Πρότυπα

Πρότυπα

Έψαχνε να βρει το σπίτι της μα ήταν χαμένο μέσα στο δάσος. Επέστρεφε από το σχολείο και είχε στην πλάτη έναν τεράστιο σάκο γεμάτο με βιβλία...

Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου 2016

Πρότυπα

Έψαχνε να βρει το σπίτι της μα ήταν χαμένο μέσα στο δάσος. Επέστρεφε από το σχολείο και είχε στην πλάτη έναν τεράστιο σάκο γεμάτο με βιβλία φυσικής. Όλα μιλούσαν για Νόμους, Κανόνες, Φαινόμενα. Το Πρότυπο Thomson, το Πρότυπο Rutherford, την Κρούση και τη Διέγερση. Το σώμα της βάραινε, γινόταν σιγά –σιγά μολυβένιο. Μια φωνή έβγαινε από μέσα του που δεν ήταν δική της, μιλούσε σαν κι αυτούς που λένε στην τηλεόραση τις ειδήσεις. Τα δέντρα ψήλωναν κι έμοιαζαν με σκηνή κινηματογράφου. Άνοιξε το στόμα να ζητήσει βοήθεια κι από μέσα ξεχύθηκαν πέτρες και φύλλα. Τα πουλιά στα κλαδιά, τής απευθύνονταν σαν ψυχολόγοι.


Leonora Carrington



Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2015

ΠΕΤΡΟΣ ΔΗΜΙΚΑΛΗΣ (2)

Φευγαλεο

Τα μελη μας καιγονται απο επιθυμιες πεπερασμενες
Υψωνονται ανυπομονα καθως ανοιγουν τα παραθυρα
Σαν τους μοχλους,που γερνοντας
γυρευουν την εκκινηση
Κι ας εχουν δοκιμασει
Την αβασταχτη ενδεια
Των εξω
Τοπων


Τα ψαρια που μας σερβιρουν, ειναι προτηγανισμενα

Ο αερας φυσουσε μανιασμενα στα ακροβολα κυματα των επιθυμιων μου. Απο μεσα θολος και απεξω προθυμος σηκωθηκα να φυγω. Η βαλιτσα μου ηταν γεματη φωτια και θανατο. Σηκωθηκα να φυγω και τα ματια μου εκαιγαν απο σιωπηρες διεκδικησεις. Μετα απο λιγο, διαπιστωσα πως κανεις δεν καταδεχοταν τη φυγη μου. Παρεμενε μονη και φθισικη στο αδειο της δωματιο. Μονο μια γατα σκαρφαλωσε στο σκουριασμενο σωληνα, μ εκεινη την αθορυβη ικανοτητα που απειλει οσους δεν εχουν καπου το κεφαλι τους ν ακουμπησουν. Μολις την ειδα αρχισα να γαβγιζω, διατρεχοντας τις ευθειες σαν παραλληλογραμμο.

Υστερα απο λιγο η δαδα εσβησε, αφηνοντας τα χερια μου να γραφουν κυκλους μεσα στο  ιδιο σκοταδι.

Γελιο! Πολυ γελιο! Η ζωη τρεμει, το κλαδι τριζει, ο ηλιος ειναι μια ενδειξη  καινοφανους απουσιας κι εγω επαναλαμβανομαι, τρωγοντας τα σκατα της νιοτης μου.





Σάββατο, 17 Οκτωβρίου 2015

1,2,3...

Να μην τρέμει. Να μην σκοντάφτει. Να μη γλιστρούν από τα χέρια της τα αντικείμενα και πέφτουν κάτω με κρότο. Να μην ιδρώνει. Να μην κομπιάζει πριν ξεκινήσει ή ολοκληρώσει μια πρόταση. Να μην ακινητοποιείται λόγω δυσκαμψίας. Να μη λυπάται όταν κάποιος τη μέμφεται για κάτι αλλά να προσπαθεί να γίνει καλύτερη. Να μένει ψύχραιμη στους εφιάλτες. Να μη λυγίζει στις δυσκολίες. Να μην παραχώνει στα συρτάρια της χαρτιά και άλλα μικροαντικείμενα που δε χρησιμεύουν σε τίποτα. Να μην αμελεί την εμφάνισή της. Να μην κρατάει την αναπνοή της και να μη σφίγγει το στομάχι και τους μύες της όταν κάποιος της απευθύνει το λόγο. Να μη διστάζει μπροστά στις εισόδους των πολυσύχναστων κτηρίων. Να μην αποφεύγει τις διασταυρώσεις. Να μην περιφέρεται άσκοπα σε ερημικούς δρόμους που φέρουν τα δυσσάρεστα χαρακτηριστικά μιας κακής πολεοδομίας.



