι
Που δεν έχει ανάπαυση
Μονάχο πάνω από λευκούς καμβάδες
Και σελίδες άγραφες

ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ : Οι ειδικές συνθήκες



Επικρατούν ειδικές συνθήκες
στις ράγες των τρένων
στις μαύρες μέρες που φθάνουν σφυρίζοντας
στον σταθμάρχη με την απαγορευτική πινακίδα
που φωνάζει «όχι επαφή»
τα τρένα μπορεί να συγκρουστούν
οι γραμμές δεν παραβιάζονται
οι άνθρωποι είναι ριγέ και σιωπηλοί
το βάδισμα χήνας παραμένει στη μόδα
τα μηνύματα αναστατώνουν
τα τηλεφωνήματα εξαρτώνται
από την ποσότητα του πάγου
στην ραχοκοκαλιά.
Επικρατούν ειδικές συνθήκες
σε ένα κρεβάτι
δύο άνθρωποι
ο ένας νυστάζει
o άλλος φοβάται
είναι τελείως ειδικές οι συνθήκες
οποιαδήποτε συνέχεια καταλύεται.
Είναι στ' αλήθεια παράξενο
πόσο είναι πάντα οι συνθήκες ειδικές
όταν δύο άνθρωποι,
σε ένα κρεβάτι,
ο ένας φοβάται
ο άλλος φοβάται.    


ΠΑΥΛΙΝΑ ΠΑΜΠΟΥΔΗ (8)


B' ΤΑ ΠΡΟΑΣΤΙΑ

Δευτέρα

Εγώ να φεύγω, είναι αργά.
Έγινα τελικά ένα μονοδιάστατο συναίσθημα.
Εσύ βυθίστηκες. Απλώνουν κύκλοι.
Κύκλοι φιλικοί, κύκλοι γύρω στα μάτια μου
Το παιχνίδι του ρολογιού,
Το χείλος του πηγαδιού,
Οι εποχές, το φοβισμένο ποντίκι τυλιγμένο
Στην ουρά του.
Τέλος πάντων, ένα σοφό σχήμα
Μια αναπόδραστη θέση. Τέλος πάντων, εγώ
Πρέπει, όπου να 'ναι, για πολύ να κοιμηθώ.

Α, καλά. Να κι η νύχτα με τα σκυλιά της
Με διασχίζει. Στην παράνομη περιοχή μου.
Η ερημιά δε, ανοίγεται ευφάνταστα
Σαν τη -χα- σαν την ουρά του παγωνιού.
Συνωστίζονται κιόλας
Τα πλάσματα από παγωνιά
Κρυστάλλινα, λαμπερά, πεντακάθαρα.
Θα μ' αγγίξουν να σπάσουν
Θα μιλήσω να σπάσουν.

Ακροβατώντας πάνω στις δύσκολες έννοιες
Των δέντρων και της μνήμης:
Τα δέντρα έχουν μια κίτρινη εξουθένωση.

Πρέπει, όπου να 'ναι, για πολύ να κοιμηθώ.

(Σχεδόν χωρίς προοπτική δυστυχήματος)


Ξανάρθε με κεφάλι λύκου

Ξανάρθε με κεφάλι λύκου
Ίδρωνε θειάφι, τον ήξερα καιρό.
Καληνύχτα, είπα. Το δέρμα μου
Είναι επώδυνο.
Με δυσκολεύει μια παλιά
Χειρονομία εγκαρτέρησης.
Πολύ είχα λυπήσει
Εκείνο με τα ραγίσματα κι έπρεπε να 'ρθεις.
Ένα σταχτί φίδι παλλόταν πάντα απ' την οροφή-
Το ξέρω, είπε.
Δεν έχει άλλο τίποτα να δεις
Απ' αυτή τη μεριά.
Όμως, κι η έχθρα για το πιο τίποτα
Δεν είναι πια επίκαιρη. Με χάιδεψε ήμερα.
Είδα ένα όνειρο με συχνούς
Αποκεφαλισμούς. Και μια χοάνη
Μεγάφωνα πουλιά αδειάζοντας
Στο χάος, να τρελαίνονται.
Ζήσε μια αναστολή ακόμα, είπε.

(Τα μωρά των αγγέλων άσπρα και τυφλά)


Ασφάλεια

Ευτυχώς, το σπίτι είναι πάντα εδώ.
Χτισμένο πάνω μου.
Ελίσσομαι με λαγνεία στα δωμάτια
Νηστικό, περιμένοντας.
Θα έρθουν επισκέψεις. Ή η καταστροφή
Ή το φθινόπωρο.


Κλειστό κύκλωμα

Τώρα τελευταία, συχνά, στον τοίχο
Τρέχει μια προβολή. Κόκκινη κι άγρια
Σπαστικά. Με διαλείψεις.
Φοβάμαι. Πρόκειται για το μέλλον μου
Που συντονίζεται σ' άλλη συχνότητα.
Φοβάμαι. Δε θα 'πρεπε να βλέπω, όμως
Ακόμα συμμετέχω. Φαίνεται, από λάθος,
Μ' έχουνε μόνο κατά διαστήματα
Αποσυνδέσει.

(Τα υστερόγραφα)


2
Νάνι νάνι, μη φοβάσαι μωρό μου. Είναι γενική δοκιμή. Αποστηθίζει
τα λόγια του. Κάνει θόρυβο. Κάνει πως κάτι κάνει. Νανουρίζεται.
Νάνι νάνι. (Θα πεθάνει. Τη νύχτα στον ύπνο του. Το πρωί
πάλι βήχοντας, θ' ανοίξει τα μάτια. Σε άλλη ζωή. Σε άλλη,
παράλληλη ζωή.)

Είναι κάτι
Που μόλις κοιμηθώ, ξυπνά.
Σηκώνεται, πάει στο μπάνιο, πέφτει απ' το παράθυρο,
Πληγώνεται στην άσφαλτο, ξανασηκώνεται,
Βιάζεται να προλάβει, παίρνει τον υπόγειο.
Χρόνια, τυφλά, παλινδρομεί
Σε μάταιη διαδρομή
Υπονομεύοντας ανεπανόρθωτα την πόλη.
Πάει άτα. Πάει στο σχολείο. Πάει στο γραφείο.
Πάει στο γιατρό. Πάει στο δικηγόρο.
Πάει στο διάβολο.
Γυρνάει.
Είναι κάτι που μόλις κοιμηθεί,
Ξυπνώ.

