Πρότυπα

Πρότυπα

Έψαχνε να βρει το σπίτι της μα ήταν χαμένο μέσα στο δάσος. Επέστρεφε από το σχολείο και είχε στην πλάτη έναν τεράστιο σάκο γεμάτο με βιβλία...

Πέμπτη, 31 Μαΐου 2012

ΕΛΕΝΑ ΠΟΛΥΓΕΝΗ: Το βέλος


Απόρροια της σκέψης μου
Μοναδική ουσία
Χαρτογραφείς τις νύχτες πώς;
: ανασαίνοντας μικρές ορχιδέες.

Απατηλό
Πάθος
Μας ενώνει.

«Γιατί δε γιατρεύεσαι; Γιατί;»

Ένα μωρό γυμνό
Που μεγαλώνει
Κατασπαράσσοντας τους γεννήτορές του.

Μοναδικό άθροισμα
Δυνατοτήτων
Απ-άνθρωπο
Απόλυτα
Απάνθρωπο κατασκεύασμα.






Κυριακή, 27 Μαΐου 2012

ΕΛΕΝΑ ΠΟΛΥΓΕΝΗ : ΜΕΣΣΙΑΣ Ι




Γλυκιά, αμετανόητη ύπαρξη
Ήρθα για να σε σώσω.
Παράτα τις όποιες θεωρίες
Για το πώς βρίσκει την ευτυχία
Ο μοναχικός άνθρωπος
Για τον τρόπο που η ζωή
Μπορεί να σου χαμογελάσει
Το πλύσιμο των πιάτων να γίνει
Διασκέδαση, ο καταναγκασμός
Της καθημερινότητας ένα ζωηρό
Παιχνίδι
Για το πώς είναι δυνατόν
Οι μουτζούρες να γίνουν έργα τέχνης
Το κελί της φυλακής σου
Μια ζεστή φωλιά
Ο αστυνομικός καλός, τα μωρά σου
Να ζωντανέψουν όλα.
Από καιρό πάψαμε να πιστεύουμε
Πως είμαστε σημαντικοί
Δεν είμαστε σημαντικοί
Είμαστε κόκκοι σκόνης.
Μηχανές που προγραμματίστηκαν
Για καθορισμένο χρόνο.
Να υπάρξουν, να πεθάνουν,
Να εργάζονται. Να αιμορραγούν
Καμιά φορά.
Το χαμόγελο μοιάζει στα χείλη
Πιο θλιβερό, όταν υπάρχει.
Εκείνη τη στιγμή ακριβώς,
Κάποιος πρέπει να μας λυπάται, πολύ.


Paul Cezanne, Green Apples


(Η θλίψη μου είναι μια γυναίκα, εκδόσεις poema 2012)

Σάββατο, 26 Μαΐου 2012

ΕΛΕΝΑ ΠΟΛΥΓΕΝΗ : Η γυναίκα γυαλί




Μπαμπά, μαμά, με φτιάξατε
Από γυαλί.
Δε μεριμνήσατε για ένα
Πιο ανθεκτικό υλικό. Μ’ αφήσατε
Στην τύχη μου
Και όλο τρέμετε για μένα
            Μήπως σπάσω.

Και πιο πολύ, γιατί στο βάθος
Ξέρετε
Πως τα κομμάτια μου θα κόψουν
                        Το λαιμό σας.



(Η θλίψη μου είναι μια γυναίκα)

Wolfgang Paalen, Landscape of my childhood

Παρασκευή, 25 Μαΐου 2012

ΕΛΕΝΑ ΠΟΛΥΓΕΝΗ : ΠΛΥΝΤΗΡΙΟ

Παραδόξως, ήταν τότε
Εκείνη η στιγμή που σου έγνεψα, με τα χέρια
Τεντωμένα σαν ένα σκοινί που επρόκειτο
Να κοπεί
(το σκοινί της μπουγάδας ή το σκοινί
Της τρέλας μου
Που φεγγοβολά μες στο σκοτάδι)
Παραδόξως, ήταν τότε
Εκείνη η στιγμή που σε κράτησα κάποτε σίγουρα
Και η πόρτα του πλυντηρίου ανοιχτή
Με τα ρούχα πεταμένα στο πάτωμα
Πάνω στο κρύο
Πάτωμα
Τρομαγμένο μου πουλί, κατακερματισμένο μου
Παραμύθι, σε ψάχνω κι αυτό το απορρυπαντικό
Ήταν απάτη, το μυαλό μου παραμένει θολό
Και Απροσάρμοστο.