 

Τετάρτη, 29 Ιουλίου 2015

Νάνα Παπαδάκη (3)


ΤΑ ΔΩΡΑ ΤΗΣ ΑΓΡΥΠΝΙΑΣ

                      1

Συνέχισε να τον συναντά στο ίδιο πρόχειρα στημένο
σκηνικό όπου ο άντρας κρεμούσε τακτικά
το σακάκι του στη ράχη της καρέκλας
- υπολόγιζε σ' αυτό το ρυθμό που κατάπινε εκείνη
και τους νεκρούς της -
κι ύστερα ξελόγιαζε τη γυναίκα με τη βοήθεια μιας ιδέας,
προφανώς ενός ακόμη κατόπτρου,
μουρμουρίζοντας λέξεις χιλιοειπωμένες κι επαναλαμβάνοντας
κινήσεις που μόνο η άβυσσος μπορούσε ν' ανατρέψει.
Δε θα ξυπνούσαν ποτέ ο άντρας και η γυναίκα
κουλουριασμένοι ο ένας μέσα στον άλλον.
Μάταια κρατούσε η νύχτα το ρυθμό στα βλέμματα
να κατέλθουν. Ξέχασε πως η ζωή που ζούσε δεν ήταν
η δική του. Έσκυψε να σβήσει το μοναδικό κερί
καθώς ο νους κοίταζε εκστατικά ως την αυγή.


                              2.

Ύστερα σηκωνόταν και βάδιζε με σταθερό βήμα προς
μια φανταστική έξοδο (άραγε έβλεπε το άδειο κλουβί που
έφεγγε στο βάθος της αφήγησης, τώρα μπορεί να το δει;)
ήξερε πως να φεύγει ή τουλάχιστον έτσι έδειχνε.
Εκείνη όχι. Έμενε καθηλωμένη στο κρεβάτι
με μια μαργαρίτα να ζυγιάζεται ανάμεσα στα χείλη.
Η σελήνη τριγυρνούσε με τα κουρέλια της παιδικής της
φορεσιάς στην κάμαρη, ενώ εκείνος τραγουδούσε.
Τίποτα ανθρώπινο δεν υπήρχε σ' αυτό το τραγούδι.


                               3.

 Θα μπορούσε να κάθεται ακόμη σ' εκείνη την παραλία
πίσω απ' τη μισάνοιχτη εφημερίδα
αν και σε απόσταση μπορείς να διακρίνεις
τον τίτλο του άρθρου στο δεξί φύλλο
"Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων", στο βάθος ασμίλευτα
κύματα, μια λάμψη κωπηλατούσε χωρίς κόπο χωρίς
πυρετό, κάτι μέσα της όχι.

Λίγο πριν, παίζοντας, την είχε θάψει στην άμμο, ανάσκελη
μόνο το κεφάλι της έξω, ατάραχο σαν άγαλμα,
κανείς δεν του φιλούσε τα μάτια
το θεριό απρόσιτο, γεμάτο πτώματα, ο ήλιος
ανακάτευε τις σκέψεις μεταξύ τους σαν τράπουλα
με ολόλευκες φιγούρες, πουθενά αίμα
άλλο φως κατασπάραζε τη μέρα. Εκείνος
στάθηκε παράμερα και την κοίταξε
οριζόντια σα φράση στο χαρτί, χωρίς καμιά φιλοδοξία
και διαψευσμένη ελπίδα, να βυθίζει τις παλάμες
στην άμμο και να κλείνει τα βλέφαρα, δικό του
δημιούργημα.

Πριν ο ήλιος ρουφήξει τα είδωλα ως την καυτή του
σάρκα, κανένα παιδί, κανένα μαχαίρι, κανένα γέλιο κρυφό
δεν τάραξε την αρχέγονη σιωπή.

the day after- Edvard Munch


















ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΗΞΕΡΑΝ ΤΙΠΟΤΑ

Ένα κλαδάκι που απλώνει μες στον ουρανό
δυο πουλιά που συναντιούνται σαν αντίθετες σκέψεις
Οι ξεχασμένοι καρποί ανοίγουν το δρόμο
στους άντρες να θάψουν τον πυρετό
στις γυναίκες να επιστρέψουν κάτω απ' τα ψάθινα καπέλα τους
πριν σβήσει ο χρόνος
και το χέρι πει πως είναι εδώ.