(Καρτ ποστάλ)


Max Ernst, Day and Night

Τότε μεγάλωσα ξανά και είπα:
Σα να 'ζησα κιόλας πολύ.
Σ' αναίτιες ζωές, σ' αλλόκοτες αιρέσεις.

Καιγόμουνα παντού. Καπνίζω ακόμα.
Με το πρόσωπο ωχρό απ' αυτά
Που δεν μπορώ να δω
Και με κοιτάνε.

Είχα μια πόρτα πρώτα.
Μετά, ένα παράθυρο.
Τώρα, καταπακτή.

Και το πηγάδι είμαι
Κι αυτό που σκύβει μέσα
Και τ' αντλούμενο

Κι αυτό που έρχεται
Να σπρώξει-
(...)

(Ο ένοικος)


η ιστορία (το μεσοδιάστημα) 3:

Οξυκόρυφα δέντρα κατά μήκος, μίκραιναν και μεγάλωναν,
παλινδρομώντας σαν έμβολα, κι αθόρυβα. Οι θόρυβοι, συ-
μπυκνωμένοι σε μια μάζα μαλλιαρή, παραμόνευαν στους
υπόνομους.
(Φυσικά η εικόνα ήταν ελλιπής, επειδή τίποτε δεν είχε
ξαναγραφτεί γι' αυτήν).
Άνοιξα το παράθυρο. Έπεσε μέσα φουρφουρίζοντας ένα
μεγάλο κομμάτι ξένου αέρα. Οι κουρτίνες απομακρύνθηκαν
ενοχλημένες, με τοπικές αναφλέξεις και συριστικά. Οι
θόρυβοι ελευθερώθηκαν. Το άνοιγμα γέμισε αμέσως
τριχοειδή, πλοκάμια ήχων και ριζόποδα. Έσκυψα αιφνιδιαστικά,
αλλά το τζάμι είχε την ετοιμότητα να συγκρατήσει το είδωλό μου
απ' το πλάι. Να τρέμει, μέχρι τα γόνατα κομμένο, στη βαθύτερη
επιθυμία του τζαμιού.
Κοιτάζοντας, άρχισε πάλι έξω η κυκλοφορία. Όλο αγωνία,
επειδή κανένας δεν μπορούσε να πάει πουθενά. Αρχίσανε
επίσης οι χρόνιες μετακομίσεις στα υπόγεια. Βαριές ψυχές
να σέρνονται, να χάνουν τα κομμάτια τους, ακόμα και συρτάρια
ολόκληρα με μυστικά ανώφελα.

(Ιστορία μιας ώρας σε πτυσσόμενο χρόνο)


Κορίτσι χωρίς μάτια, όλο μια σκιά.
Το φόρεμα θα 'ταν μεταξωτό.
Σκούρο, βαρύ μεταξωτό.
Όλο σσσς και ψιθυρισμούς.
Αμέτρητα κουμπάκια σιντεφένια
Απ' το λαιμό ως τον ποδόγυρο
(Τι κουμπωμένα μυστικά, τι σφίξιμο.
Άλλα κουμπάκια στα μποτίνια - δε διακρίνονται).

Ο κήπος θέλει να αναληφτεί.
Η φούστα θέλει ν' ανεμίσει, το κορίτσι αδρανεί
Στο αναπόδραστο.

Έντεκα έμβρυα πίσω απ' την φούστα την πολύπτυχη
Θα ζήσουν τα εννιά (δε διακρίνονται).
Θα παντρευτεί τον δολοφόνο της (δεν τον γνωρίζει).
Θα γίνει η άλλη μου γιαγιά (δε με γνωρίζει).

Μια σφαίρα στο λαιμό
Μια στην κοιλιά
Θα έχει ήδη ξεκινήσει απ' το μέλλον η τροχιά τους.
(Δε διακρίνεται).


Από τη συλλογή Το μάυρο άλμπουμ

Κυριακή, 18 Νοεμβρίου 2012

ΑΝΝΑ ΝΙΑΡΑΚΗ (7)

3 κύβοι ζάχαρης -πρωί
1 κύβος κνορ -μεσημέρι
1300 κυβικά -απόγευμα
1 κιβώτιο μπύρες -βράδυ
Μερικά κυβικά εκατοστά χώμα -αιωνιότητα















μετάθεση

Έστειλα τις ανάγκες μου για υιοθεσία.
Θα με ειδοποιήσουν είπαν όταν βρεθεί ο κατάλληλος.
Η αλήθεια είναι πως δε με νοιάζει και πολύ ποιος θα τις πάρει
αρκεί να αντέξει και να μην τις επιστρέψει.
Ειδικά αυτή την τελευταία που με έκανε να κυνηγάω χίμαιρες.
Αυτήν ήθελα να ξεφορτωθώ πιο πολύ απ' όλες.
Ίσως τώρα, ελεύθερη συνδρόμου εφικτής ουτοπίας
Να καταφέρω να κυνηγήσω κάποιον Κώστα, Γιώργο, Θανάση...

(από τη συλλογή Τετράδιο Πειραμάτων, εκδόσεις Χαραμάδα)


                      Κατά βάθος

Θέλω πολύ να ουρλιάξω
μιας δραχμής πόνο
στο στερέωμά σου

να αντισταθμίσω
την άνοιξη
το πένθος του χειμώνα
το αλλοπρόσαλλο
της συντριβής.

Καινούριος ήχος
στο αλφαβητάρι του φόβου
οι ανάσες μας.

Γεννιούνται καινούριες
εκδορές
στα φύλλα που στέκονται
γυμνά
στον άνεμο.

Η πτώση
Ω ναι! Αυτή.
Αυτή μας σώζει από τα ύψη.
Από τα βάθη δεν έχει ακόμα
ανακαλυφθεί σωτήρας.


                     Ευχές

Η μέρα ξημέρωσε με πολλαπλά πρόσωπα
τα πολλαπλά της πρόσωπα.
Σε κανένα δεν αναγνωρίζω
τα χαρακτηριστικά μου.
Φωνές που χτυπούν στους τοίχους
επιστρέφουν στο στόμα μου.

Εισπνοή -εκπνοή -εισπνοή -εκπνοή

Θλίψεις με πλατύγυρα καπέλα περνούν έξω
απ' το παράθυρο. Οι σκιές τους
κατηφορίζουν ξοπίσω.