( Η θλίψη μου είναι μια γυναίκα)

ΕΛΕΝΑ ΠΟΛΥΓΕΝΗ : Χτυπώντας





Το σπασμένο παράθυρο
του μυαλού μου
μπάζει ολοένα και
περισσότερο κρύο.
Ζητώντας κάτι να με ζεστάνει
παραιτούμαι απ' την πάλη
και κουκουλώνομαι μες στις κουβέρτες.

Η προοπτική της αυγής
μοιάζει με θάνατο που
ντύθηκε
φωταγωγημένο πλοίο.



( Η θλίψη μου είναι μια γυναίκα, poema 2012)

ΤΣΑΡΛΣ ΜΠΟΥΚΟΦΣΚΙ: Υποσημείωση για τον σχηματισμό των μαζών



Κάποιοι είναι νέοι και τίποτα
Άλλο και,
Κάποιοι είναι γέροι και τίποτα
Άλλο
Και κάποιοι βρίσκονται ενδιάμεσα και
Μόνο.

Και αν οι μύγες ντύνονταν
Και όλα τα κτήρια καίγονταν
Με μια χρυσή φωτιά,
Αν ο ουρανός λικνιζόταν σα χορεύτρια
Της κοιλιάς
Και όλες οι ατομικές βόμβες άρχιζαν
Να κλαίνε,
Κάποιοι θα ήταν νέοι και τίποτα
Άλλο και
Κάποιοι θα ήταν γέροι και τίποτα
Άλλο,
Και οι υπόλοιποι θα ήταν το ίδιο
Θα ήταν το ίδιο και οι υπόλοιποι.

Οι λίγοι που είναι διαφορετικοί
Εγκαίρως εξαλείφθηκαν
Απ’ την αστυνομία, τις μανάδες τους
Τους αδελφούς τους, τους άλλους
Από τους ίδιους τους εαυτούς τους.
Βλέπεις μονάχα ό, τι
Έχει απομείνει.

Είναι
Φοβερό.

(μεταφρ. Γιάννης Λειβαδάς)

ΜΑΡΓΚΑΡΕΤ ΑΤΓΟΥΝΤ: Το παιδί Τραύμα


Το παιδί τραύμα θα σε δαγκώσει.
Το παιδί τραύμα θα γίνει ένα πλάσμα τρομερό
Και θα σε δαγκώσει εκεί που στέκεσαι.

Το παιδί τραύμα θα βγάλει μια πέτσα
Πάνω στην πληγή που του έδωσες
-ή που δεν έδωσες, γιατί το τραύμα
δεν είναι δώρο, ένα δώρο είναι ελεύθερα
αποδεκτό, και το παιδί δεν είχε άλλη επιλογή.

Θα βγάλει μια πέτσα πάνω στην πληγή,
Το κρυμμένο τραύμα, το τραύμα κειμήλιο
Που ξεσφήνωσες από σένα σα να ήταν σφαίρα
Και το φύτεψες στο κρέας του-
Πέτσα τομάρι δέρμα γδαρμένο
Πέτσα καμένη,
Και σουβλερό δόντι ψαριού
Σαν στραβό δόντι μωρού-
Θα σε δαγκώσει

Και θα σε πιάσει ένα κλάμα άθλιο
Όπως συνηθίζεις
Και θα παλέψεις
Γιατί θα βγάλεις την πάλη έξω απ’ το κουτί
Με την ετικέτα “fights” όπου φυλούσες τις μάχες
Για επείγουσες ανάγκες, και αυτή είναι μια από αυτές
Και το πληγωμένο παιδί θα χάσει τον αγώνα
Και θα τρικλίζει στα προάστια και θα προκαλέσει
Πανικό στα φαρμακεία και κοσμοχαλασιά
Στα μπάρμπεκιου
Και θα λένε «βοήθεια βοήθεια ένα τέρας»
Και θα μπει στις ειδήσεις
Και θα κυνηγηθεί
Με σκυλιά, και θ’ αφήσει ένα ίχνος
Από μαλλιά, γούνα, δέρμα και δόντια γάλακτος και δάκρυα
Εκεί που κόπηκε
Από σπασμένο γυαλί
Και θα κρύβεται σε υπονόμους
Σε αποθήκες εργαλείων, κάτω από θάμνους
Γλείφοντας τις πληγές του, το θυμό του,
Το θυμό που του έδωσες
Και θα συρθεί μέχρι το φρεάτιο

Στη λιμνούλα, στο ρέμα, στη δεξαμενή
Γιατί διψάει
Γιατί είναι ένα τέρας
Που η θυμωμένη δίψα του
Μοιάζει με αγκάθια που το σκεπάζουν
Και τα σκυλιά και οι κυνηγοί θα το βρουν
Και θα σταθεί στην όχθη
Και θα ουρλιάξει για τις αδικίες
Και θα το ξεσκίσουν
Και θα φάνε την καρδιά του
Και όλοι θα χειροκροτούν
«Δόξα τω Θεώ τέλειωσε κι αυτό!»