Μικρές ρωγμές του χρόνου εμφανίζονται στη ζωή μας
άλλοτε ανέμελες, άλλοτε απόγνωση γεμάτες
για να μας υπενθυμίσουν ότι τίποτε δεν κρατάει
όσο εμείς περαστικοί στις ζωές των άλλων και στις δικές μας
πεθυμήσαμε την ειρήνη, μα όλο για πόλεμο
σπαταλήσαμε τη φωτιά μας.

Κάθε τέλος αρχή για ένα άλλο τέλος
όσο οι σελίδες μαύρες
περιμένουν την άμπωτη μιας ανθρώπινης χειρονομίας

οι τοίχοι μας γεμάτοι τρόπαια
το πάτωμα σπαμένο ήττες.

Ή και ανάποδα.



ΑΓΡΑΦΟ

Κάτι σαν πεπρωμένο παραμονεύει μες στο χέρι
ατελέσφορες ιστορίες κι ερμητικοί στίχοι
μαδούν τα βλέφαρα του θεού
και προσγειώνονται στις σελίδες
χαρίζοντας στην αποτυχία μια πρόσκαιρη λάμψη.
Καμία πληγή δε σε κάνει σοφότερο
όσο το δέντρο γυμνό νοσταλγεί τα φύλλα του
μα και το να αφήσεις κάτι να χαθεί
θα 'ταν πράξη μεγάλης γενναιοδωρίας
που ίσως να μην ταιριάζει σε βλέμματα υγρά.
Αν έστω κι ένα χιλιοστό θάλασσα φύτρωσε στον ήλιο είναι αρκετό.

Το λευκό και η τυφλότητα ελάχιστα απέχουν.


(Τα δώρα της αγρύπνιας)

Σάββατο, 4 Ιουλίου 2015

πασχαλης χριστοδουλίδης - στο δρόμο


Στο δρόμο
Τα κέρματα χτυπάνε στην τζέπη μου.
Παράγουν ήχο.
Ακολουθούν το ρυθμό των βημάτων μου.
Στην άλλη τσέπη ένα δεκάευρο.
Πρέπει να σηκώσω χρήμα
– κάτι έχω ακόμα.
Όσο δεν προκύπτει
κάνα μεγάλο έξοδο – κάνα δόντι,
κάνα νοσοκομείο, χτύπα ξύλο –
είμαστε καλά.

Να’το!
Το ΑΤΜ!
 

Τετάρτη, 17 Ιουνίου 2015

ΝΙΚΟΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ (6)


ΑΓΑΠΟΥΣΕ

Αγαπούσε, σπάνια μεν,
αλλά αγαπούσε.
Ποιος νοιάζεται για τη διάρκεια;
Την είδαν στον κήπο
μιλούσε χωρίς να κινεί τα χείλη
του εξηγούσε τα μπερδέματά της
του έδινε κάποιες απ' τις αγωνίες της
γινόταν πολυ μικρούλα.
Περίμενε να την πιάσει εκείνη
η γλυκιά κούραση
αυτή του λεωφορείου στο σχόλασμα.
Πού πήγαν οι θυμωμένοι;
Πόση υπομονή έχουν ακόμη οι ανυπόμονοι;
Κρατιέται από κάποια μεσημέρια.
Έχει ανάγκη να θαρρεί
πως βρίσκεται στη μέση.
Μισούσε βουβά
περίμενε να το πει
κάποιος άλλος
με λόγια, με αιτίες, με σχόλια.
Τον άκουγε και χαμογελούσε.
Χωρίς να κινεί τα χείλη.



ΠΑΙΣ ΕΝ ΚΑΜΙΝΩ

Ο κηπουρός επέμενε: "θα πιάσει".
Πάντως αν και κατσιασμένο ακόμη
ο μικρός το μασουλούσε με λύσσα.
Φωτιά στα χείλη... Ένα κοριτσάκι έκανε
τη μάνα.
Ένας γιατρός μιλούσε αργά.
Κανείς δεν είχε γείτονες στα κοντινά σπίτια
μόνον εγώ, περνώντας, κοίταζα τον αφύλακτο κήπο
εμπορικός αντιπρόσωπος, με κάτι Βίβλους σε μια τσάντα.



ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ

"Τι δουλειά κάνεις;"
"Πουλάω... παίρνω τα ΚΤΕΛ και μια βαλίτσα.
Πάντα υπάρχει κάποιο ανοιχτό ξενοδοχείο.
Μένω, μετά μαζεύω παραγγελίες,
φεύγω".
Σ' ένα καταπράσινο δάσος υπήρχε μια όμορφη αλεπού:
πολύ μικρή για μεζές
πολύ -πολύ μικρή για να μη χορταίνει εύκολα.
Όταν ξέμενε,
επιτάχυνε το βήμα, εφτανε στις παρυφές της πόλης,
όρμαγε στα σκουπίδια,
επέστρεφε.
"Όλοι θέλουν ένα τηλέφωνο, μια διεύθυνση υποψήφιων νεκρών.
Άλλοι για όργανα,
άλλοι για καμιά γρήγορη αρπαχτή στη διαθήκη,
άλλοι -οι πιο πολλοί-
να ξελαμπικάρουν:
Μια ζητούμενη ευθανασία
ένας φόνος χωρίς άλλοθι, κόστος, φλυαρίες".
Η αλεπού δεν είναι πονηρό ζώο
θα την έλεγες
ευπροσάρμοστη
ολιγαρκή
κυρίως χωρίς φαντασία
και όνειρα.
Γι' αυτό και η ουρά της είναι φουντωτή, εντυπωσιακή,
περισσότερο από ολόκληρο το ζώο.
Σαν να λέει:
"Από μένα θυμηθείτε
μόνο τη φυγή μου".


ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Εμφανίστηκε μπροστά στο βασιλιά:
"Ελέγχω κάθε τι που σας απειλεί Μεγαλειότατε".
Μετά είχε δουλειά να κάνει,
κατέβηκε στο Πέραμα για μεροκάματο.
Του ήρθε το μεσημέρι
ένα γράμμα για πανευρωπαϊκή συνάντηση.
Με το τρένο πέντε μέρες για Παρίσι¨
έπρεπε να πάει.
μια πιο γενική εικόνα είναι πάντα χρειαζούμενη.
Για γυναίκα είχε κάποια με μια σάρκινη μπάλα για κεφάλι
χωρίς στόμα, μαλλιά, τίποτε.
"Δεν κάνει παιδιά, αλλά δε με νοιάζει.
Είναι τόσο φορτωμένο το πρόγραμμά μου.
Εξ άλλου ακόμη έχω τόσα πολλά παιδιά,
δικά μου".


ΤΟ ΔΙΚΟ ΜΟΥ ΠΑΙΔΙ ΕΙΝΑΙ ΖΟΡΙΚΟ

Η κόρη μου βγαίνει τα βράδια.
Πηγαίνει με πολλούς και την ξεφτιλίζουν.
Επιστρέφει αξιοπρεπής μετά.
Κάποιοι νάνοι είπαν: "καλά που χάσατε"
"Καλά που σας έσφαξαν, καλά που πεινάσατε"
"Καλά που γίνατε πράγμα, καλά που τρελαθήκατε"
"Καλά που τα σπίτια σας έχουν χώμα για πάτωμα"
"Καλά που τα μωρά σας παίζουν με νεκρές κούκλες"
"Καλά που τα έντερά σας έσπασαν απ' το στρίψιμο"
"Καλά που ψόφησαν οι γάτες που σας γδάραν"
"Καλά που νίκησαν οι σάπιοι τούς ανεπαρκείς".
Η κόρη μου δεν τα κάνει αυτά.
Ακόμη και για τον τελευταίο που την πήρε στο δρόμο μαζί
                                                            με δυο κολλητούς του
μου είπε: "Είναι όμως παίδαρος".