Δεξί -αριστερό -δεξί -αριστερό.

Στο κλάσμα του φόβου ο παρανομαστής
συρρικνώνεται.

Απ' το πρωί χιονίζει νεκρούς
μες στο δωμάτιο.
Τους κερνάω κονιάκ με παγωμένα δάχτυλα
και γελάω με την όψη τους.
Είμαι πιο χλωμή κι απ' το χιόνι.

Πιο παγωμένη.
Το μπουκάλι αδειάζει χωρίς να πίνω.
Το δωμάτιο γεμίζει χωρίς να μπαίνει κανείς.

Κάπου στο βάθος
ένα σαξόφωνο παίζει το let's get lost.

Σκορπάω ευχές στο πάτωμα
που αμέσως πραγματοποιούνται.

Ας χαθούμε επιτέλους.


                      Liberty

Όρθια, στην αποβάθρα
σήκωσα το χέρι μου
γνέφοντας ασυναίσθητα
στο άπειρο.

Μέσα μου, νοερά,
αποχαιρετούσα
όλα τα ποιήματα
που ξέφυγαν από μένα.

Ακόμα λίγο

Η νύχτα ξεχείλωσε.
Τραβάει προς το φως με κουτσό βήμα.

Δεν λέει να ξημερώσει απόψε.
Σαν όλα, εκτός από τα μάτια μου, να
Διψούν για λίγο πένθος ακόμα.


                 Βεβαιότητες

Εκεί κρύβεται
-το ξέρω-
στης νύχτας το γαλάζιο βλέφαρο,

το τέρας που ξορκίζω
με αϋπνίες

εκεί κρύβεται
-το ξέρω-
στης άνοιξης το στρίφωμα,

το μέσα φως μου
που
αρνείται να δεχτεί
τη βεβαιότητα-

ή έστω πιθανότητα-

να σβήσει.


             Σχετικότητες

Αφετηρία εσύ, μου είπαν
κι εγώ είπα το τέλος.
Μέγα μέγεθος σε θεωρούν
εγώ, το απόλυτο μηδέν.

Δε σε έχουν συναντήσει
παρά μονάχα σε βιβλία
και διδασκαλίες μυστικιστικές.
Δε ρώτησαν κι εμένα
που ένα πρωί μου χτύπησες
την πόρτα κι είπες

-χαιρέτα τον πατέρα σου
φεύγουμε σήμερα ταξίδι.

(από τη συλλογή Το μερίδιο των αγγέλων, αυτοέκδοση

http://www.scribd.com/doc/91793206/%CE%86%CE%BD%CE%BD%CE%B1-%CE%9D%CE%B9%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%BA%CE%B7-%CE%A4%CE%BF-%CE%9C%CE%B5%CF%81%CE%AF%CE%B4%CE%B9%CE%BF-%CF%84%CF%89%CE%BD-%CE%91%CE%B3%CE%B3%CE%AD%CE%BB%CF%89%CE%BD

ΤΗΛΕΜΑΧΟΣ ΤΣΑΡΔΑΚΑΣ (6)

                       
                                        Ο ΒΑΛΤΟΣ ΚΑΤΩ ΑΠ" ΤΟ ΚΡΕΒΑΤΙ

Κάτω απ' το κρεβάτι μου είν' ένας βάλτος
που δεν ξεραίνεται ποτέ.
Δεν τον φτάνει η βροχή.
Ούτε έχει διαρροή κανένας σωλήνας.
Ούτε του τοίχου η υγρασία φτάνει ως εκεί.
Όμως δεν ξεραίνεται ποτέ ο βάλτος αυτός.
Τα έντομα και τα ερπετά των γειτόνων μαζεύονται γύρω του.
Η βλάστηση αγριεύει κάτω απ' το κρεβάτι μου
κι αρχίζω να φοβάμαι
πως ίσως είμαι εγώ ο υπαίτιος
πως ίσως είναι η ψυχή μου που κάθε νύχτα στάζει

και σιγά σιγά στερεύει.


                                      Η ΑΥΛΗ

Ξυπνάω αγκαλιά με ένα γεμάτο όπλο.
Έξω στην αυλή παίζουν φωνάζοντας και γελώντας
οι υψηλοί μου στόχοι
τα μεγαλεπήβολα σχέδια
τα όνειρα τα αδιαπραγμάτευτα.
Μικρά παιδάκια ακόμα
παίζουν τα μήλα και το κουτσό.
Σκαρφαλώνουν στο δέντρο.
Είναι ένα απόγευμα απροετοίμαστο για τόσο πολύ κόκκινο.

(Για κάτι τέτοια εγκλήματα οι ποινές είναι πολύ βαριές
κι απ' ότι ακούω

σε καθαρίζουν συνήθως οι συγκρατούμενοί σου...)


                               ΤΟ ΤΑΒΑΝΙ

Θα τρυπήσω μια νύχτα το ταβάνι.
Πριν χαράξει τα πουλιά θα κελαηδούνε.
Το φεγγάρι θα δύει.
Τα φανάρια στους δρόμους θ' αναβοσβήνουν άσκοπα.
Το δέντρο θα συνεχίζει τη σιωπηλή του ανάπτυξη.
Θ' ακούω τους ήχους των αναφιλητών σου ακόμα
και θα πετάξω ψηλά.
Ένα χέρι αγγέλου θα με κρατά στοργικά.

Ω! Τότε θα ζήσω
     Τότε θα ζήσω

μέσα σ' ένα τόσο ωραίο ποίημα!


                       ΟΥΙΣΚΙ ΙΔΙΟ ΜΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ

Το χρώμα του σκοτσέζικου ουίσκι στο ποτήρι
ίδιο με τα μάτια σου.
Κοντά κοντά στριμωγμένοι οι δυο μας στο μπαρ
σαν δυο παράλληλες ευθείες,
σαν σίδερα ενός κλουβιού διπλανά.

Είμαστε καταδικασμένοι να μη συναντηθούμε ποτέ
εκτός κι αν κάτι
αρκετά δυνατό κι αρκετά φυλακισμένο

μας λυγίσει για να δραπετεύσει από μέσα μας.


                                       ΠΛΗΓΜΑ

Καλοί ήταν οι πόνοι μας πρέπει να πω.
Κι οι στεναχώριες μας
φιλήσυχες.
Ποτέ δεν έκαναν κάποια μεγάλη έκρηξη.
Είχανε δευτερεύοντα ρόλο.
Απαρατήρητες περνούσαν.