Και το αίμα του θα κυλήσει μέσα στο νερό
Και θα το πίνεις κάθε μέρα.

( "The door",Μετάφραση: 'Ελσα Κορνέτη)

ΕΛΕΝΑ ΠΟΛΥΓΕΝΗ : Αποχή


Τελικά ήταν όλα τόσο απλά
Έτσι αφουγκράστηκα τον κόσμο
Έπλεξα το όνειρο με ιστούς από νυχτερινά φτερά
Και δοκίμασα μια γεύση στάχτη.
Τώρα ήρθε η στιγμή της γαλήνης.

Καλημέρα λέω κάθε πρωί
Άνοιξα σαν εκατόφυλλο ρόδο
Έμαθα να γελάω με τ’ ανέκδοτα
Να χαϊδεύω τους καλούς ίσκιους
-μια μικρή, υπάκουη σειρήνα.
(Μόνο η πλάτη μου μ’ ενοχλούσε πού και πού.
Έσκυβε τα βράδια παράξενα κυρτωμένη).

Δεν κατάλαβα πώς έφτασαν όλα ως εκεί
Δεν άκουγα το παραμιλητό μου
Δεν άκουγα λέξη απ’ τον εαυτό μου
Φωνές ξεσκέπαστες βυθίζονταν μέσα μου
Και με τρυπούσαν
Έκοβαν στα δυο τη δύναμή μου
Γελούσα πάνω στο πιο παράξενο δάκρυ
Ένα βουητό με κατάτρεχε αμείλικτο
Αδιάπτωτο
Πάντα κουρασμένο

Ήταν ανάγκη κι αυτό
Ανάγκη να καλημερίζω τις θολές, ανήλεες φωνές
-η σιωπή καραδοκούσε.

Βρέθηκα να σκορπάω εδώ κι εκεί τα πέταλά μου
Παραπάτησα στο χαμόγελο
Άδειασα από λόγια
Στέρεψα
Όλα είχαν ειπωθεί
Τι έμενε τώρα για μένα;
Τα βιβλία έχασκαν μπρος μου με σελίδες κατάλευκες
Οι άνθρωποι με τα πόδια σταυρωμένα
Τα μάτια ακίνητα
Παραιτημένα.

Σαν αναλαμπή πέρασε απ’ το μυαλό μου
-πριν φωνάξω-
Πώς θ’ ακουστεί ο ήχος της κραυγής μου.

Παρέμεινα το σκονισμένο βουβό πρόσωπο


(Γράμματα σε μαυροπίνακα)

ΕΛΕΝΑ ΠΟΛΥΓΕΝΗ : Εφηβεία



Γεννιόμαστε
μέσα σε ουρλιαχτά
υστερικές αναπολήσεις περασμένων ζώων
ερχόμαστε
κηδεύοντας μια ιδέα λύτρωσης στο αίμα μας
αναπνέουμε
με σπασμωδικές κινήσεις πόνου
στριμώχνοντας μια τόση δα ψευδαίσθηση ελπίδας
στο γέλιο μας
ανοίγουμε τα μάτια
ακροβατώντας έκπληκτοι στο κενό
του ανοίγματος, των ματιών μας
μένουμε μετέωροι
ανάμεσα σε μια αίσθηση ζεστασιάς
που δε μας ανήκει πια
και σε μια συναίσθηση φόβου που
θα μας ανήκει για πάντα
ονειρευόμαστε
ό, τι δεν έχουμε
και έχουμε
ό, τι δεν ονειρευόμαστε
αγγίζουμε τη χαρά δειλά
μέσα σε γιορτές θολών παραισθήσεων
βυθιζόμαστε με ηδονή μέσα στην άγνοια
κλείνουμε τα μάτια
παραδινόμαστε στη λήθη του πετάγματος
της ελευθερίας
και προσγειωνόμαστε ανώμαλα
στις θέσεις που μας όρισαν
γρυλλίζοντας επιθετικά
στις ήρεμες αντιδράσεις τους
στις αθώες προθέσεις τους
στα χαμόγελά τους
στα κίβδηλα αγκαλιάσματά τους
μια ερώτηση πληγώνει πάντα τον ύπνο μας
μια πνιγμένη κραυγή μας καίει τα χείλη
κλείνουμε τα μάτια σφιχτά προσπαθώντας να ονειρευτούμε
παραδινόμαστε σε μια εικόνα γλυκιάς αυταπάτης
χωρίς να καταλαβαίνουμε
αν η ζωή είναι ένα όνειρο
ή αν το όνειρο τελικά
είναι η ζωή μας


(Γράμματα σε μαυροπίνακα)