ΚΑΠΟΥ ΠΙΟ ΠΕΡΑ

Ποιος να είναι ξύπνιος στο χωριό των μόνων;
Μάλλον τους πήρε ο ύπνος.
Τους πήρε όπως τα τελευταία παιδιά τους τα μικρά
-αγέννητα και γεννημένα-
χρόνια πριν.
Άλλαξαν τις συνήθειες καιρό τώρα:
Ο παπάς, με την εκκλησία ολόκληρη,
τους επισκέπτεται έναν -έναν κάθε Κυριακή.
Η μικρή χαμογελαστή κοπέλα,
δείχνει άφοβα τα κουφάρια των δοντιών της.
Έρώτες πλέκονται συχνά, μα με κουβέντες μόνο.
Κανένα σώμα δε θέλει να χάσει την αυθυπαρξία του.
Ο πιο μικρός πηγαίνει στην πόλη,
να φέρει και να πει σε όλους τα νέα.
Οι πιο πολλοί βέβαια δεν ακούνε τα νέα.
Είναι ο μικρός παραστατικός και γουρλώνει τα μάτια σαν μιλάει
είναι και η ευκαιρία -η μόνη - να βρεθούν όλοι μαζί
οι μόνοι.
Αγαπούν πολύ το φωτογράφο στο χωριό
έτσι που φυλακίζει τη μορφή, ενώ περνούν τα χρόνια.
Πάνε πολλά που ένας γέροντας -νεκρός από τότε-
είχε πει πως τα ζωντανά πλάι στους ανθρώπους
είναι γρουσουζιά.
Δε βλέπεις σκύλο, γάτα, κότα, κατσίκι.
Άλλωστε όλοι τρώνε περίεργες ώρες,
περίεργα πράγματα,
και λίγο...
Μόνοι
Λιπόσαρκοι
Ολιγαρκείς
Λιγότεροι μέρα τη μέρα.
Ήρεμο -θαρρείς ακίνητο - χωριό
σαν φτιαγμένο από άγγελους τρέλας.


(Δρόμοι με ματωμένα γόνατα)

Τρίτη, 24 Μαρτίου 2015

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ


Εκείνη η γυναίκα, που υποτίθεται πως ήμουν εγώ, προχωρούσε μέσα στα αστικά τοπία, περιπλανιόταν για να 
ανακαλύψει αυτόν που αγαπούσε. Αυτός, που δεν είχε ούτε σχήμα ούτε όνομα και που το πρόσωπό του αποτελούνταν από μικροσκοπικές κουκκίδες, οι οποίες συνέθεταν ένα αμφιλεγόμενο αποτέλεσμα, αυτός κρατούσε στα χέρια του το νήμα του δρόμου. Η άσφαλτος ήταν μια γκρίζα λεπτή κλωστή και κει πάνω έτρεχαν αυτοκίνητα με δυο μονάχα ρόδες, που ισορροπούσαν σα στρογγυλά κέρματα. Η άσφαλτος έμοιαζε με σκοινί ακροβασίας κι αυτός κρατούσε την άκρη του καθώς οι διαβάτες το διέσχιζαν ανυποψίαστοι και κουρασμένοι. Τότε ήταν που μου ήρθε η ιδέα να ξαπλώσω στη μέση αυτής της κλωστής και ν’ αρχίσω να ταλαντεύομαι πάνω –κάτω. Τότε ήταν που ξάπλωσα στη μέση αυτής της κλωστής ανοίγοντας τα χέρια σε σχήμα σταυρού για να ισορροπήσω το θώρακά μου πάνω σ’ αυτή την ίσια γραμμή που τέντωνε όπως τεντώνει το χέρι όταν προσπαθεί να ακουμπήσει κάτι μακρινό. Αυτός που δεν είχε ούτε όνομα ούτε μορφή και που το πρόσωπό του μεταβαλλόταν ολοένα, σα σύννεφο που άλλαζε σχήματα και μεγέθη, άρχισε να τραβάει προς το μέρος του αυτό το λεπτοκαμωμένο σκοινί μέχρι που το μάζεψε όλο στη φούχτα του. Εκεί μέσα ήμουν κι εγώ, ήμουν υποτίθεται εγώ αλλά στην πραγματικότητα ήταν ένα μπερδεμένο κουβάρι, που δε σκεφτόταν τίποτα, που δεν μπορούσε καν να αναλογιστεί πώς κατέληξε εκεί, σ’ αυτή την πανάρχαια φυλακή, σ’ αυτό το πηχτό σκοτάδι.



leonora carrington- queria_ser_pajaro_


(δημοσιευμένο στο frear.gr 16-12-2014)