Πώς μας γονάτισαν; Πώς μας τσάκισαν έτσι;
Δεν τις είδα να έρχονται.

Δεν τις είχα ικανές για τέτοιο πλήγμα.


                          ΠΕΤΩ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ

Πετώ την καρδιά μου στο χάρτινο πιάτο
μαζί με τα κοτόπουλα και τις πατάτες.
Δε θα μου χρειαστεί στο κοντινό μέλλον
αυτή η χαλασμένη πυξίδα.

Γύρω μου ένας άγνωστος κόσμος.
Ανακοινώσεις αναχωρήσεων και σπαραχτικές αγκαλιές.
Παίρνω μια βαθιά ανάσα κι έρχομαι να σε βρω
μωρό μου
μ' ένα μαχαίρι στην τσέπη κοφτερό.

Πριν μπω στο τρένο σου αγόρασα δυο σοκολάτες
έτσι για να μην έρθω με άδεια χέρια,

έτσι για να μην καταλάβεις το θάνατο.


(από τη συλλογή  Το σκοτεινό αγγελάκι και το δέντρο)

ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ : ΠΛΗΓΕΣ

ΟΜΟΝΟΙΑ
Άνθρωποι με αφηνιασμένα βλέμματα
φωνές αλλόκοτες
βαθιά πληγωμένες.


Είναι κάτι βράδια ναυάγια
(όλο απόγνωση και τρέλα)
που ούτε το φως του πρωινού
δεν ξέρει πώς να τα γιατρέψει.


Δυο διαθέσεις
δυο βάσανα.
Το ένα παλεύει να ξεσκίσει το άλλο.
Κάπου εκεί υπάρχω κι εγώ.
Στο ενδιάμεσο,
στο κενό.


Κι αυτή η μέρα πέρασε.
Μέτρησα την αξία της με την ομορφιά της ανατολής.
Χωρίς αναστολές την απέρριψα
αδημονώντας για το πρωινό φως.


(Ασημίνα Ξηρογιάννη, Πληγές)

ΔΗΜΗΤΡΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ (7)

            Οι ρίζες


Όλα όσα διδαχτήκαμε συγκλίνουν:
Εχθροί του νερού και του χώματος.
Αμαθείς, εμπαθείς, πληγωμένοι.
Βγαλμένοι από 'να κόκκινο πανί
που ποιος ξέρει τι τυλίξανε μέσα.



    Δροσιά περνούσε από τα μέρη μας...

...όταν οι μικροσκοπικές ανυπόμονες
Ξεμύτισαν από κουτιά και ντουλάπια
Και σέρνοντας τα σαλιγκάρια στον όλεθρο
Άνοιξαν τις περιττές τους ομπρέλες.
Δεν κλαίω ζούδια και καβούκια
Μα τέτοια κοσμοσυρροή δεσποινίδων
Κρυμμένων στα νοικοκυριά...


                          Ο ορισμός της πατρίδας


Είναι τα απάνθρωπα γεράματα. Είναι η θρυλική επιστήμη. Είναι η τρυφερότης του κράτους και οι αιμοδιψείς του λειτουργοί. Είναι το απόγευμα αυτό στο μελάνι, αυτό το στόμα στο βούτυρο, το σιδερένιο μου κεφάλι και η παχουλή μου καρδιά. Είμαι εγώ στο προσκήνιο ως νεαρή ηρωίδα, ως ο καλαίσθητος χριστιανισμός, ως πιστωτής ψηφοφόρος, ως στυγερό κοινοβούλιο. Είναι ο οίνος που αφρίζει, η αλοιφή που σερβίρεται και η φωτιά που ξεμαλλιάζει. Είναι η πρωτεύουσα στο πάλκο, είναι ο εκλεγμένος σκύλος, είναι το διεθνές χειροκρότημα. Είναι ο πασάς ελεήμων, η θεότης η αθλητική, είναι η καριέρα των μουσών, τα δάση με κρανίο και πάγκρεας, η ποθητή αστυνομία. Δεν είναι το αληθινό αρχιπέλαγος, δεν είναι καν η πράσινη θάλασσα, δεν είναι η παραμικρή πιθανότης. Μα κυρίως δεν είναι για χόρταση, ο πατριώτης να μασάει αργά.


                      Το αποτύπωμα


Γράφουν με το αίμα τους αλλά και μ' ένα πινέλο
Στους τοίχους οι αδικημένοι άνθρωποι.
Έχουν και εργαλείο και αλφάβητο
Αλλά ποτέ αρκετό αίμα.

Πώς μένουν αποσβολωμένοι, συντρίμμια,
Όταν τους περισσεύουν τα λόγια
Ενώ αδειάζει ο κουβάς
Μέχρι σταγόνα...

Του δίνουν μια και τον πετάνε τότε
Τον άχρηστο κουβά, το τομάρι τους.
Τι να κηδέψεις τώρα;
Τα πινέλα;

Και μένουν άφθαρτα αυτά και συσσωρεύονται
Ένα βουνό, ένας τύμβος από βούρτσες.
Το μνήμα της ξεραμένης βαφής.


Robert Rauschenberg




            Πώς σώθηκε ο Νάρκισσος

Οι μελαγχολικοί μου στίχοι...
Τα ταφταδένια μου φτερά...
Το θρόισμα της ύπαρξής μου...
Μα πιο πολύ μες στο νερό ολοκάθαρα
Η μακριά σουβλερή μου μύτη.


 (Πώς αυτοκτονούν οι Ασσύριοι)



Μη μου κοιμάσαι, αρνάκι του δειλού.
Μή μου ντρέπεσαι, πάτημα του πόνου.
Όταν φυσούσε μέσα μας ο Θεός
(Γέρικοι πνεύμονες, μπορεί και φθίση πλήξης...),
Ε, τι να γίνει, πήραμε όλοι από λίγο.


ΙΣΤΟΡΙΟΥΛΑ ΓΙΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

Ας χαρούμε που το ακούμε: Είναι φως!
Σέρνει στο χώμα το βαρύ παλτό του.
Αδυνάτισε. Είναι πολύ κουρασμένο.
Μπορεί και να μη φτάσει ως τις μέρες μας.

Ναι βέβαια, δε βοηθούν οι ψευδαισθήσεις.
Μόνο μελαγχολία φέρνει πια το Ευαγγέλιο.
Αλλά αν παραπατάει ένα φανάρι εκεί κάτω
και δεν χαρούμε που το ακούσαμε και πέσει;

O τρόμος ως απλή μηχανή

ΧΑΡΗΣ ΒΛΑΒΙΑΝΟΣ : ΣΟΝΕΤΑ ΤΗΣ ΣΥΜΦΟΡΑΣ : 67

Πλήττεις. Όλο και πιο πολύ. Όλο και συχνότερα.
Διαβάζεις ό,τι τύχει και πέσει στα χέρια σου μήπως και ξεχαστείς λιγάκι:
πιάνεις το De pictura sacra. Ούτε την εισαγωγή δε μπορείς να ολοκληρώσεις.
Στα είκοσι μπορεί ο φανατισμός του Μπορρομέο να σε διασκέδαζε
τώρα όμως τον βρίσκεις αποκρουστικό.
Στην κατάσταση που βρίσκεσαι, οι κανόνες της ορθής αγιογραφίας σε μάραναν.
Ο Ερμαφρόδιτος του Μπεκαντέλλι έχει όντως κάποιο ενδιαφέρον,
αλλά ο Μαρτιάλης είναι πιο ευφάνταστος απ' αυτό το "διαμάντι του βούρκου".
Αρχίζεις να ξεφυλλίζεις το βιβλίο του Florentius Musicus.
Έξυπνα τα σχόλια, ωραίες οι εικονογραφήσεις, άξιος ο καρδινάλιος Σφόρτσα
αλλά σήμερα είναι Τρίτη, 10 Αυγούστου του 2010, κι εσύ βρίσκεσαι στην Τήνο,
όχι στο Μιλάνο του Quattrocento, και η καρδιά σου είναι βαριά σαν πέτρα
και θα 'θελες κάποιος να την πιάσει στα χέρια του και να την πετάξει
στη θάλασσα, να πάει κατευθείαν στον πάτο. Τώρα.

(από τα Σονέτα της Συμφοράς)

ΕΥΓΕΝΙΟΣ ΑΡΑΝΙΤΣΗΣ : Η προστασία της Μεσογείου 011

οι πιο απίθανες συγκρίσεις ας φωτίσουν την απόσυρση των προσώπων
μας στο νεκρικό

δωματιάκι, συνοδευόμαστε

από το όνειρο της κατοίκησης όλων των κοίλων αντικειμένων της
κτίσεως.

Δωματιάκι. Συνοδευόμαστε.


ISBN 010100

α πα πα, άντρωπο ξοντεύει, ζυνολικά, τέζερα κρόνια ζωήζ πηγκαίνο-
ερκόμενο από ζπίτι ζε ντουλειά, ντύο κρόνια περιμένει ανάψει πράζι-
νο ζε ντιαζτάυρωζη. ένα ολόκληρο κρόνο ζτέκεται

το

άντρωπο

εμπροζτά ζε νιπτήρα. και φυζικά, μην το ξεκάζω, άντρωπο ντημιουρ-
γκει αντίγκραφα πραγκμάτων και εαυτού του γκια να ξορκίζει το

τάνατοζ.


(από τη συλλογή Καλοκαίρι σε σκληρό δίσκο)

ΤΖΕΝΗ ΜΑΣΤΟΡΑΚΗ : Μαθαίνουμε να διαβάζουμε...

Μαθαίνουμε να διαβάζουμε συλλαβιστά
τις μεγάλες κραυγές.
Αγγίζουμε
αποκαθιστώντας τις αισθήσεις
στο ακέραιο.
Τώρα πια ξέρουμε
πώς τα μήλα στα καφάσια
έχουνε τη δική τους λάμψη
και τα φτηνά παπούτσια
στα υπόγεια της Αιόλου
συνθέτουν βουβά το εμβατήριο
όλων των λαών της γης.

Τοιχογραφία

Ο άνθρωπος των σπηλαίων
εμβαθύνει στη γεωμετρία των ταράνδων.
Το κυνήγι τελειώνει
μ' ένα επικίνδυνο κεραμιδί
κι ο σπασμός του ζώου
ένα μελανό περίγραμμα
στο σχήμα της απορίας.
Αυτή η αναζήτηση
δεν παίρνει τέλος.

(από τη συλλογή Διόδια)

ΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ : ΤΕΛΟΣ

Τώρα που βρήκα πια μιαν αγκαλιά
καλύτερη κι απ' ό,τι λαχταρούσα
τώρα που μου 'ρθαν όλα όπως τα 'θελα
κι αρχίζω να βολεύομαι μες στην κρυφή χαρά μου,
νιώθω πως κάτι μέσα μου σαπίζει.


Ο,ΤΙ ΚΟΡΟΪΔΕΥΑ

Δεν έχω πια δικαίωμα να κλαίγομαι
τώρα που χόρτασα κι εγώ ψωμί κι αγάπη.
Οι στερημένοι δεν είναι πια αδέλφια μου,
οι πεινασμένοι δε μ' έχουν για δικό τους,
κι ούτε με ξελασπώνει που ταράζομαι
σαν τύχει κι αντικρίσω τη ματιά τους.


( από τη συλλογή Ανυπεράσπιστος καημός)

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ : ΠΡΟΣΧΕΔΙΟ ΔΟΚΙΜΙΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ

Οι τσαγκαράδες να φτιάχνουν όπως πάντα γερά παπούτσια
Οι εκπαιδευτικοί να συμμορφώνονται με το αναλυτικό πρόγραμμα
                                                      του Υπουργείου
Οι τροχονόμοι να σημειώνουν με σχολαστικότητα τις παραβάσεις
Οι εφοπλιστές να καθελκύουν διαρκώς νέα σκάφη
Οι καταστηματάρχες να ανοίγουν και να κλείνουν
                            σύμφωνα με το εκάστοτε ωράριο
Οι εργάτες να συμβάλλουν ευσυνείδητα στην άνοδο
                        του επιπέδου παραγωγής
Οι αγρότες να συμβάλλουν ευσυνείδητα στην κά-
                           θοδο του επιπέδου καταναλώσεως
Οι φοιτητές να μιμούνται τους δασκάλους τους και
                να μην πολιτικολογούν
Οι ποδοσφαιριστές να μη δωροδοκούνται πέραν ενός
                                λογικού ορίου
Οι δικαστές να κρίνουν κατά συνείδησιν και εκτάκτως
                                μόνον, κατ' επιταγήν
Ο τύπος να μη γράφει ό, τι πιθανόν να εμβάλλει εις
                         ανησυχίαν τους φορτοεκφορτωτάς
Οι ποιητές όπως πάντα να γράφουν ωραία ποιήματα.

(από τη συλλογή Ο Στόχος)

Ζωή Καρέλλη : Υπαρκτικά, IV

Τόσο είναι το πάθος μου της ζωής
που θα μπορούσα να πεθάνω.

Τόσο ζω που καταλαβαίνω
πόσο πεθαίνω.

Τόση είναι η ζωή μου
που με πεθαίνει.

Τόσο μπορώ να ζήσω
που μπορώ ν' αδιαφορήσω αν ζω.

Τόσο ζητώ να ζήσω
που δεν αντέχω να ζω.


(από τη συλλογή: Το Πλοίο)

Κλείτος Κύρου : Εκτοπίσεις

Στη θάλασσα
Όγκους νερού μετατοπίζει
Στον ύπνο του
Όγκους ατμόσφαιρας
Όταν ανοίγει τα τρομερά του μάτια
Συνεχώς εκτοπίζει χώρους
Μέσα στο χώρο
           άνθρωποι
           όνειρα
           μικροί θρόνοι

Τα λαίμαργα χέρια θα ηρεμούν
Μοιραία
Όταν θα εκτοπίζει
Χωμάτινους όγκους

(από τη συλλογή  Κλειδάριθμοι)

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ: (7)

                                        Η δίκη του αιώνος

Σας παρακαλώ αφήστε με να περάσω, είμαι ο μοναδικός
                     μάρτυς σ' αυτή τη δίκη,
πρόκειται για το εγκλημα του αιώνος. Βέβαια, όλα αυτά
      είναι υπερβολές της φαντασίας μου -
πώς αλλιώς να δικαιώσω την ύπαρξή  μου σ' έναν ακατανόητο
                                                                             κόσμο.
Συνήθως τις περισσότερες ώρες μου τις περνώ στο ζωολογικό κήπο
και σκέφτομαι πράγματα τόσο θλιβερά, που τα ζώα γρυλλίζουν
                                                         φοβισμένα -
τέλος, βγάζω το περίστροφό μου, το ακουμπώ στο μέτωπό
                                   μου και πυροβολώ
αλλά μ' έχουν ξεχάσει κι οι σφαίρες μου φεύγουν προς
                                τον ουρανό -

όπως θα φύγω κάποτε κι εγώ λυπημένος, χωρίς να μάθω
                  ποτέ ποιος είμαι.

(από το Μικρό βιβλίο για μεγάλα όνειρα)
                          

                                     Γέγραπται...

Περπατούσαμε φλυαρώντας μες στη μεγάλη φωτισμένη
   νύχτα,
όταν θέλοντας, για μια στιγμή, να φτιάξεις τα μαλλιά σου
σταμάτησες και κοιτάχτηκες σε μια βιτρίνα.
Ήταν ένα γραφείο κηδειών. Γελάσαμε.

Κι όμως, μένει για πάντα πια από τότε πάνω στα μαλλιά σου
αυτή η ωχρή, αμείλιχτη ανταύγεια απ' τα παλιά,
     πολυκαιρισμένα φέρετρα.


                                         Ποίημα

Θυμάμαι όταν βγήκα απ' τη φυλακή. Το κουρεμένο κεφάλι
μου στρογγυλό και άδειο σαν την υδρόγειο. "Όχι, δεν πεινάω"
έλεγα στους φίλους που με προσκαλούσαν στο τραπέζι
τους, ενώ την ίδια ώρα, άρπαζα κρυφά μια φούχτα κόλλυβα,
απόνα πιάτο ακουμπισμένο στη ραπτομηχανή. Που βέβαια,
τα 'τρωγα ύστερα, στην τουαλέτα. Έτσι χόρτασα τη ζωή μου:
με νεκρούς, ταπεινώσεις, ποιήματα, χρονολογίες από παλιές
καταστροφές κι οράματα από αυριανές επαναστάσεις. Και
συχνά, για να εκδικηθώ τους άλλους, που 'χαν τη βλακεία να
πιστεύουνε σε μένα, έκανα διάφορες ποταπότητες και προστυχιές:
δεν επέστρεφα τα χρέη μου, έκλαιγα μπροστά τους ή μιλούσα
ατέλειωτα στις κομματικές συγκεντρώσεις. Γιατί αλήθεια,
ξέχασα να πω, ότι από καιρό τώρα ήμουνα δοσμένος
σε μια μεγάλη υπόθεση -τόσο μεγάλη, θε μου, που
να 'χει τόπο ακόμα και για τους πιο ηλίθιους. Δε μπορώ
όμως να μην ομολογήσω, πως οι άνθρωποι μου πρόσφεραν
πολλά: απιστίες οι γυναίκες, συμβουλές οι τρελοί, απίθανα
όνειρα οι σύντροφοι, κάπως βέβαια όλα αυτά φθαρμένα απ' τη
χρήση και το χρόνο. Μα η απληστία μου, σαν ένα πελώριο
κύμα, τα 'λουζε όλα, και τα ξανάβρισκα σαν μόλις κομμένα
από τον κόρφο του Θεού. Κι οι μέρες μου, θριαμβευτικές,
στήριζαν τον υπέροχο, στέρεο αγκώνα τους πάνω στο νερό
της ματαιότητας. Τέλος, για να μην τα πολυλογώ, αφού έζησα
όλο το μαρτύριο της ελπίδας, έφτασα στο πιο απάνθρωπο
έγκλημα: να πιστέψω στους ανθρώπους.

Τότε λοιπόν, γιατί απαγορεύεται σ' έναν επαναστάτη, ν'
αυτοκτονήσει.


                                   Επιτύμβιο

Εδώ σ' αυτό το μνήμα κείται κάποιος
που ο φόβος οι άλλοι τι θα πουν κι η ματαιοδοξία ν' αρέσει
τόσο του κλέψανε ό,τι είχε πιο δικό του
ώστε, σχεδόν, δεν κείται εδώ κανείς.

                              
                             Γένεσις (έκδοση γ')

Στην αρχή ήταν το χάος.
Μετά γεννήθηκα εγώ μονάχος, σ' έναν κόσμο ραγισμένο
μ' έναν κουρελιασμένο Θεό που γύριζε από πόρτα σε πόρτα
ζητιανεύοντας την ύπαρξή του.
Ύστερα γίναμε ξαφνικά δυο
φιληθήκαμε
κι άρχισε να σκοτώνει ο ένας τον άλλο.


                             Ήδη όζει...

Αφήστε με, παρακαλώ, μια στιγμή να περάσω. Θα 'μαι
    σύντομος
όπως όλοι οι αληθινά μεγάλοι. Δε με ξέρετε;
Είμαι, λοιπόν, εγώ που φώναξα πριν τόσες χιλιάδες χρόνια
εκείνο το ασύγκριτο, μάταιο "νενικήκαμε".
Εγώ που πρόδωσα τους Έλληνες σ' όλες τις μάχες, και
     τους Πέρσες
σ' όλη την αιωνιότητα. Ακριβώς, το μαντέψατε: είμαι ο
    Λάζαρος.
Εγώ που μου φωνάξανε μια νύχτα, τέσσερις μέρες νεκρός:
Λάζαρε, βγες έξω. Κι ενώ ήξερα πως κανείς δε μπορούσε
    να μ' αναστήσει,
συμπόνεσα τόσο την ανθρώπινη ευπιστία
που σηκώθηκα.


                           Συναντήσεις

Συνάντησα τον Χριστόφορο Κολόμβο ένα βράδυ που γύριζα
μεθυσμένος στους δρόμους της γριας Ευρώπης.
-Χριστόφορε, γιατί έτσι λυπημένος; ρώτησα. Μα εκείνος,
δίχως ν' απαντήσει, δρασκέλισε το κατώφλι του μπαρ και
τράβηξε για τον Ωκεανό.
Ύστερα, τις βρώμικες νικημένες νύχτες του 1950, καθώς
έπινα φτηνό κονιάκ, μπήκε κουρασμένος ένας παλιός
σύντροφος, ρακένδυτος και συφοριασμένος.
-Χριστόφορε, γιατί έτσι λυπημένος; ξαναφώναξα. Μα
εκείνος πάλι δεν απάντησε. Άδειασε μονορούφι το ποτήρι
του και χάθηκε μες στο σκοτάδι.

Η ίδια σκηνή, μετά από χρόνια και χρόνια, μ' άλλα πρόσωπα,
σ' ένα άλλο μπαρ. Μονάχα το όνομα ήταν το ίδιο. Και η
    απελπισία η ίδια.

Κι ο Ωκεανός πέρα -ο ίδιος.

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ : 4 ΠΟΙΗΜΑΤΑ

                    Η ΚΗΛΙΔΑ

Καθώς ξύπναγα το πρωί έβηξα
και βγήκε από το στόμα μου
μια μεγάλη κηλίδα αίμα.
-Τι λοιπόν, αρχίσαμε πάλι τα παλιά;
αναρωτήθηκα.
Όταν όμως κοίταξα καλύτερα
είδα ότι δεν ήταν κηλίδα
αίμα, αλλά ένα κατακόκκινο
λουλούδι που ανοιγόκλεινε
και παραμιλούσε


                                               Ο ΜΑΥΡΟΣ ΚΟΚΟΡΑΣ

Γέλασε
ο μάυρος κόκορας
όταν του είπαν
πως θα τον σφάξουν
όταν όμως ήρθε η ώρα
η κακιά η ώρα
έκλαψε ο μαύρος κόκορας
έκλαψε ο μάυρος κόκορας


               

             ΤΑ ΝΑΥΑΓΙΑ

Μακριά στον ορίζοντα γίνεται
ένα ναυάγιο¨ είναι πολύ μακριά
και δε γνωρίζουμε τους πνιγμένους,
τους φίλους και τους συγγενείς που
τους θρηνούν.
Αλλά κι εδώ κοντά γίνεται ένα άλλο
ναυάγιο, κι αλίμονο, ξέρουμε
τους πνιγμένους, καθώς και τους
φίλους και συγγενείς που τους θρηνούν.


                Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

Καθώς γύριζα σπίτι μου χτες τα μεσάνυχτα
συναντήθηκα με τον Διάβολο.
- Πώς από δω; τον ρώτησα.
- Έχω να πάρω δυο τρεις ψυχές
κάπου κοντά, μου απάντησε.
Και καθώς διάκρινε μιαν ακαθόριστη
έκφραση στο πρόσωπό μου...
- Μην ανησυχείς, δεν ήρθε ακόμα
η σειρά σου, έχεις ακόμα καιρό
για να ταλαιπωρηθείς πάνω
σ' αυτή την απαίσια γη.
Και λέγοντας αυτά, εξαφανίστηκε.

Τώρα, δεν ξέρω αν πρέπει να χαρώ
ή να λυπηθώ με τα λόγια του.

(από τη συλλογή: Ανάποδα γυρίσαν τα ρολόγια, 1998)


ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ (4)

                                     ΜΟΝΟΚΟΝΤΥΛΙΕΣ

Εύκολα περιγράφομαι και λύνομαι
με μονοκοντυλιές.
Δεν είναι βαρετό αυτό
τις χειμωνιάτικες βραδιές.

Τραβήξτε πρώτα μια στερεά,
μπηγμένη κατακόρυφα.
Αυτή θα 'ναι η πίστη μου.
Μιαν άλλη αμέσως από απέναντι
βυθίστε την στο κέντρο της σχεδόν,
κατάλληλα έτσι
να μοιάζει η πρώτη κλονισμένη.
Βάλτε μεγάλες πλάι σε μικρές,
αχνές σε τονισμένες δίπλα
να δείχνουνε τις τάσεις μου.
Φροντίστε αυτές να μην τελειώνουνε ποτέ
γιατί θα συντομέψετε άσχημα τη λύση μου.
Πετάξτε σκόρπιες μερικές
αλλά σ' απίθανη κατεύθυνση,
τις αντιφάσεις μου.
Δύο μεγάλες κεντρικές προσθέστε
με του μοιραίου το χάσμα ανάμεσά τους.

Τώρα με το μολύβι
(ή με τη φαντασία σας)
φροντίστε πάνω από αυτά
μια καταχνιά να κάθεται,
γιατί με σκέτη μονοκοντυλιά
η θλίψη μου δεν περιγράφεται.

(Έρεβος, 1956)


                                     ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Μόνη, εντελώς μόνη,
περπατώ στο δρόμο
και πέφτω πάνω σε μεγάλα γεγονότα:
Ο ήλιος σαν επειγόντως να εκλήθη από τη Δύση
αφήνοντας ημιτελές το δειλινό...

Σε λίγο η νύχτα,
κρατώντας τους αμφορείς του μυστηρίου,
των ιδιοτήτων της επαίρετο
όταν στο ρεμβώδες μάτι της, το φεγγάρι,
ένα απρόσεχτο λαθραίο σύννεφο, πάτησε
και την τύφλωσε.

Του ατυχήματος τούτου
επωφελήθηκε
κάποιος παράξενος κατάσκοπος
-το μεσονύχτιο υποπτεύονται-
το σύμπαν πυροβόλησε
και το άφησε ακίνητο.

Μετά από τέτοια γεγονότα,
το γεγονός πως είμαι πάλι μόνη
παρελείφθη.

(Ερήμην, 1958)


                              ΑΘΩΟ ΤΟ ΑΝΑΠΟΔΕΙΚΤΟ

Κύριε, γνωρίζω
σκαμμένους δρομους ξανασκάβω
πριν από μένα έσκυψαν βαθύτερα
πολλές εξερευνήτριες αγωνίες.
Ακλόνητη η βασιλεία του αναπόδεικτου
(μεγάλος συκοφάντης σου μα και υποστηρικτής σου).

Ψάχνω μήπως η πίστη μας σ' εξώθησε να γευτείς
το χυμώδες αξίωμα του Υπαίτιου
για ν' αποδυναμώσει κάπως το Ανεξήγητο.

Ενεπλάκης ή όχι στης παντοδυναμίας το ολίσθημα
πάντως μένει γραμμένο στα παμπάλαια
αυθεντικά ευαγγέλια του τρόμου μας τι αμοιβή
υπέρογκη ζητάς για την αθανασία σου:
τη θνητότητά μας
(μεγάλος συκοφάντης σου μα και υποστηρικτής σου).
Θέλεις εσύ να είσαι ο εκβραχιστής
της σφηνωμένης μας αγάπης
για τη ζωή που ήταν όπως λες έμπνευση δική σου.

Άραγε τι τον θες το θάνατό μας
να σου φυλάει τι δεμένος έξω απ' τ' όνομά σου,
τί που φοβάσαι μην στο κλέψει η νόησή μας.
Με ποιο μέσο ερχόμαστε στον κόσμο
δε φαίνεται να σε πολυσκοτίζει
το αναθέτεις σε πλανόδιες αιτίες.

Άλλους μας φέρνει ένα φιλί
στο κρύο μέτωπο της πλήξης, μερικούς
μας ξετρυπώνει ο έρωτας κρυμμένους
στα βάθη των κινδύνων του να σβήσει,
άλλων μια μνήμη είναι ο κομιστής
κι όλους μαζί θαρρείς πως μας γεννά
ο τρόμος του θανάτου.

Σκάβω μήπως δεν είσαι τόσο άθεος.
Μη στάθηκες κι εσύ πρόωρος αισιόδοξος σαν όλους:
έπλασες τον κόσμο πριν χρειαστεί να κλάψεις.

Λίγο σε αθωώνει αυτή η σκέψη.
Όπως αθωώνει προς στιγμήν το φεγγάρι
μόλις φανεί
την τόση σκοτεινότητα τριγύρω.
Σχεδόν την εξυμνεί.

(Χαίρε ποτέ, 1988)

                                ΜΑΣ ΑΓΑΠΗΣΑΝ

Τις προάλλες που ήταν παγωνιά πεισματωμένη
κι είχε μια μαγκουφιά σπιούνου το απόγευμα
ένα πουλί όλο όλο μέσα σε τόσο χέρσο ύψος
ισορροπώντας σε καλώδιο τρεμουλιάρικης
τηλεπικοινωνίας ράμφιζε παραισθητικά τη λάμπα
του σβηστού ακόμα δρόμου σα να ήτανε τροφή.

Μακάρι να νομίζει ότι χόρτασε.

Να νομίζουμε. Πάση θυσία. Ούτε στιγμή
να ξέρουμε.
Να νομίζουμε. Είναι το μόνο ράμφος που νοιάζεται
να εξευρίσκει την τροφή της αντοχής μας.
Και πλέον ασφαλείς χτίζουμε σπίτια άμιλλα
αυτοκίνητα πρόοδο φθόνους ουρανοξύστες
υπερταχείες αρρωστιες ταξίδια σε άγνωστα
ευημερούντα λάθη.

Τόσο πολύ νομίζουμε ώστε
οσάκις πίνουμε καφέ συλλογισμένον
παρέα μ' εκείνη την κακόκεφη υπενθύμιση
πως είναι η ζωή συντομοτάτη
να νιώθουμε μια λύπηση τόσο αφ' υψηλού
μία συμπόνοια τόσο φευγαλέα
γι' αυτή τη συντομία
σα ν' αφορά ξένη ζωή και όχι τη δική μας.

Να νομίζουμε. Να νομίζουμε πάση θυσία. Αλλιώς
δε μας αγάπησε κανείς.


Όχι όχι ουδ' επί στιγμή να νομίζουμε
πως ούτε εμείς ποτέ μας αγαπήσαμε.
Όχι. Τετοιαν ισοπαλία θλιβερή
δε θέλει να φέρει η παραίσθηση.




Χίλιες φορές να νικηθεί.

( Η εφηβεία της λήθης, 1994)

ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ: ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΟΙΔΙΠΟΔΑ

Θέλησε να λύσει τα αινίγματα
να φωτίσει το σκοτάδι
που μέσα του βολεύονται όλοι
όσο κι αν τους βαραίνει.
Δεν τρόμαξε από τα όσα είδε
μα από την άρνηση των άλλων να τα παραδεχτούν.
Θα 'μενε πάντα η εξαίρεση;
Δεν άντεχε τη μοναξιά.
Και για να βρει τους διπλανούς του
έχωσε μες στα μάτια του βαθιά
τις δυο περόνες.
Πάλι ξεχωριζε με την αφή τα πράγματα
που κανείς δεν ήθελε να βλέπει.


(από την Προαιρετική στάση)